Legislator Case Law & Legislation
1310/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against city contract claim, ruling equal treatment of public and private parties is not violated.

Case Number 1310/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Lamboil A.E. against the Piraeus Municipality's judgment on a construction contract dispute. The appellant argued that the court's application of a twenty-year statute of limitations to claims against the municipality, while a five-year limit applied to private parties, violated the principle of equality. The court rejected this, finding the legislative distinction based on the nature of the defendant did not breach constitutional equality or procedural fairness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 25, 6, 13, 14 of the Constitution and Article 86(3) of Law 2362/1995; The distinction between the statute of limitations for claims against the state and private parties does not violate the principle of equality before the law.

Keywords

AI generated
principle of equality statute of limitations public law claims constitutional review procedural fairness municipal liability civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 25(1) of the Constitution
Article 20(1) of the Constitution
Article 6 of the ECHR
Article 13 of the ECHR
Article 14 of the ECHR
Article 26 of the ICCPR
Article 86(3) of Law 2362/1995
Article 94(4) of Law 2362/1995
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1310/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΜΠΟΙΛ Α.Ε" που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αβαρκιώτη, ο οποίος αφού ανακάλεσε την από 30 Απριλίου 2009 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αγγελόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2395/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 537/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Απριλίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 36/2.4.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 537/15.6.2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 36/2.4.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 537/15.6.2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα με την 1258/18-2-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ", απορρέουσα από συναμολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις έργου, με θεμελίωσή της, λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το άρθρο 84 του ν.δ. 321/1969 συστατικού τύπου και εντεύθεν ακυρότητάς τους, στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Η εν λόγω απορρίφθηκε με την 2395/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς λόγω μη καταβολής του οφειλομένου δικαστικού ενσήμου και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 1076/18-10-2005 εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, με την 537/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά παραδοχή της ερειδόμενης στις διατάξεις των άρθρων 3 του ν.

δ. 31/1968 και 90 § 1, 91 του ν. 2362/1995 περί παραγραφής ενστάσεως του ήδη αναιρεσίβλητου, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή των αιτιολογιών της, "η παραγραφή των επικαλούμενων από την ενάγουσα αξιώσεων του έτους 1998 άρχισε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή, την 1-1-1999 και έληξε την 1-1-2004, η δε ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 18-2-2004, δηλαδή ασκήθηκε μετά την παρέλευση πενταετίας, χωρίς η ενάγουσα να προβάλει κατ' αντένσταση ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Ο.Τ.Α., εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι περί παραγραφής διατάξεις του κοινού δικαίου, εφόσον είναι ευνοϊκότερες, εφαρμόζονται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, ασχέτως δηλ. της κατ' αρχήν ισχύος για τους οργανισμούς αυτούς της νομοθεσίας περί δημοσίου λογιστικού. Τέλος, κατά το άρθρο 90§1 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, που έχει εφαρμογή και επί αξιώσεων κατά του Δήμου (ο οποίος σημειωτέον κατά το άρθρο 304 του Π.Δ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινωτικός Κώδικας" και ήδη άρθρο 276 §§ 1 εδ. 2, 2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", με χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 1.1.2007 (ακροτελεύτιο άρθρο αυτού) έχει όλα τα δικαστικά διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο), οποιαδήποτε απαίτηση κατά του δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής.

Η παραγραφή αυτή κατά το άρθρο 91 του ιδίου νόμου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της συμβάσεως) σε καμία περίπτωση ο χρόνος της παραγραφής δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία.

Για την παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και επομένως και των Ο.Τ.Α. ορίζεται αντίστοιχα στο άρθρο 86 του ν. 2362/1995 "Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία).

Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση, "§1". Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, περιλαμβανομένης και της συμβάσεως εκείνης που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρυθμίσεως του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου γ) γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχειρίσεως δ) απορρέει από διάταξη τελευταίας βουλήσεως ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ) γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές η) αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτοεισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ) απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στον οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής, "§3".

Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ' αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις, ανάλογα με την αυτής παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής, "§4".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται κατ' αρχάς η πενταετής παραγραφή τόσον για τις αξιώσεις του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. όσον και για τις κατ' αυτών απαιτήσεις, στην οποία υπόκειται και εκείνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στην διάταξη του άρθρου 86§3 περιπτώσεις της κατ' εξαίρεση οριζόμενης δι' αυτές εικοσαετούς παραγραφής.

Η όμοια ρύθμιση του χρόνου παραγραφής δεν καταλείπει περιθώρια παραβιάσεως της αρχής της ισότητας. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ευθεία παραβίαση των άρθρων 4§1,2§1,20§1, 25§1 του Συντάγματος, 6, 13, και 14 της ΕΣΔΑ και 2§3 α, β, 14, 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), με την έννοια ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας η καθιέρωση της πενταετούς παραγραφής για τις κατά του αναιρεσίβλητου αξιώσεις, έναντι της οριζόμενης εικοσαετούς παραγραφής με την διάταξη του άρθρου 86§3 του ν. 2362/1995 για τις αναφερόμενες εις αυτήν περιπτώσεις, στην οποία όμως δεν υπόκειται η ένδικη αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με την έννοια ότι αντίκειται στην αρχή της δικονομικής ισότητας των διαδίκων η αυτεπάγγελτη, κατά το άρθρο 94 εδ 4 του ν. 2362/1995, λήψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α.

αξιώσεων, ρύθμιση αυτεπαγγέλτου λήψεως η οποία δεν ισχύει για την διακοπή της παραγραφής. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν διαφοροποιείται ο τρόπος λήψεως κατ' ένσταση των λόγων διακοπής παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α., η παραγραφή της αξιώσεως της αναιρεσείουσας δεν λήφθηκε υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του αναιρεσίβλητου.

Στον αυτό ισχυρισμό της μη αυτεπαγγέλτου λήψεως της διακοπής της παραγραφής της κατά του αναιρεσίβλητου αξιώσεως της αναιρεσείουσας από την άσκηση της προηγούμενης 7228/2002 αγωγής της που απορρίφθηκε ως αόριστη με την 5571/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, θεμελιώνεται και ο απομένων προς έρευνα δεύτερος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής εκ πλαγίου παραβίαση των αυτών διατάξεων, με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, στις οποίες διαλαμβάνεται ότι δεν προτάθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα κατ' αντένσταση ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής, αναιρετική αιτίαση που προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (Κ.Πολ.Δ. 183), που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατά το άρθρο 281 § 2 του ν. 3463/2006 και προσδιορίζει στο ποσό των 800,00 Ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 36/2.4.2008 αίτηση για αναίρεση της 537/15.6.2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ