Legislator Case Law & Legislation
1310/2012 AI generated

1310/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1310/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3329/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1310/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ως άνω συμφωνία (εργολαβία δίκης) δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση εγγράφου τύπου, αλλά μπορεί να καταρτισθεί ατύπως (εκτός εάν αφορά εργατική διαφορά, ή διαφορά από ζημιές αυτοκινήτων), αποδεικνύεται δε κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Εισαγ. Νόμου του ΚΠολΔ από της εισαγωγής του ΚΠολΔ καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 95 § 2 εδ.

Keywords

AI generated
occupational pension rights unemployment insurance benefit unemployment benefits overpayment waiver of wage claims reduction of salary equitable compensation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1310/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. χήρας Σ. Π., το γένος Ι. Ν., 2) Ά. Π. του Σ., 3) Δ.-Φ. Π. του Σ., 4) Δ. Π. του Σ., 5) Σ. Π. του Σ., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης μητρός της Ε. συζύγου Σ. Π., κατοίκων ..., 6) Η. Π. του Σ., για τον εαυτό του ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης μητρός του Ε. συζύγου Σ. Π., κατοίκου ..., 7) Ι. Ν. του Ν., 8) Δ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χατζηεμμανουήλ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3329/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 27/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου, που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος της αμοιβής του τελευταίου από την έκβαση της δίκης ή το αποτέλεσμα της εργασίας, είναι επιτρεπτή, η αμοιβή δε αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης και είναι απαιτητή από τότε που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με τις ενέργειες του δικηγόρου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση ανακλήσεως της εντολής προς το δικηγόρο, προϋπόθεση για την καταβολή της αμοιβής αυτού με βάση τη σχετική συμφωνία είναι το "αδικαιολόγητο" της ανακλήσεως της εντολής. Η κρίση περί αυτού του δικαστηρίου της ουσίας είναι νομική, διότι σχηματίζεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανέλεγκτα έγιναν δεκτά απ' αυτό, με βάση α) γενικότερα κριτήρια αξίας, που αντλούνται από τις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις πολιτισμού και β) τους κανόνες της κοινής πείρας και συνεπώς, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο και να αφαιρέσει απ' αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 Α.Κ., με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.

Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο. Η περί εργολαβίας της δίκης ως άνω συμφωνία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει μέχρι περατώσεως τελεσιδίκως της δίκης, εκτός εάν καταργηθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να γίνει ατύπως και σιωπηρώς, αρκεί να προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας δίκης και τον καθορισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου για κάθε δικαστική ή δικηγορική ενέργειά του, είτε με βάση τη νέα συμφωνία, είτε με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής.

Μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής δίκης, που αφορά η δικηγορική αυτή εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσης με τη σύμβαση αυτή αμοιβής, δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, εκτός αν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ότι με την καταβολή αυτή τα μέρη θέλησαν να παύσει η αρχική αυτή σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειές του σχετικά με την χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.

Τούτο δε διότι, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή, ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί, αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της δίκης.

Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται ν' αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει προεισπράξει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ιδίου Κώδικα, αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης.

Επομένως, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αναβλητικής αιρέσεως αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1α, 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 Α.Κ., συνάγεται ότι α) μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα και β) επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας.

Επίσης το αντικείμενο της δίκης, για τον υπολογισμό της αμοιβής μέχρι του ποσοστού 20%, προσδιορίζεται στο διατακτικό της τελεσίδικης απόφασης, με την οποία δικαιώνεται ο εντολέας (άρθρο 209 εδ. β' ΑΚ). Χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου.

Η ως άνω συμφωνία (εργολαβία δίκης) δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση εγγράφου τύπου, αλλά μπορεί να καταρτισθεί ατύπως (εκτός εάν αφορά εργατική διαφορά, ή διαφορά από ζημιές αυτοκινήτων), αποδεικνύεται δε κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Εισαγ. Νόμου του ΚΠολΔ από της εισαγωγής του ΚΠολΔ καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 95 § 2 εδ.

α' του Κώδικα Δικηγόρων, με την οποία γινόταν περιοριστική απαρίθμηση των μέσων αποδείξεως για τη δίκη περί δικηγορικής αμοιβής, σε έγγραφα, όρκο και ομολογία και συνεπώς επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως σύμφωνα με τα άρθρα 677 § 1 και 681 του ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 § 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 100/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου υπάρχει, όταν ο δικαστής α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι προς τούτο πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στο αιτιολογικό αυτής, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι εν ενεργεία δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια του λειτουργήματος του, στις 2-10-1995, στη Θεσσαλονίκη, συνήψε με τους εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητους) όπως οι δεύτερος μέχρι και την όγδοη εκπροσωπήθηκαν από την πρώτη εξ αυτών, σύμβαση εργολαβίας δίκης, με την οποία έλαβε την εντολή να διεξαγάγει δίκη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." μέχρι τελεσιδικίας και να επιτύχει τη δικαστική αναγνώριση και τη διεκδίκηση αποζημίωσης για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιπλέον δε για τους τρεις πρώτους εξ αυτών και αποστέρησης διατροφής, που υπέστησαν συνεπεία του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος του Σ.

Π., συζύγου της πρώτης, πατρός του δεύτερου και της τρίτης, υιού της τέταρτης, ανιψιού της πέμπτης και του έκτου και γαμβρού του έβδομου και της όγδοης εξ αυτών, που συνέβη στις 14-9-1992 στις εγκαταστάσεις της ανώνυμης εταιρίας ΕΚΟ ΑΕ του υποσταθμού της στον Άγρα Πτολεμαΐδας. Κατά το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, ως αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε ποσοστό 20% επί του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) ποσού (κεφαλαίου και τόκων), την αμοιβή δε αυτή θα ελάμβανε ο εντολοδόχος και σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Ο παραπάνω όρος για την αμοιβή του ενάγοντος, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχούς εκτέλεσης της εντολής που του είχε ανατεθεί, δηλαδή της επιδίκασης τελεσιδίκως αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης και λόγω στέρησης διατροφής για την παραπάνω αιτία, σε κάθε εναγόμενο, σε περίπτωση δε μη επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης συμφωνήθηκε ότι δεν θα δικαιούταν αμοιβή.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι όλα τα έξοδα της δίκης θα αναλάμβανε ο ενάγων, με την επιπρόσθετη όμως συμφωνία ότι δεν θα προέβαινε στην καταβολή των αναλογούντων στο αντικείμενό της τελών δικαστικού ενσήμου και το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής που θα ασκούσε για λογαριασμό τους, θα το μετέτρεπαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο σε αναγνωριστικό.

Επειδή δε ο ενάγων ανέλαβε τα έξοδα της δίκης, συμφωνήθηκε να λάβει και τα τυχόν επιδικασθησόμενα στους εναγομένους δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ... . Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, σε εκτέλεση της εντολής των εναγομένων, άσκησε για λογαριασμό τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ.

εκθ. κατ. 43584 /7-11-1995 αγωγή τους κατά της ανωνύμου εταιρίας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας ΕΚΟ ΑΒΕΕ και του Δ. Κ., μηχανικού διευθυντή συντήρησης της ΕΚΟ ΑΒΕΕ. Με την αγωγή αυτή ζήτησε να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: α) στη πρώτη εναγομένη το ποσό των 15.000.000 δραχμών β) στο δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, γ) στην τρίτη εναγομένη το ποσό των 10.000.000 δραχμών, δ) στην τέταρτη εναγομένη το ποσό των 10.000.000 δραχμών, ε) στην ήδη θανούσα μετά την άσκηση της αγωγής η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την πέμπτη και τον έκτο των εναγομένων, Ε.

Π. το ποσό των 5.000.000 δραχμών, στ) στην πέμπτη εναγομένη το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ζ) στον έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.000.000 δραχμών, η) στον έβδομο εναγόμενο το ποσό του 1.000.000 δραχμών και θ) στην όγδοη εναγόμενη το ποσό των 1.000.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ακόμη, ζήτησε επί πλέον να επιδικαστούν για στέρηση διατροφής και περιουσιακή ζημία:

α) στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 79.455.000 δραχμών, β) στο δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 23.400.000 δραχμών και γ) στην τρίτη εναγομένη το ποσό των 32.400.000 δραχμών, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επί μέρους μηνιαίου ποσού μέχρι την εξόφληση. ... Η αγωγή αυτή εκδικάστηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία, στις 24-3-1999, δικάσιμο κατά την οποία, τελικά μετά από αίτηση της πρώτης εναγομένης, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εναγομένων, περιορίστηκε μερικά και όχι ολικά όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί το καταψηφιστικό αίτημά της.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 26037/1999 προδικαστική απόφαση, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, κατά την ολοκλήρωση δε αυτών που επήλθε με την επιμέλεια και τη νομική εργασία του ενάγοντος, επαναφέρθηκε με κλήση και εκδόθηκε στις 26-1-2006, η 2498/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι αντίδικοι των εναγομένων, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην πρώτη εξ αυτών Ν.

χήρα Σ. Π., το ποσό των 87.013,94 ευρώ, στο δεύτερο εναγόμενο, Ά. Π., το ποσό 49.009,54 ευρώ, στην τρίτη εναγόμενη Δ. - Φ. Π. του Σ., το ποσό των 57.520,18 ευρώ, στην τέταρτη εναγομένη Δ. Π. του Σ., το ποσό των 29.347,03 ευρώ, στον καθένα από τους πέμπτη και έκτο των εναγομένων, Σ. και Η. Π. του Σ., το ποσό των 7.336,75 ευρώ, και στον καθένα από τους όγδοο και ένατη των εναγομένων Ι.

και Δ. Ν., το ποσό των 2.934,70 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κηρύχτηκε δε η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη για το ήμισυ των επιδικασθέντων ποσών. Επίσης, αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι εκείνης της αγωγής, υποχρεούνται επιπλέον να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 440,21 ευρώ το μήνα για το διάστημα από 14-9-2000 έως 13-9-2025, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση, στην τρίτη εναγομένη το ποσό των 18.635,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και σε κάθε μία από την πέμπτη και έκτη των εναγομένων το ποσό των 5.869,41 ευρώ με το νόμιμο από την επίδοση της αγωγής.

Τέλος, καταδικάστηκαν οι αντίδικοι των εναγομένων σε μέρος των δικαστικών τους εξόδων ύψους 10.000,00 ευρώ. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, συνέχισε το Εφετείο, η αρχική συμφωνία των διαδίκων ήταν να μετατραπεί κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής το καταψηφιστικό αίτημά της σε αναγνωριστικό, ώστε να μην υποχρεωθεί ο ενάγων να καταβάλει το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου.

Πριν τη συζήτησή της όμως οι εναγόμενοι, εκπροσωπούμενοι από την πρώτη εξ αυτών, η οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση να επικοινωνεί με τον ενάγοντα και να συζητεί τα προβλήματα της υπόθεσης και την αντιμετώπιση τους και για λογαριασμό των ομοδίκων της ζήτησαν από αυτόν να επιμεληθεί να μετατραπεί κατά ένα μέρος μόνο το αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, προκειμένου να είναι δυνατή η άμεση είσπραξη μέρους του επιδικασθησομένου ποσού, κατά το οποίο η απόφαση που επρόκειτο να εκδοθεί κηρύσσονταν προσωρινά εκτελεστή.

Μάλιστα, πρότειναν να καταβάλουν αυτοί το αντίστοιχο τέλος δικαστικού ενσήμου με τη συμφωνία ότι το ποσό αυτό θα εξέπιπτε από τα δικαστικά έξοδα που τυχόν θα επιδικαζόταν με την τελεσίδικη επί της υπόθεσης απόφαση. Στην περίπτωση όμως μη ευδοκίμησης της υπόθεσης, το ποσό αυτό θα βάρυνε τον ενάγοντα, ο οποίος θα υποχρεούτο στην απόδοση του.

Ο ενάγων αποδέχτηκε την πρόταση των εναγομένων και με δήλωση του κατά τη συζήτηση της αγωγής μετέτρεψε το καταψηφιστικό της αντικείμενο σε εν μέρει αναγνωριστικό, ενώ οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου του καταψηφιστικού αντικειμένου της αγωγής, όπως αυτό είχε περιοριστεί, ύψους 563.350 δρχ.

ή 1.653,26 ευρώ. Μόνη, όμως, η καταβολή από τους εναγόμενους του παραπάνω χρηματικού ποσού για την εξόφληση του τέλους δικαστικού ενσήμου με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις, δεν επέφερε κατάργηση της επίδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης, καθότι δεν αφορούσε αμοιβή του ενάγοντος αλλά έξοδα της δίκης, που καταβλήθηκαν υπό την αίρεση ότι εάν η υπόθεση είχε ευνοϊκή κατάληξη, θα αποδίδονταν σ' αυτούς μετά την αφαίρεσή τους από το ποσό της δικαστικής δαπάνης, που θα επιδικαζόταν, εάν δε η αγωγή απορρίπτονταν θα αποδίδονταν από τον εντολοδόχο -ενάγοντα στους εντολείς - εναγομένους.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι την ημέρα δημοσίευσης της παραπάνω οριστικής απόφασης, ήτοι στις 26-1-2006, και αφού ο ενάγων έλαβε γνώση αυτής, κάλεσε την πρώτη και το δεύτερο των εναγομένων στο δικηγορικό του γραφείο και τους ενημέρωσε για την έκβαση της δίκης. Στη συνέχεια, οι αντίδικοι των εναγομένων άσκησαν κατά της ανωτέρω απόφασης έφεση, η οποία δεν έχει ακόμη εκδικασθεί.

Προηγουμένως όμως, η πληρεξούσια δικηγόρος τους ενημέρωσε τον ενάγοντα να μην προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής ως προς το προσωρινά εκτελεστό τμήμα της, γιατί οι εντολείς της θα κατέβαλαν σε κάθε εναγόμενο το ποσό κατά το οποίο κηρύχτηκε προσωρινά εκτελεστή. Ακολούθως, η πληρεξούσια δικηγόρος των αντιδίκων των εναγομένων έκανε γνωστό στον ενάγοντα ότι οι εντολείς της, σύμφωνα με το νόμο, εξέδωσαν στο όνομα κάθε εναγομένου δίγραμμη επιταγή με τα ποσά που επιδικάστηκαν προσωρινά.

Για το γεγονός αυτό ο ενάγων ειδοποίησε την πρώτη των εναγομένων να εξοπλιστεί με έγγραφες εξουσιοδοτήσεις από τους ομοδίκους της, προκειμένου να τη συνοδεύσει στο δικηγορικό γραφείο της πληρεξούσιας δικηγόρου των αντιδίκων τους και να παραλάβουν τις ως άνω επιταγές. Αντ' αυτού όμως η πρώτη και ο δεύτερος των εναγομένων, εφοδιασμένοι με τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις των ομοδίκων τους, ενεργώντας εν αγνοία του ενάγοντος, μετέβησαν στις 28-3-2006 στο γραφείο της ως άνω δικηγόρου και επιδεικνύοντας τις εξουσιοδοτήσεις και των λοιπών ομοδίκων τους, παρέλαβαν τις προαναφερθείσες δίγραμμες επιταγές, με τις από 28-3-2006 αποδείξεις πληρωμής ποσού 226.248,00 ευρώ η πρώτη και 57,031,57 ευρώ η δεύτερη.

Με τις επιταγές αυτές καταβλήθηκαν στους εναγομένους τα ποσά για τα οποία κρίθηκε προσωρινά εκτελεστή η ως άνω απόφαση με τους νόμιμους τόκους, γεγονός που δεν αρνούνται οι τελευταίοι. Μάλιστα, η ως άνω δικηγόρος των αντιδίκων τους, στα πλαίσια της δικηγορικής δεοντολογίας και συναδελφικότητας, πριν παραδώσει τις δίγραμμες επιταγές στην πρώτη και το δεύτερο των εναγομένων, ενημέρωσε τηλεφωνικά τον ενάγοντα για την καταβολή των ανωτέρω ποσών στους εντολείς του.

Μετά τη λήψη των επιταγών αυτών οι εναγόμενοι διέκοψαν τις επαφές τους με τον ενάγοντα. Όταν δε ο τελευταίος τους ζήτησε το λόγο για τον οποίο ενήργησαν χωρίς αυτόν, αφού δικαιούται το 20% των ποσών που εισέπραξαν, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν τη σύναψη σύμβασης εργολαβίας δίκης και την υποχρέωση τους να του καταβάλουν κατά το χρόνο της τελεσιδικίας ποσοστό 20% επί του επιδικασθησομένου ποσού.

Για το λόγο αυτό ο ενάγων τους επέδωσε την από 28-4-2006 εξώδικη δήλωση του, με την οποία αφού τους υπενθυμίζει τη σύναψη σύμβασης εργολαβίας δίκης, τους όρους αυτής και τις ενέργειες που προέβη σε εκτέλεσή της, διαμαρτύρεται για τη συμπεριφορά τους και τους καλεί να του καταβάλουν εντός τριών (3) ημερών από την επίδοσή της, ποσοστό 20% των ποσών που ήδη εισέπραξαν.

Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, οι εναγόμενοι του επέδωσαν στις 25-5-2006 την από 15-5-2006 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία αρνήθηκαν ότι συνήψαν σύμβαση εργολαβίας δίκης, ισχυρίσθηκαν ότι του κατέβαλαν κατ' αποκοπή το ποσό που τους ζητούσε κάθε φορά ως αμοιβή του προκειμένου να προβεί σε συγκεκριμένη δικαστική ενέργεια, αμοιβή που ήταν πολύ υψηλή, τόσο για το ποινικό όσο και για το αστικό μέρος της υπόθεσης, ότι κατέβαλαν την αμοιβή του τεχνικού τους συμβούλου Χ.

Γ., ότι δεν έλαβαν αποδείξεις πληρωμής λόγω των φιλικών δεσμών που διατηρούσε η πρώτη των εναγομένων με τον ενάγοντα και τον ως άνω τεχνικό σύμβουλο, και ότι ο ενάγων καρπώθηκε χωρίς να δικαιούται τα δικαστικά έξοδα που επιδικάστηκαν για τα οποία επιφυλάσσονται, και τέλος του δήλωσαν ότι ανακαλούν την εντολή τους, και τον κάλεσαν να τους αποδώσει το φάκελο της υπόθεσης εντός τριών ημερών από τη λήψη της δήλωσής τους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων εδικαιούτο αμοιβής κατά τα συμφωνηθέντα, με την πλήρωση του όρου της ευδοκίμησης τελεσιδίκως της υπόθεσης και όχι με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης επ' αυτής, όπως ζήτησε να του καταβάλουν οι εναγόμενοι με την ως άνω εξώδικη δήλωση του. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας εξώδικης δήλωσης - απάντησης των εναγομένων, οι τελευταίοι ανακάλεσαν την εντολή τους προς τον ενάγοντα επειδή ισχυρίστηκε ότι μεταξύ τους συνήφθη σύμβαση εργολαβίας δίκης, όπως πράγματι συνέβη, και όχι επειδή τους ζήτησε πρόωρα να του καταβάλουν μέρος της αμοιβής του.

Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι ανακάλεσαν την εντολή τους προς τον ενάγοντα διότι, όπως ισχυρίζονται, οι ενέργειες του ως δικηγόρου δεν ήταν πάντοτε οι ενδεδειγμένες εις τρόπον ώστε να καθυστερήσει η έκδοση της οριστικής απόφασης δεκατέσσερα (14) έτη, ισχυρισμό που όψιμα προβάλλουν στη δίκη αυτή.

Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι ανακάλεσαν την εντολή τους με μόνο σκοπό να αποφύγουν την συμβατική υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα δυνάμει σύμβασης εργολαβίας δίκης αμοιβή του. Επομένως, η εκ μέρους των εναγόντων ανάκληση της προς τον ενάγοντα εντολής τους, μετά την έκδοση της ευνοϊκής για την υπόθεση τους πρωτόδικης απόφασης και την λόγω των δικαστικών ενεργειών του βεβαιότητα της ευδοκίμησής της τελεσιδίκως, που έγινε με σκοπό να αποφύγουν την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής του, είναι αδικαιολόγητη ... .

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι εάν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής των εναγομένων, ο ενάγων θα διεξήγαγε επιτυχώς τη δίκη, με βέβαιη κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τους εντολείς του τελεσίδικης απόφασης, πλην της πέμπτης και του έκτου εξ αυτών, θείας και θείου του θανόντος, για τους οποίους η αγωγή, με την οποία ζητούν να τους επιδικαστεί αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ανηψιού τους, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα το βέβαιο της ευνοϊκής κατάληξης της υπόθεσης, όπως αυτή προσδιορίστηκε, αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι εναγόμενοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η 2498/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υπό την καθοδήγηση του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων η υπ' αρ. 8420/1993 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Διπλωματούχου Μηχανολόγου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, Δικαστικού Πραγματογνώμονα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ.

Γ., που αναφέρεται στις συνθήκες του ατυχήματος, οι οποίες προκάλεσαν το θάνατο του οικείου των εναγομένων Σ. Π. και η 108/2000 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος με την αγωγή εκείνη Δ. Κ., προστηθείς μηχανικός διευθυντής της πρώτης εναγομένης εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε., κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του οικείου των εναγομένων Σ.

Π. και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, σε συνδυασμό με τον επιτυχή χειρισμό της υπόθεσης από το νομικό παραστάτη της και το περιεχόμενο της ως άνω πρωτόδικης απόφασης.

Συνεπώς, λόγω του αδικαιολογήτου της ανάκλησης της εντολής των εναγομένων και του βέβαιου της ευνοϊκής κατάληξης της υπόθεσης τελεσιδίκως, ο ενάγων δικαιούται της συμφωνημένης αμοιβής του. Όπως δε προαναφέρθηκε χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως της αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής του ενάγοντος, η αμοιβή του κατέστη απαιτητή υπό την εκδοχή ότι εάν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής θα διεξήγαγε επιτυχώς τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, από το χρόνο που έλαβε χώρα η ανάκληση. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι επειδή δεν εκδόθηκε ακόμη απόφαση επί της εφέσεως που άσκησαν οι αντίδικοι των εναγομένων κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το παρόν δικαστήριο, που δεν μπορεί να αναβάλλει την έκδοση της απόφασης μέχρι της τελεσιδικίας της ως άνω υπόθεσης ενόψει του ότι η αμοιβή του ενάγοντος κατέστη ήδη απαιτητή από το χρόνο ανάκλησης της εντολής του, είναι υποχρεωμένο να κρίνει το βέβαιο του ύψους των επιδικασθέντων στους εναγομένους πρωτοδίκως ποσών, με βάσει τα στοιχεία που αναφέρονται στην ως άνω απόφαση σε συνδυασμό με την προσβολή της με έφεση των αντιδίκων των εναγομένων.

Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 2498/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων, και ειδικότερα, καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των εναγομένων: 1) τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, 2) το βαθμό της αμέλειας των αντιδίκων των εναγομένων, 3) την ηλικία του θανόντος, ο οποίος ήταν πενήντα (50) ετών όταν έλαβε χώρα το ατύχημα, 4) το βαθμό συγγενείας εκάστου των εναγομένων με αυτόν, 5) το δεσμό και τις προσωπικές σχέσεις που τους συνέδεαν με το θανόντα, 6) το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς και 7) την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των εναγομένων και των αντιδίκων τους, το δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι το ποσό που θα επιδικασθεί με βεβαιότητα τελεσιδίκως, ως εύλογη αποζημίωση για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του Σ.

Π., ανέρχεται: α) για την πρώτη εναγομένη Ν. χήρα Σ. Π., σύζυγο του θανόντος, στο ποσό των 30.000,00 ευρώ, β) για το δεύτερο εναγόμενο Ά. Π. του Σ. υιό του θανόντος, στο ποσό των 25.000,00 ευρώ, γ) για την τρίτη εναγομένη Δ. - Φ. θυγατέρα Σ. Π., θυγατέρα του θανόντος, στο ποσό των 25.000,00 ευρώ, δ) για την τέταρτη εναγομένη Δ. Π. του Σ., μητέρα του θανόντος, στο ποσό των 25.000,00 ευρώ, ε) για την πέμπτη εναγομένη Σ.

Π. του Σ., ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμου της μετά την άσκηση εκείνης της αγωγής αποβιωσάσης ενάγουσας Ε. Π., γιαγιάς του θανόντος, στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, στ) για τον έκτο εναγόμενο Η. Π. του Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μετά την άσκηση εκείνης της αγωγής αποβιωσάσης ενάγουσας Ε. Π., γιαγιάς του θανόντος, στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, ζ) για τον έβδομο των εναγομένων Ι.

Ν. του Ν., πενθερό του θανόντος, στο ποσό των 2.000,00 ευρώ και ζ) για την όγδοη των εναγομένων Δ. σύζυγο Ι. Ν., πενθερά του θανόντος, στο ποσό των 2.000,00 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ακόμη, μετά βεβαιότητας θα επιδικασθεί τελεσιδίκως στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 748,35 ευρώ που δαπάνησε για έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Τέλος, μετά βεβαιότητας θα επιδικασθεί τελεσιδίκως ως αποζημίωση εφάπαξ για στέρηση διατροφής: α) στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 300,00 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 14-9-1992 μέχρι 13-9-2000 και συνολικά το ποσό των (300,00 ευρώ επί 96 μήνες) 28.800,00 ευρώ, β) στο δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 250,00 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 14-9-1992 μέχρι 19-4-1998 και συνολικά το ποσό των (250,00 ευρώ επί 67 μήνες) 16.750,00 ευρώ και γ) στην τρίτη εναγομένη το ποσό των 250,00 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 14-9-1992 μέχρι 13-9-2000 και συνολικά το ποσό των (250,00 ευρώ επί 96 μήνες) 24.000,00 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ακόμη, μετά βεβαιότητας θα αναγνωρισθεί τελεσιδίκως ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής: α) στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 300,00 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 14-9-2000 μέχρι 13-9-2025 και συνολικά το ποσό των (300,00 ευρώ επί 300 μήνες) 90.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κάθε επί μέρους μηνιαίου ποσού από τη δήλη ημέρα καταβολής του, ήτοι την πρώτη ημέρα του μήνα που αναφέρεται και γ) στην τρίτη εναγομένη το ποσό των 250,00 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 14-9-2000 μέχρι 31-12-2005 και συνολικά το ποσό των (250,00 ευρώ επί 63,5 μήνες) 15.875,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επομένως, συνέχισε το Εφετείο, ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή του: α) από την πρώτη εναγομένη Ν. χήρα Σ. Π., το ποσό των {(30.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 748,35 ευρώ για έξοδα κηδείας) 30.748,35 ευρώ + 51.399,38 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό) = 82147,73 ευρώ + 54.661,56 ευρώ (28.800,00 ευρώ ήτοι 300,00 ευρώ επί 96 μήνες, για στέρηση διατροφής του χρονικού διαστήματος από 14-9-1992 μέχρι 13-9-2000 + 8.411,57 ευρώ για τους νόμιμους περιοδικούς τόκους μέρους ως άνω χρονικού διαστήματος ήτοι από την επίδοση της αγωγής 15-1-1996 μέχρι 13-9-2000 + 17.449,99 ευρώ για τόκους κεφαλαίου 28.800,00 ευρώ του χρονικού διαστήματος από 14-9-2000 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό) = 136.809,29 ευρώ + 189,20 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [κεφάλαιο 59.548,35 ευρώ μείον 43.506,97 ευρώ που της καταβλήθηκαν έναντι αυτού] 16.041,38 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή)} 136.998,49 ευρώ + 96.037,90 ευρώ {20.400,00 ευρώ για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής του χρονικού διαστήματος από 14-9-2000 μέχρι 9-5-2006 + 6.037,90 ευρώ για τους νόμιμους περιοδικούς τόκους του ως άνω χρονικού διαστήματος + 69.600,00 ευρώ (300,00 ευρώ επί 232 μήνες για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής του χρονικού διαστήματος από 15-5-2006 μέχρι 13-9-2025 (χωρίς τόκους) 233.036,39 ευρώ επί 20%) 46.607,28 ευρώ, β) από το δεύτερο εναγόμενο Ά.

Π. του Σ. το ποσό των {(25.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 41.790,37 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που του καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό) 66.790,37 ευρώ + 35.341,75 ευρώ (16.750,00 ευρώ ήτοι 250,00 ευρώ επί 67 μήνες, για στέρηση διατροφής του χρονικού διαστήματος από 14-9-1992 μέχρι 19-4-1998 + 1950,09 ευρώ για τους περιοδικούς τόκους μέρους του ίδιου χρονικού διαστήματος ήτοι από την επίδοση της αγωγής 15-1-1996 μέχρι 19-4-1998 + 18.388,05 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του κεφαλαίου από 20-4-1998 μέχρι τις 28-3-2006 που του καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 203,70 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [41.750,00 ευρώ μείον 24.504,77 ευρώ που της καταβλήθηκαν] 17.245,23 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 102.132,12 ευρώ επί 20%} 20.426,42 ευρώ, γ) από την τρίτη εναγομένη Δ. - Φ.

θυγατέρα Σ. Π., το ποσό των {(25.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 41.783,18 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό) 66.783,18 ευρώ + 45.790,60 ευρώ (24.000,00 ευρώ για στέρηση διατροφής του χρονικού διαστήματος από 14-9-1992 μέχρι 13-9-2000 + 7.010,19 ευρώ για τους νόμιμους περιοδικούς τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 13-9-2000 + 14.541,66 ευρώ για τους τόκους του κεφαλαίου από 14-9-2000 μέχρι 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 238,75 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των (49.000,00 ευρώ μείον 28.760,09 ευρώ που της καταβλήθηκαν) 20.239,91 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 112.573,78 ευρώ 4- 20.747,92 ευρώ (για στέρηση διατροφής του χρονικού διαστήματος από 14-9-2000 μέχρι 31-12-2005 το ποσό των [250,00 ευρώ επί 63,5 μήνες]15.750, 00 ευρώ + 4.424,99 ευρώ για περιοδικούς τόκους του ίδιου χρονικού διαστήματος για το μηνιαίο ποσό των 250.00 ευρώ + 572,93 ευρώ για τους τόκους του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 μέχρι 9-5-2006 στο σύνολο του κεφαλαίου των 15.750,00 ευρώ) 133.321,70 ευρώ επί 20%} 26.664,34 ευρώ, δ) από την τέταρτη εναγομένη Δ.

Π. του Σ., το ποσό των (25.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 41.907,33 ευρώ (41.783,18 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 124,15 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [25.000,00 ευρώ μείον 14.473,51 ευρώ που της καταβλήθηκαν] 10526,49 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 66.907,33 ευρώ επί 20%} 13.381,46 ευρώ, ε) από την πέμπτη εναγομένη Σ.

Π. του Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μετά την άσκηση εκείνης της αγωγής αποβιωσάσης ενάγουσας Ε. Π., το ποσό των {5.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 8.372,36 ευρώ (8356,65 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 15,71 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [5.000,00 ευρώ μείον 3.668,37 ευρώ που της καταβλήθηκαν] 1331,63 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 13.372,36 ευρώ επί 20%} 2.674,47 ευρώ, στ) από τον έκτο εναγόμενο Η.

Π. του Σ., ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμου της μετά την άσκηση εκείνης της αγωγής αποβιωσάσης ενάγουσας Ε. Π., το ποσό των {5.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση 4- 8.372,36 ευρώ (8356,65 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 15,71 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [5.000,00 ευρώ μείον 3.668,37 ευρώ που της καταβλήθηκαν] 1331,63 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 13.372,36 ευρώ επί 20%) 2.674,47 ευρώ, ζ) για τον έβδομο των εναγομένων Ι.

Ν. του Ν., το ποσό των (2.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 3.348,95 ευρώ [3342,67 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 6,28 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [2.000,00 ευρώ μείον 1.467,35 ευρώ που της καταβλήθηκαν] 532,65 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 5.348,95 ευρώ επί 20%] 1.069,79 ευρώ, και ζ) για την όγδοη των εναγομένων Δ.

σύζυγο Ι. Ν., πενθερά του θανόντος, το ποσό των {2.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση + 3.348,95 ευρώ (3342,67 ευρώ για τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ήτοι από 15-1-1996 μέχρι τις 28-3-2006 που της καταβλήθηκε το προσωρινά εκτελεστό + 6,28 ευρώ για τους νόμιμους τόκους του εναπομείναντος ποσού των [2.000,00 ευρώ μείον 1.467,35 ευρώ που της καταβλήθηκαν] 532,65 ευρώ, από 29-3-2006 μέχρι 9-5-2006 που ζητείται με την αγωγή) 5.348,95 ευρώ επί 20%} 1.069,79 ευρώ.

Τέλος, ο ενάγων δικαιούται το υπόλοιπο του ποσού των 7.000,00 ευρώ, που μετά βεβαιότητας θα επιδικασθεί στους εναγομένους ως εν μέρει δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το τέλος δικαστικού ενσήμου ύψους 1653,26 ευρώ που κατέβαλαν οι εναγόμενοι, ήτοι το ποσό των 5.346,74 ευρώ για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον ο κάθε εναγόμενος.

Τα ανωτέρω ποσά είναι καταβλητέα με το νόμιμο τόκο από την όχληση των εναγομένων με επίδοση της υπό κρίση αγωγής μέχρι την εξόφληση, όπως άλλωστε ορίστηκε πρωτοδίκως. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή μεγαλύτερα των ανωτέρω ποσά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σ'αυτόν τα ως άνω ποσά.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 και 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, η οποία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", ότι οι αναιρεσίβλητοι ανακάλεσαν αδικαιολόγητα την εντολή τους προς αυτόν (αναιρεσείοντα) και ότι αυτοί υποχρεούνται να πληρώσουν ως αμοιβή του το 20% του αντικειμένου της δίκης, το οποίο υπολόγισε κατά το χρόνο της τελεσιδικίας της διαφοράς με βάση τα κριτήρια που παρέθεσε, αφού δέχθηκε ότι συνέτρεχε με βεβαιότητα η προσδοκώμενη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως ότι η δίκη θα είχε ευνοϊκή κατάληξη τελεσιδίκως.

Έτσι, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα το οποίο είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του υπολογισμού της αμοιβής του αναιρεσείοντος, μετά την αδικαιολόγητη ανάκληση της προς αυτόν εντολής των αναιρεσιβλήτων.

Η ειδικότερη αιτίαση, που προσάπτεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ότι το Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 171 του Κώδικα περί Δικηγόρων είναι απορριπτέα, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την άνω διάταξη, ενώ αυτό εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 170 του ως άνω Κώδικα, που ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 και αριθμός 19, πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους.

Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1419/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό έγγραφο και ειδικότερα "έφεση των αναιρεσιβλήτων , δηλαδή την από 11-1-2007 και με αύξ. αριθμ. καταθ. 197/15-1-2007, που ασκήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ" και τον Δ.

Κ. κατά των αναιρεσιβλήτων" σε άλλη συναφή υπόθεση. Όπως όμως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε το έγγραφο αυτό υπόψη ανελέγκτως δεχόμενο ότι περιλαμβάνεται στα "έγγραφα που οι διάδικοι ... προσκομίζουν νόμιμα". Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, καθόσον αναφέρεται σε μη προσκομιδή του ως άνω εγγράφου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ εξάλλου ο ίδιος λόγος, καθόσον αναφέρονται σε μη επίκληση του εγγράφου αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της επικλήσεώς του προβλήθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν, με δεδομένη την προσκομιδή του εγγράφου, η προβολή της μη επικλήσεώς του ήταν δυνατή, αφετέρου δε δεν επρόκειτο για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2010 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της 428 /2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ