Legislator Case Law & Legislation
1310/2016 AI generated

1310/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1310/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.199/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1310/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του νόμου 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Keywords

AI generated
savings deposit pension buy-in amount transactions in securities monetary measures custodian voting right investment transaction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1310/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.199/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2894/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ά. Σ. του Μ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καραβίδα και 2)Κ. Σ. του Μ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Καραβίδα και Γεώργιο Νικολέρη.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 241/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας.

β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη.

Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως, η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, όπως με την άρνηση αποδόσεως του πράγματος στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τελέσεως του εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος της τοιαύτης ενεργείας, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος.

Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του νόμου 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Με το άρθρο 14 παρ. 3 του νόμου 2721/1999, στην μεν παράγραφο 1 του άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", στη δε παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου εδάφιο κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια δραχμές, (ήδη 73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση".

Ακολούθως τα αρχικά ποσά των 73.000 ευρώ της παρ. 1 και του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 αναπροσαρμόσθηκαν σε 120.000 ευρώ με την παρ.1 περ. ιγ’ του άρθρου 24 του ν. 4055/2012, ο οποίος ως επιεικέστερος εφαρμόζεται και για πράξεις που έχουν τελεσθεί προ της ισχύος του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 719 του ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι’ αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το έγκλημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 του ΠΚ.

Η προσθήκη του εντολοδόχου στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 375 του ΠΚ, θεωρήθηκε αναγκαία, διότι θα αποκλειόταν εκ του νόμου η στοιχειοθέτηση κακουργηματικής υπεξαιρέσεως σε κάθε περίπτωση εντολής, όμως η συμπερίληψή της στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 συνεπάγεται την τιμώρηση της πράξεως σε βαθμό κακουργήματος, μόνον εάν συντρέχει και το στοιχείο της εμπιστεύσεως.

Εξ άλλου ως διαχειριστής, νοείται αυτός που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως τούτου, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχειρίσεως "εν τοις πράγμασι". Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 711/2015).

Κατοχή, κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία διαφέρει στην προκειμένη περίπτωση από την αντίστοιχη έννοια του άρθρου 974 του ΑΚ, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του.

Επί υπεξαιρέσεως, ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ο προσδιορισμός δε αυτός, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από τη συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής.

Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά αφού δεν εξαιρέθηκαν.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως την τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή τον σκοπόν επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (οπότε αυτά πρέπει να αιτιολογούν τα ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 2894/2014 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο και καταδίκασε, σε ανασταλείσα επί τριετία, ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών τον αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Στο σκεπτικό το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής:

Οι Ά. και Κ. Σ., αδέλφια, κάτοικος ... ο πρώτος και ... η δεύτερη, κατά το χρονικό διάστημα από 19-9-1999 έως και 5-1-2000 παρέδωσαν στον κατηγορούμενο Θ. Β. κάτοικο ...... και πρώτο εξάδελφο της μητέρας τους το συνολικό ποσό των 125.053 ευρώ, με τη ρητή προς αυτόν εντολή να επενδυθούν σε διάφορες χρηματοοικονομικές εργασίες και ειδικότερα στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών, με την αγορά από τον κατηγορούμενο στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό μετοχών.

Ειδικότερα οι εγκαλούντες λόγω της συγγενικής σχέσης τους με τον κατηγορούμενο, της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας και του χρηματοοικονομικού συμβούλου, με ειδικές όπως εμφανιζόταν, γνώσεις και εμπειρία περί τα χρηματιστηριακά ζητήματα, παρέδωσαν και εμπιστευθήκαν στο τελευταίο για την προαναφερθείσα αιτία και μέσω του πατέρα τους Μ.

Σ., που ενεργούσε προς τούτο στο όνομα και για λογαριασμό τους στις 19-1-1999 60.753,63 ευρώ, στις 31-3-1999 34.064,56 ευρώ, στις 13-8-1999 23.213,50 ευρώ και στις 5-1-2000 17.021,28 ευρώ. Λαμβάνοντας τα χρήματα αυτό ο κατηγορούμενος αγόρασε 1722 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας και 969 μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας Όμως ο κατηγορούμενος τις ως άνω μετοχές που αντιστοιχούσαν στο ποσό των 125.053 ευρώ τις αγόρασε στο όνομά του και όχι ως όφειλε λόγω της συμβάσεως εντολής που είχε προηγηθεί, επ’ ονόματι και για λογαριασμό των εγκαλούντων.

Με τον τρόπο δε αυτό, της αγοράς στο όνομα του των ως άνω μετοχών ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά που του εμπιστευθήκαν οι εγκαλούντες ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του, χωρίς οποιοδήποτε προς τούτο δικαίωμα και χωρίς οποιαδήποτε εν γένει νόμιμη δικαιολογητική αιτία.

Ενήργησε δε ως ανωτέρω έχοντας λάβει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου δυνάμει προφορικής συμβάσεως εντολής που ως άνω συνήφθη μεταξύ του ιδίου και των εγκαλούντων, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, καθώς κατά την εκτέλεση της εντολής αυτής είχε διακριτική ευχέρεια επενδυτικών κινήσεων της επιλογής του.

Η ιδιοποίηση των ως άνω χρηματικών ποσών από τον κατηγορούμενο και η ενσωμάτωσή τους στην περιουσία του προκύπτει και από το γεγονός ότι ως άνω μετοχές - που αποκτήθηκαν με χρήματα ανήκοντα στους εγκαλούντες - τις παρέδωσε αυτός ως ενέχυρο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλιση της τελευταίας από δάνειο που του χορήγησε για την κάλυψη ατομικών αναγκών, αρνούμενος από το μήνα Μάρτιο του 2000 και έκτοτε, οπότε οι εγκαλούντες του ζήτησαν επανειλημμένα την επιστροφή των χρημάτων τους ή τις αγορασθείσες μετοχές να τους αποδώσει τα χρηματικά ποσά που έλαβε από αυτούς και κατείχε στα πλαίσια της καταρτισθείσας μεταξύ τους εντολής.

Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τα χρήματα που οι εγκαλούντες συνολικά του κατέβαλαν δεν καλύπτουν την αξία των αγορασθέντων μετοχών και του οφείλουν επιπλέον το ποσό των 6.912.368 δραχμών ή 20.285,75 ευρώ, με αποτέλεσμα για να καλύψει το ποσό αυτό να αναγκασθεί να λάβει δάνειο από την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου ενεχυριάζοντας τις μετοχές προς εξασφάλιση αυτών (Τραπεζών).

Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου σύμφωνα με όσα προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ουδόλως επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Άλλωστε οι εγκαλούντες μέσω του πατέρα τους έδιναν στον κατηγορούμενο την εντολή να αγοράσει μετοχές και όχι συγκεκριμένο αριθμό αυτών. Για το λόγο αυτό με την αγορά των μετοχών ο κατηγορούμενος ζητούσε την αξία των μετοχών την οποία και ελάμβανε κάθε φορά, 20.701.200 δραχμές, 8.199.999 δρχ, 7.970.000 δρχ.

και 5.800.000 δρχ. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και ενδυναμώνεται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις 10.8.2000, δηλαδή λίγο μετά την ιδιοποίηση των χρημάτων των εγκαλούντων και πριν την υποβολή μηνύσεως εις βάρος του υπέγραψε ενώπιον του εκτελούντος χρέη Αξιωματικού Υπηρεσίας του ΑΤ Ομονοίας, που θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής του σε δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986 δήλωσε επί λέξει ".....οι μετοχές που διαχειρίζομαι 1722 της Εθνικής Τράπεζας και 969 της Εμπορικής Τράπεζας, ανήκουν αποκλειστικά στον Ά.

του Μ. και την Κ. Σ. του Μ...... Τα χρήματα που θα εισπραχθούν από την πώληση των μετοχών θα δοθούν σε τραπεζική επιταγή στους και Κ. Σ. ή στον λογαριασμό της Κ. Σ.....". Ομοίου δε περιεχομένου είναι και υπεύθυνη δήλωση της συζύγου του κατηγορουμένου Σ. Β., στην οποία γίνεται μνεία της προμνημονευθείσας υπεύθυνης δήλωσης του συζύγου της με την προσθήκη ότι οι μετοχές βρίσκονται στην Εθνική Τράπεζα ως ενέχυρο λόγω δανείου.

Από το περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων κανένας από τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνεται και κυρίως αυτός αστικής διαφοράς του με τους εγκαλούντες. Ο κατηγορούμενος έλαβε τη ρητή εντολή των εγκαλούντων λαμβάνοντας και τα ως άνω χρηματικά ποσά να αγοράσει μετοχές στο όνομά του, πλην όμως ιδιοποιήθηκε τα ποσά αυτά ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του, αγοράζοντας μετοχές στο όνομά του, και ως ίδιο περιουσιακό στοιχείο το ιδιοποιηθέν αυτό ποσό (αξία των αγορασθέντων μετοχών) το ενεχυρίασε στην Τράπεζα προς εξασφάλιση δανείου που αυτός έλαβε." Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά συγκροτείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και πρέπει για την πράξη του αυτή να κηρυχθεί ένοχος κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".

Ακολούθως το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "Στην Αθήνα στις αρχές του μηνός Μαρτίου του έτους 2000 τέλεσε με πρόθεση έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με πρόσκαιρη της ελευθερίας ποινή, και συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα (ολικά) κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του και του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου - διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Πιο αναλυτικά, στον τόπο και το χρόνο που ανωτέρω αναφέρονται, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με την ιδιότητα του χρηματοοικονομικού συμβούλου επενδύσεων, έλαβε από τους εγκαλούντες Ά. Σ. και Κ. Σ. το συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων πενήντα τριών (125.053) ευρώ για χρηματοοικονομικές εργασίες, δηλαδή με τη ρητή εντολή να επενδύσει τα χρήματα αυτά στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.

Συγκεκριμένα έλαβε από τους άνω εγκαλούντες στις 19-1-1999 ποσό εξήντα χιλιάδων επτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (60.753,63 ευρώ), στις 31-3-1999 ποσό είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εξήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (24.064,56 ευρώ), στις 13-8-1999 ποσό είκοσι τριών χιλιάδων διακοσίων δεκατριών ευρώ και πενήντα λεπτών (23.213,50 ευρώ) και στις 5-1-2000 ποσό δεκαεπτά χιλιάδων είκοσι ενός ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (17.021,28 ευρώ).

Την επένδυση των παραπάνω χρηματικών ποσών οι εγκαλούντες εμπιστεύθηκαν στον κατηγορούμενο, προκειμένου να τη διαχειριστεί αγοράζοντας με τα χρήματα αυτά μετοχές για λογαριασμό τους και στο όνομά τους, πλην όμως ο ίδιος ουδέποτε εκτέλεσε την ως άνω δοθείσα από τους εγκαλούντες εντολή, αλλά ιδιοποιήθηκε παρανόμως το παραπάνω ιδιαίτερα μεγάλο συνολικά ποσό των εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων πενήντα τριών (125.053) ευρώ, που περιήλθε κατά τα προαναφερόμενα στην κατοχή του και του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου - διαχειριστή ξένης περιουσίας, το ίδιο δε αυτό ποσό αρνείται να το αποδώσει τους εγκαλούντες, μολονότι οχλήθηκε από αυτούς προφορικά στις αρχές του μηνός Μαρτίου του έτους 2000.".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 2α-1β του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι κρίσιμες παραδοχές: α) ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος, με ειδικές όπως εμφανιζόταν, γνώσεις και εμπειρία περί τα χρηματιστηριακά ζητήματα, σε εκτέλεση ρητής προς τούτο εντολής των μηνυτών - παθόντων Α.

Σ. και Κ. Σ., ανέλαβε την υποχρέωση, να επενδύσει στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών το συνολικό ποσό των 125.053 ευρώ, αγοράζοντας και διαχειριζόμενος με κατάλληλες επενδυτικές ενέργειες, στο όνομα των μηνυτών αυτών και για δικό τους λογαριασμό ίσης αξίας μετοχές, β) ότι εισέπραξε διαδοχικά από τους ανωτέρω μηνυτές το ως άνω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά την περί τούτου σαφή σχετική παραδοχή, συνολικό ποσό των 125.053 ευρώ, το οποίο χρησιμοποίησε για να αγοράσει μετοχές στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, ως ίδια αυτού περιουσιακά στοιχεία, και όχι, ως είχε εντολή από τους μηνυτές, κατά τα προαναφερόμενα, να αγοράσει και να διαχειριστεί, επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους, τις αγορασθείσες ίσης αξίας μετοχές και γ) ότι το ως άνω ποσό, που σε εκτέλεση της εντολής αυτής έλαβε από τους μηνυτές, δεν το απέδωσε σε αυτούς όταν οι τελευταίοι το ζήτησαν κατά τις αρχές του μηνός Μαρτίου 2000, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χρησιμοποιώντας το ως ενέχυρο στην Εθνική Τράπεζα προς εξασφάλιση δανείου, που ο ίδιος είχε λάβει από την τράπεζα αυτή.

Συνεπώς, ουδεμία υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση, ως προς τις παραδοχές, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ενήργησε υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου των μηνυτών και του διαχειριστή της ανωτέρω περιουσίας τους, αφού κατά τις σχετικές παραδοχές, είχε από την μετά την παθόντων σύμβαση εντολής την εξουσία να ενεργεί όχι μόνον απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου των εντολέων του αυτών, συνισταμένων στην αγορά των μετοχών αυτών και την διαχείρισή τους επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους με την διενέργεια επενδυτικών πράξεων.

Επομένως, η αιτίαση που προβάλει ο αναιρεσείων, ότι το δικαστήριο με την παραδοχή ότι ενήργησε (ο αναιρεσείων) ως εντολοδόχος και διαχειριστής της περιουσίας των μηνυτών, διέλαβε για το ζήτημα αυτό ελλειπή αιτιολογία, άλλως στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Επίσης, αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η προβαλλόμενη αιτίαση, για έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που υπάρχει, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από την αντίφαση της παραδοχής στο σκεπτικό, επί λέξει, ότι ".....

ότι ο κατηγορούμενος έλαβε την ρητή εντολή των εγκαλούντων λαμβάνοντας τα ως άνω χρηματικά ποσά για να αγοράσει μετοχές στο όνομά του, πλην όμως ιδιοποιήθηκε τα ποσά αυτά ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του, αγοράζοντας μετοχές στο όνομά του..." προς τις λοιπές εκείνες (παραδοχές), ότι έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό από τους μηνυτές με την εντολή αυτών να αγοράσει και να διαχειριστεί ίσης αξίας μετοχές επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους.

Και τούτο (είναι απορριπτέα η αιτίαση αυτή), γιατί από το σύνολο των παραδοχών του, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι η δοθείσα εντολή στον αναιρεσείοντα ήταν με το ως άνω χρηματικό ποσό, που του εδόθη, να αγοράσει και να διαχειριστεί ίσης αξίας μετοχές επ’ ονόματι και για λογαριασμό των μηνυτών και όχι επ’ ονόματί του και για λογαριασμό τους.

Η τελευταία αυτή παραδοχή δεν αντιφάσκει προς την προαναφερομένη, αλλά ταυτίζεται με αυτήν, γιατί η παράθεση της φράσεως "...στο όνομά του..", οφείλεται στην από πρόδηλη παραδρομή παράλειψη της θέσεως και του γράμματος "ς" της αλφαβήτου στην λέξη "του", ώστε να εμφανίζεται ως "τους" και η φράση αυτή να αποδίδει την εν λόγω ηθελημένη παραδοχή του δικαστηρίου.

Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και νομίμου βάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ.) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η δήλωση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-12-2014, υπ’ αριθ. πρωτ. 8341/2014 από 16-12-2014 δήλωση του Θ. Β. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2894/2014 αποφάσεως του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις19 Ιουλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ