Legislator Case Law & Legislation
1310/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against inadmissibility ruling, remands case for retrial on merits.

Case Number 1310/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by two women against a First Instance Court ruling that dismissed their appeal as inadmissible. The court found the lower court's reasoning regarding the motorcycle accident facts to be unsupported by the evidence and lacking logical consistency. Consequently, the appeal against the inadmissibility ruling was set aside, the case was remanded to the Court of First Instance for a new trial, and the second appellant was ordered to pay the costs of the first appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 576, 580, 183, 851 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal against a ruling declaring an appeal inadmissible if the lower court's factual findings are erroneous or unsupported by evidence, remanding the case for retrial while dismissing the appeal against the inadmissibility ruling itself.

Keywords

AI generated
appeal against inadmissibility remand for retrial motorcycle accident facts partial allowance of appeal costs allocation Court of First Instance logical inconsistency

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 851 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1310/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Μ. Κ. τέως συζ. Χ. Κ., κατοίκου ... και 2. Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανώλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Ζ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νίκο Ζουπάνο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 24-11-2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη και την από 20-5-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2366/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6194/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-12-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 30-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-12-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6194/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την παραδοχή της ίδιας αναίρεσης κατά το λόγο της που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ. και την αναίρεση της ίδιας απόφασης καθόσον αφορά το μέρος της που απέρριψε την έφεση της ίδιας πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Κ. ως απαράδεκτης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθ. 7217Γ/6-3-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών, ..., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ. Πολ. Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου Κ. Ζ..

Ι. Με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α'51/12-3-2012) που άρχισε να ισχύει από 2-4-2012 ορίστηκε ότι στο άρθρο 495 του ΚΠολΔ προστίθεται τετάρτη παράγραφος με βάση την οποία εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200 Ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, σε περίπτωση δε που δεν κατατεθεί το παράβολο το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.

Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-3-2013), με την οποία ορίστηκε ότι στην παράγραφο 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ προστίθεται εδ. β με το ακόλουθο περιεχόμενο: Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσοτέρων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, με τη διάταξη δε του αρθ. 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου 4139/2013 ορίστηκε ότι οι διάταξη του άρθρου 93 καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αριθ. καταθ. 6193/2012 έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Κ. με την αιτιολογία ότι η εκκαλούσα αυτή κατά την άσκηση της έφεσης της στις 28-9-2012 δεν κατέθεσε χωριστό παράβολο, το δε παράβολο που κατατέθηκε αφορούσε μόνο τη δεύτερη εκκαλούσα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προαναφερθείσα διάταξη του αρθ. 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013 δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά την κατάθεση της έφεσης, εφόσον η ίδια διάταξη κατά την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του ιδίου νόμου 4139/2013 ίσχυε στις 4-4-2013 που συζητήθηκε η ένδικη υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, και καθιστούσε παραδεκτή την ίδια έφεση που ήταν εκκρεμής στις 20-3-2013, όταν δημοσιεύτηκε και άρχισε να ισχύει ο ν. 4139/2013.

Επομένως τα όσα ισχυρίζεται η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ. με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την έφεση της ίδιας αναιρεσείουσας που δεν έχει την ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Εξάλλου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης της προαναφερθείσας αναίρεσης δεν ερεύνησε ορθώς κατ' ουσίαν την ίδια έφεση, ούτε την ασκηθείσα αντέφεση με τις προτάσεις εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου Κ. Ζ. όσο αφορούσε αυτοτελώς την πρώτη αναιρεσείουσα της οποίας ήδη η έφεση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Για τους λόγους αυτούς οι ίδιοι δεύτεροι λόγοι της αναίρεσης κατά το άλλο μέρος της κρίνεται αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6194/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 16-3-2010 και ώρα 00.45 έως 00.55' περίπου ο Π. Κ. του Χ., ηλικίας 27 ετών. οδηγούσε την με αρ. κυκλ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του πατέρα του, ενάγοντος στην 1120/2011 αγωγή, και έβαινε στη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου στο Αιάντειο Σαλαμίνας στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από Αιάντειο προς την οδό Αγγέλου Σικελιανού, και όχι προς την Λεωφόρο Αιαντείου που δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα αυτή ήταν η Ά. Φ., ηλικίας 24 ετών. Και οι δύο δεν έφεραν το προβλεπόμενο κράνος στην κεφαλή τους. Ο παραπάνω οδηγός, όταν προσέγγιζε στη διασταύρωση της λεωφόρου αυτής με την Λεωφόρο Αιαντείου, έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, άνω των 70 χιλιομέτρων την ώρα, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, ενώ θα έπρεπε να έχει μειωμένη ταχύτητα και κάτω των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, αφού ήταν νύχτα, η οδός ήταν κατωφερής, είχε συνεπιβάτιδα στο όχημα του και δεν φορούσαν κράνος.

Όταν έφθασε στην παραπάνω διασταύρωση, αν και στην πορεία του υπήρχε σήμανση με πινακίδα STOP (4§3 Ρ-2 ΚΟΚ), δεν μείωσε παντελώς την ταχύτητα του και δεν τροχοπέδησε έγκαιρα ώστε να διακόψει εντελώς την πορεία του πριν εισέλθει στη διασταύρωση κατά τη σχετική νόμιμη υποχρέωση του, αλλά τροχοπέδησε απότομα και με δύναμη όταν αντελήφθη ότι από δεξιά του εισερχόταν στη διασταύρωση ένα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο με πορεία από τη Λεωφόρο Αιαντείου με κατεύθυνση προς Κανάκια.

Η μοτοσικλέτα κινούμενη πλέον με τροχοπέδηση και αποτυπώνοντας ίχνη τροχοπέδησης 5: μέτρων κατά την ευθεία πορεία της εισήλθε στη διασταύρωση και ανατράπηκε, ο οδηγός της και η συνεπιβάτης εκτινάχτηκαν και κατέπεσαν στο οδόστρωμα, κυλιόμενοι σ' αυτό, η μοτοσικλέτα σύρθηκε στο κατωφερές οδόστρωμα σε ευθεία γραμμή κατά την πορεία της, αποτυπώνοντας στο οδόστρωμα συνεχόμενες χαραγές και ανατραπείσα προσέκρουσε με τον εμπρόσθιο τροχό της στο κάτω μέρος της αριστερής πλευράς του με αριθμού κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Κ. Ζ. του Λ., το οποίο οδηγούσε ο ίδιος στη Λεωφόρο Αιαντείου με κατεύθυνση από το Κέντρο της Σαλαμίνας προς Κανάκια έχοντας εισέλθει στη διασταύρωση των οδών αυτών. Ειδικότερα η μοτοσικλέτα, έχοντας ανατραπεί, προσέκρουσε κατά πρώτον στον αριστερό εμπρόσθιο τροχό και στη συνέχεια σε όλη την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου σε χαμηλό ύψος στον αριστερό μασπιέ κάτω από την εμπρόσθια αριστερή πόρτα του οδηγού, στο σημείο που ενώνεται το τμήμα του αριστερού εμπρόσθιου φτερού με τον αριστερό μασπιέ μετά τον αριστερό τροχό, το κάτω μέρος της αριστερής εμπρόσθιας πόρτας, το κάτω μέρος, ο αριστερός πίσω τροχός, το κάτω μέρος του πίσω αριστερού φτερού και το αντίστοιχο μέρος του αριστερού πλάγιου τμήματος του πίσω προφυλακτήρα και το γωνιακό αριστερό τμήμα του πίσω προφυλακτήρα.

Η μοτοσικλέτα δεν προσέκρουσε σε κανονική πορεία στο αυτοκίνητο και χωρίς να έχει ανατραπεί προηγουμένως. Αν είχε προσκρούσει με τον τρόπο αυτό, τότε θα υπήρχαν υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά του σε ύψος μεγαλύτερο από αυτό στο οποίο έχει υποστεί ζημίες, ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας και η συνεπιβάτης θα είχαν εκτιναχθεί πάνω από το αυτοκίνητο που θα είχε πλέον ζημίες στον ουρανό αυτού και στα παράθυρα της αριστερής πλευράς.

Η μοτοσικλέτα μετά την πρόσκρουσή της στο επιβατηγό όχημα συνέχισε να σύρεται σε ευθεία γραμμή κατά την πορεία της αποτυπώνοντας και πάλι στο οδόστρωμα συνεχόμενες χαραγές, το συνολικό μήκος των οποίων ήταν 30 μέτρα (πριν την πρόσκρουση στο αυτοκίνητο και μετά την πρόσκρουση σ' αυτό) καλύπτοντας όλο το χώρο της διασταύρωσης κατά τη πορεία της μοτοσικλέτας, στη συνέχεια εξακολούθησε να σύρεται στο οδόστρωμα αποτυπώνοντας και πάλι στο οδόστρωμα χαραγές, διακεκομμένες όμως πλέον, το συνολικό μήκος των οποίων ήταν 50 μέτρα με έναρξη στο οδόστρωμα μετά τη διασταύρωση, και εν τέλει ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα στο τμήμα της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου μετά τη διασταύρωση κατά την αρχική πορεία της μοτοσικλέτας και μπροστά από το πρατήριο υγρών καυσίμων.

Από την πτώση του οδηγού της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα μετά την ανατροπή της, την κύλιση του σ' αυτό(βλ ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής στην οποία αναφέρονται σωματικές βλάβες, εκδορές μετωπιαίας χώρας και δεξιάς ζυγωματικής χώρας, εκδορές και εκχυμώσεις άνω και κάτω άκρων, εκτεταμένα θλαστικά τραύματα δεξιού μηρού στην έξω επιφάνεια και στην αριστερή κνήμη στην έσω επιφάνεια, γραμμοειδής εκδορά οπισθίου τμήματος κορμού) και του γεγονότος ότι δεν φορούσε κράνος κατά την οδήγηση προκλήθηκαν σ' αυτόν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (κατάγματα δεξιάς ινιακής χώρας, ατλαντοινιακής αρθρώσεως και μικρό ρωγμώδες κάταγμα δεξιού λιθοειδούς οστού) και κακώσεις θώρακος (αιμοθώρακας δεξιά, τραυματικές ρήξεις δεξιού πνεύμονος, κατάγματα δεξιάς κλείδας και 2ης και 3ης πλευρών δεξιά παρασπονδυλικά), συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του.

από την πτώση της συνεπιβάτιδος στο οδόστρωμα και του γεγονότος ότι δεν φορούσε κράνος προκλήθηκαν σ' αυτήν βαριές σωματικές Βλάβες. Στο χώρο του ατυχήματος, που συνέβη νύχτα (12.50' περίπου), η Λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου ως και η Λεωφόρος Αιαντείου είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 8,10 μέτρα (4,05 κάθε ρεύμα), χωρίς διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή, η Λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου, στην οποία κινούνταν η μοτοσικλέτα, είναι κατωφέρεια με αριστερή κλίση και η Λεωφόρος Αιαντείου στην οποία κινείτο το αυτοκίνητο είναι ανωφέρεια με δεξιά κλίση, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή, των πεζών ανύπαρκτη, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και ο καιρός ήταν αίθριος.

Στην πορεία του οδηγού της μοτοσικλέτας υπήρχε σήμα STOP, ομοίως και για τους κινούμενους στο αντίθετο ρεύμα της λεωφόρου αυτής, το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής, βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης πέντε μέτρων από την μοτοσικλέτα, στη συνέχεια συνεχόμενες χαραγές μήκους 30 μέτρων και στη συνέχεια διακεκομμένες χαραγές μήκους 50 μέτρων, τα ίχνη και οι χαραγές βρίσκονται σε όλο το μήκος τους στο ρεύμα στο οποίο έβαινε ο οδηγός της μοτοσικλέτας και κατά την πορεία που θα ακολουθούσε αν δεν είχε συμβεί το ατύχημα, βρέθηκε κηλίδα αίματος στη διασταύρωση και θραύσματα και πλαστικά εξαρτήματα από τη μοτοσικλέτα στο χώρο που έχουν αποτυπωθεί και οι διακεκομμένες χαραγές, μετά δηλαδή τη διασταύρωση κατά την πορεία που είχε η μοτοσικλέτα, η μοτοσικλέτα είχε υποστεί ζημίες στην αριστερή πλευρά και είχε θραύση πλαστικών, το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου είχε ζημίες στην εσοχή της λαμαρίνας στο κάτω τμήμα της εμπρόσθιας αριστερής πόρτας από το αριστερό εμπρόσθιο φτερό έως και την αριστερή πίσω πόρτα, κατά την άφιξη του οχήματος της Τροχαίας Σαλαμίνας οι παθόντες είχαν διακομιστεί με ασθενοφόρο, που είχε καλέσει ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, εκεί βρέθηκαν οι εξετασθέντες στη συνέχεια προανακριτικά ως μάρτυρες Α.

Β. και Η. Τ.. Η Λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου, στην οποία έβαινε ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν διασταυρώνεται με τη Λεωφόρο Αιαντείου, στην οποία έβαινε ο πρώτος εναγόμενος, σε ορθή γωνία, ώστε η πορεία της ανατραπείσης μοτοσικλέτας να είχε ανακοπεί παντελώς, όταν ανατραπείσα και συρομένη προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, αλλά σε γωνία 120ο γι' αυτό.

μετά την πρόσκρουση με τον παραπάνω τρόπο, η μοτοσικλέτα συνέχισε να σύρεται στο οδόστρωμα επί τόσα πολλά μέτρα. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο παραπάνω εναγόμενος οδηγός δεν έβαινε στην Λεωφόρο Αιαντείου με κατεύθυνση προς Κανάκια αλλά έβαινε στην Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου στην οποία έβαινε και ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, ότι εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και ότι τότε έγινε σύγκρουση των δύο οχημάτων πλευρικά είναι παντελώς αβάσιμος και δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Αν ο εναγόμενος οδηγός είχε τέτοια πορεία, τότε ο οδηγός της μοτοσικλέτας θα είχε κάνει ενστικτωδώς ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση και, αν είχε γίνει σύγκρουση των οχημάτων με τον τρόπο αυτό, τότε η μοτοσικλέτα θα είχε εκτραπεί προς τα δεξιά, θα είχε ανατραπεί προς τα δεξιά (και όχι προς τα αριστερά που είχε πράγματι ανατραπεί) και δεν θα είχε με την τροχοπέδηση ευθεία πορεία, ούτε μετά την ανατροπή της θα είχε ευθεία πορεία συρόμενη με συνεχόμενες χαραγές και συρόμενη με διακεκομμένες χαραγές στην πορεία που θα ακολουθούσε στην Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου μετά τη διασταύρωση, οι δε φθορές στο αυτοκίνητο θα είχαν άλλη μορφή και θέση από αυτές που έχει πράγματι κατά τα παραπάνω.

Επί πλέον η τροχοπέδηση που ενήργησε ο οδηγός της μοτοσικλέτας σε ευθεία κατά το νοητό άξονα της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου καταδεικνύουν τροχοπέδηση σε ευθεία λόγω της παραβάσεως του σήματος STOP στην πορεία του και όχι για την αποφυγή μετωπικής σύγκρουσης για την οποία ενδεικνυόταν και μικρός ακόμη ελιγμός προς τα δεξιά.

Επιπλέον λόγω της μεγάλης ανωφέρειας στη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου από την οδό Αγγέλου Σικελιανού προς Αιάντειο, αν ο εναγόμενος έβαινε στο αντίθετο αυτό ρεύμα σε σχέση με τη μοτοσικλέτα, δεν θα μπορούσε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και ο οδηγός της μοτοσικλέτας με μικρό ελιγμό θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση που ισχυρίζονται αβασίμως οι ενάγοντες (βλ φωτογραφία κατά την πορεία της μοτοσικλέτας που φαίνεται η ανωφέρεια και σε μικρή απόσταση η θάλασσα στο τέλος της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου).

Η τεχνική έκθεση του Π. Μ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και στην οποία υποστηρίζεται η εκδοχή του και ο παραπάνω ισχυρισμός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έβαινε στη Λεωφόρο Αιαντείου αλλά στην ίδια Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου με τη μοτοσικλέτα αλλά με αντίθετη κατεύθυνση και ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κατά 20 εκατοστά είναι παντελώς αναξιόπιστη γιατί παραβλέπει όλα τα παραπάνω κρίσιμα στοιχεία και το γεγονός ότι η Λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου, στην οποία έβαινε ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν διασταυρώνεται με τη Λεωφόρο Αιαντείου.

στην οποία έβαινε ο πρώτος εναγόμενος, σε ορθή γωνία, ώστε η πορεία της ανατραπείσης μοτοσικλέτας να ανακοπεί παντελώς, αλλά σε γωνία 120ο γι' αυτό με την πρόσκρουση η μοτοσικλέτα συνέχισε να σύρεται στο οδόστρωμα επί τόσα πολλά μέτρα, ομοίως και για τους ίδιους λόγους η κατάθεση του ως μάρτυρα αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου, επιβεβαιώνοντας την έκθεσή του, είναι αναξιόπιστη.

Κατά συνέπεια ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας έβαινε με υπερβολική ταχύτητα άνω των 70 χιλιομέτρων την ώρα, συναγομένου τούτου από το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα μετά τα πέντε μέτρα τροχοπέδησης ανατράπηκε και σύρθηκε σε ευθεία κατά την αρχική της πορεία με ίχνη συνεχόμενων χαραγών 30 μέτρων και ίχνη διακεκομμένων χαραγών 50 μέτρων, ο οδηγός της μοτοσικλέτας απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, εκτινάχτηκε, κατέπεσε στο οδόστρωμα και σύρθηκε κυλιόμενος στο οδόστρωμα, υποστάς σωματικές βλάβες σε όλο του το σώμα, ως και η συνεπιβάτης.

Αν ο οδηγός της μοτοσικλέτας έβαινε με ταχύτητα 30-40 χιλιόμετρα, την οποία ο παραπάνω πραγματογνώμων χαρακτηρίζει ως "ελάχιστη", ή έστω εντός του ανωτάτου ορίου ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, τότε αυτός θα είχε πλήρη έλεγχο στο όχημα του, θα είχε τροχοπεδήσει όχι απότομα και με ασφάλεια, δεν θα είχε ανατραπεί η μοτοσικλέτα του στα πέντε μέτρα τροχοπέδησης και δεν θα είχε αυτή συρθεί επί 80 μέτρα συνολικά, αποτυπώνοντας τις παραπάνω χαραγές, ούτε αυτός θα είχε εκτιναχθεί και συρθεί στο οδόστρωμα κυλιόμενος σε μεγάλη απόσταση και τουλάχιστον 15 μέτρα.

Ο πραγματογνωμόνων Ε. Μ. που αναγράφει στην έκθεση του ότι η ελάχιστη ταχύτητα της μοτοσικλέτας θα ήταν 30-40 χιλιόμετρα ανά ώρα δεν έχει λάβει και εκτιμήσει τα παραπάνω στοιχεία που προκύπτουν από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, την έκθεση αυτοψίας, πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Σαλαμίνας, ιατροδικαστική έκθεση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αντίθετα μάλιστα τα παραβλέπει και επιπλέον υπολαμβάνει εσφαλμένως ότι η μοτοσικλέτα ήταν σε κανονική πορεία (όρθια θέση) όταν προσέκρουσε στο αυτοκίνητο (ενώ ως ελέγχθη είχε ήδη ανατραπεί και συρόταν), γι' αυτό η σχετική περικοπή της εκθέσεως είναι αναιτιολόγητη, εσφαλμένη κατά τούτο και μη αξιόπιστη.

Ο οδηγός της μοτοσικλέτας σε πρόσφατο χρόνο πριν από το ατύχημα είχε κάνει χρήση ινδικής κάνναβης με ποσοτικό προσδιορισμό στα ούρα 88 mg/ml, σε εξέταση δε για ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα βρέθηκε να είναι υπό την επίδραση οινοπνεύματος (αιθανόλη) σε ποσοστό 0,2 g/lt αίματος, όπως προκύπτει από την 1341/2010 τοξικολογική εξέταση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικών Επιστημών Μονάδα Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Συνεπώς ο οδηγός αυτός κατά την οδήγηση στο χρόνο του ατυχήματος ήταν υπό την επίδραση τοξικών ουσιών (ναρκωτικών) και υπό την επίδραση οινοπνεύματος (42 §§1, 7 ΚΟΚ σε συνδυασμό με την 43500/5691/12-8-2002 Απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας-Μεταφορών και Επικοινωνιών-Δημοσίας Τάξης, όπως ίσχυε στο χρόνο του ατυχήματος, στην οποία στην §1, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, προβλέπεται ότι και οι οδηγοί μοτοσικλετών απαγορεύεται να οδηγούν όταν βρίσκονται υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό μεγαλύτερο από 0,20 γραμμάρια/ λίτρο αίματος μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας, προβλέπεται δε στην §3 της ΚΥΑ ποινή διοικητικού προστίμου στην περίπτωση συγκέντρωσης στο αίμα από 0,20 γρ/λίτρο αίματος μέχρι 0,80 γρ/λίτρο αίματος).

Η επίδραση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος καθόσον μείωσε την ικανότητα αντίληψης του οδηγού, την ικανότητα έγκαιρης αντίδρασης στα ερεθίσματα και την αίσθηση του κινδύνου. Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των συνεπειών αυτού και ειδικότερα του θανάτου του οδηγού της μοτοσικλέτας είναι ο οδηγός αυτής, ο οποίος οδηγούσε με αμέλεια, ήτοι με έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, καθόσον προσεγγίζοντας στη διασταύρωση της λεωφόρου στην οποία έβαινε με την Λεωφόρο Αιαντείου, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έβαινε με υπερβολική ταχύτητα άνω των 70 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ θα έπρεπε να έχει μειωμένη ταχύτητα και κάτω των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, αφού ήταν νύχτα, η οδός ήταν κατωφερής, είχε συνεπιβάτιδα στο όχημα του, είχε κάνει πρόσφατα χρήση ινδικής κάνναβης και αλκοόλ και τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών και οινοπνεύματος και δεν φορούσαν κράνος, περαιτέρω φθάνοντας πλέον στη διασταύρωση, όπου στην πορεία του είχε σήμα STOP (P-2 άρθρο 4 ΚΟΚ υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει), δεν μείωσε παντελώς την ταχύτητα του, δεν τροχοπέδησε έγκαιρα ώστε, πριν εισέλθει στη διασταύρωση, να διακόψει εντελώς την πορεία του και να ελέγξει από αριστερά του την κίνηση των οχήματων στη Λεωφόρο Αιαντείου που είχαν προτεραιότητα, κατά τη σχετική νόμιμη υποχρέωσή του, παραβίασε το σήμα STOP, δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του, ελέγχοντας την κίνηση των οχημάτων στη διασταύρωση που θα εισερχόταν και παραχωρώντας προτεραιότητα στον οδηγό του άλλου οχήματος, ο οποίος διερχόταν ήδη στη διασταύρωση.

Ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα καθόσον είχε προτεραιότητα, είχε εισέλθει στη διασταύρωση και κατά τη στιγμή της συγκρούσεως βρισκόταν στο κέντρο της διασταύρωσης, έβαινε με κανονική ταχύτητα, είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο του οχήματος του, δεν υπήρχε δε κανένα περιθώριο να προβεί σε κάποια ενέργεια για την αποφυγή του ατυχήματος από τη στιγμή που ο οδηγός της μοτοσικλέτας παραβίασε το σήμα STOP, αφού ο οδηγός αυτής βαίνοντας με υπερβολική ταχύτητα σε κατωφέρεια και τροχοπεδώντας απότομα σ' αυτή με ίχνη πέντε μέτρων, η μοτοσικλέτα του ανατράπηκε, οι αναβάτες της εκτινάχτηκαν και κατέπεσαν στο οδόστρωμα κτυπώντας στο κεφάλι τους, η μοτοσικλέτα σύρθηκε για 15 τουλάχιστον μέτρα και τότε πλέον προσέκρουσε στο αυτοκίνητο στο μέσο της διασταύρωσης.

Η ταχύτητα ειδικότερα με την οποία έβαινε ήταν εντός του ανωτάτου ορίου ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα αφού μάλιστα η Λεωφόρος στην οποία έβαινε ήταν ανωφερής. Η ταχύτητα αυτή δεν συνετέλεσε παντελώς στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού τη στιγμή που έγινε η σύγκρουση ο εναγόμενος βρισκόταν στο μέσο της διασταυρώσεως και λόγω της ταχύτητας με την οποία έβαινε ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν μπορούσε να την αντιληφθεί πριν φθάσει στο όριο της διασταυρώσεως.

Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Μ. αναφέρεται στη σελίδα 49 ότι η ελάχιστη ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο ήταν 60-70 χιλιόμετρα την ώρα και στη σελίδα 52 αναφέρεται ότι ο οδηγός του είχε αναπτύξει υπερβολικά μεγάλη και ανεξέλεγκτη ταχύτητα. Το συμπέρασμα αυτό του πραγματογνώμονα είναι αυθαίρετο και παντελώς αστήρικτο, δεν βασίζεται σε κανένα στοιχείο της αυτοψίας που διενήργησε, σε κανένα στοιχείο της έκθεσης αυτοψίας των αρμοδίων αστυνομικών του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας και του σχετικού συμπληρωματικού προχείρου σχεδιαγράμματος καθόσον ειδικότερα οι πολύ μικρές ζημίες στο επιβατηγό όχημα από την πρόσκρουση της ανατραπείσας και συρομένης στο οδόστρωμα μοτοσικλέτας, η παντελής έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης από το αυτοκίνητο, η μη εκτροπή αυτού, η ακινητοποίηση αυτού στη συνέχεια στο άκρο δεξιό της οδού δεν υποδηλώνουν μεγάλη ταχύτητα αυτού, αλλά αντίθετα καταδεικνύουν κανονική ταχύτητα του αυτοκινήτου και πλήρη έλεγχο αυτού από τον οδηγό του.

Αν ο εναγόμενος οδηγός έβαινε με υπερβολική ταχύτητα 60-70 χιλιόμετρα ανά ώρα τότε θα είχε τροχοπεδήσει ενστικτωδώς αμέσως μετά τη σύγκρουση και θα υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα κατά την πορεία του και δεν θα είχε ακινητοποιήσει το όχημα του κανονικά στο άκρο δεξιό της Λεωφόρου Αιαντείου μετά τη διασταύρωση και στην πορεία προς Κανάκια.

Ο εναγόμενος οδηγός βρέθηκε να είναι υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,04 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος. Η κατάσταση αυτή του εναγόμενου δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος και το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, καθόσον η σύγκρουση της ανατραπείσης μοτοσικλέτας με το αυτοκίνητο έγινε στο μέσο της διασταυρώσεως, ο οδηγός της μοτοσικλέτας βαίνοντας με υπερβολική ταχύτητα παραβίασε το σήμα STOP, τροχοπέδησε απότομα με ίχνη πέντε μέτρων και η μοτοσικλέτα του ανατράπηκε λόγω της απότομης τροχοπέδησης και πριν ακόμη συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο, ο οδηγός και η συνεπιβάτης εκτινάχθηκαν και κατέπεσαν στο οδόστρωμα κτυπώντας το κεφάλι τους, η μοτοσικλέτα σύρθηκε σε απόσταση τουλάχιστον 15 μέτρα μέχρι να συγκρουσθεί, ανατραπείσα και συρόμενη, με το αυτοκίνητο.

Περαιτέρω ο εναγόμενος οδηγός, ηλικίας 44 ετών στο χρόνο του ατυχήματος, δεν είχε επηρεαστεί στη συμπεριφορά του ως οδηγού από το οινόπνευμα που βρέθηκε στο αίμα του καθόσον έβαινε κανονικά στην πορεία του χωρίς υπερβολική ταχύτητα, σε ευθεία πορεία, χωρίς ελιγμούς, αμέσως μετά το ατύχημα ακινητοποίησε το όχημα του στο άκρο δεξιό της οδού, είδε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας και η συνεπιβάτις ήταν τραυματισμένοι σοβαρά, σταμάτησε δύο άλλους οδηγούς για την παροχή βοήθειας;

κάλεσε αμέσως την Άμεση Δράση και το ΕΚΑΒ, αποχώρησε από τον τόπο του ατυχήματος μεταβαίνοντας στην οικία του σε κοντινή απόσταση (στην οδό Μικράς Ασίας αρ 12 στο Αιάντειο) και επανήλθε σε σύντομο χρόνο με συγγενικά του πρόσωπα δίδοντας σχετικές πληροφορίες στους αστυνομικούς που ήδη ενεργούσαν αυτοψία.

Αν ο εναγόμενος είχε επηρεαστεί από το αλκοόλ στην συμπεριφορά του ως οδηγός τότε αυτό θα προέκυπτε από τον τρόπο της οδηγήσεως και την συμπεριφορά του αμέσως μετά το ατύχημα, ειδικότερα μετά τη σύγκρουση της συρομένης και ανατραπείσης μοτοσικλέτας στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου ο εναγόμενος οδηγός θα είχε απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του και θα είχε ανεξέλεγκτη πλέον πορεία, σε βαθμό μάλιστα που ο οδηγός θα τροχοπεδούσε αιφνίδια για να επανακτήσει τον έλεγχο και θα είχαν αποτυπωθεί σε διάφορα σημεία της διασταύρωσης και στη συνέχεια ίχνη τροχοπέδησης, δεν θα είχε ακινητοποιήσει το όχημα στο άκρο δεξιό της οδού και κυρίως δεν θα είχε την ικανότητα να καλέσει αμέσως την Άμεση Δράση και το ΕΚΑΒ και να σταματήσει άλλους οδηγούς για την παροχή βοήθειας, ειδικά μάλιστα ι η κλήση του ΕΚΑΒ και της Άμεσης Δράσης καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος ήταν ψύχραιμος, με έλεγχο του εαυτού του, με επίγνωση της καταστάσεως, σε διαφορετική δε περίπτωση ο εναγόμενος δεν θα καλούσε τις παραπάνω Υπηρεσίες".

Κατόπιν των προαναφερομένων η αγωγή των Μ. Κ. και Α. Κ. και η αγωγή του Χ. Κ. είναι αβάσιμες κατ' ουσία και έπρεπε να απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός είναι συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 30% και ο οδηγός της μοτοσικλέτας σε ποσοστό 70% και δέχτηκε τις αγωγές ως βάσιμες κατ' ουσία εν μέρει, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της αντέφεσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου όσο αφορούσαν την δεύτερη αναιρεσείουσα Α. Κ. ως εφεσίβλητη αντεφεσίβλητη και μετά να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, αφού τελικά έκρινε τον θανατωθέντα συγγενή των δύο αναιρεσειουσών αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ και 42 παρ. 1, 7 ΚΟΚ σε συνδυασμό με την 4350/5691/12-8-2002 ΚΥΑ των Υπουργών Υγείας, Μεταφορών και Δημόσιας Τάξης καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν απολύτως την εφαρμογή και την υπαγωγή τους στο πραγματικό των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού και της κατ' αιτιώδη συνάφεια σύνδεσης της ίδιας υπαιτιότητας με το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου συσχετίστηκε και με τη συγκέντρωση στο αίμα του θανόντος ποσοστού οινοπνεύματος 0,20 gr/lt αίματος.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η δεύτερη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του Α.

Κ. , 42 παρ. 1, 7 ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η δεύτερη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο κατά το άλλο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος συνετέλεσε αιτιωδώς οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της δεύτερης αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τη δεύτερη αναιρεσείουσα σε αντίθεση:

με το ότι α)δεν δικαιολογείται το πώς ενώ το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου εναγομένου οδηγού φέρει βλάβες χαμηλά σε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του παρά ταύτα η μοτοσικλέτα εμφανίζεται να συνεχίζει την ίδια ευθύγραμμη πορεία της, χωρίς να παρουσιάζει καμία παρέκκλιση από την αρχική πορεία της και β)η μοτοσικλέτα δεν είχε ανατραπεί συνεπεία τροχοπέδησης πριν να έρθει σε επαφή με το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου, το οποίο εκινείτο από την αντίθετη κατεύθυνση της Βασιλέως Κωνσταντίνου και όχι από τη λεωφόρο Αιαντείου είναι απαράδεκτο, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά ουσιαστικές παραδοχές της κατά τις οποίες:

α)η μοτοσικλέτα ανετράπη πριν να έρθει σε επαφή με το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, β)το αυτοκίνητο εκινείτο επί της οδού Αιαντείου και όχι στην αντίθετη κατεύθυνση της Βασιλέως Κων/νου και γ)η μοτοσικλέτα μετά με τις πιο πάνω συνθήκες ανατροπή της συρόμενη συνέχισε ευθύγραμμη πορεία, προσέκρουσε υπό γωνία 120ο στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου και συνέχισε πεσμένη την ίδια πορεία της για άλλα 30 μέτρα, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της δεύτερης αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτης, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση (αρθρ 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας και για τις προτάσεις που κατέθεσε.

Επίσης πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά την δεύτερη αναιρεσείουσα. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών (Κ.Πολ.Δ. 183, 851 εδ. 1) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6194/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτης.

Παραπέμπει την υπόθεση καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου (2836899, 1330004, παράβολα Δημοσίου Σειρά Α' και 057520-057522 σειρά Α' παράβολα ΤΑΧΔΙΚ) που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα Α. Κ..

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσείουσα Α. Κ. στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30-5-2014 Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12-6-2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ