Legislator Case Law & Legislation
1310/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remands Saturday overtime compensation claim while dismissing other grounds.

Case Number 1310/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant sought to overturn a judgment awarding him overtime and termination compensation, arguing procedural errors and misapplication of law. The court rejected most grounds but found merit in the claim regarding Saturday overtime, ordering a remand for further examination of that specific issue while dismissing the remainder.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for further examination when specific claims lack merit but others require re-evaluation based on the appellate court's findings.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance Saturday overtime compensation remand for further examination termination compensation procedural error dismissal Code of Civil Procedure appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 522, 535, 536 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1310/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤ. ΣΥΚΑΡΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Ψ2, που δεν παραστάθηκε και 3) του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Ψ3. Οι 1η και 3ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τόλη, ο οποίος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης για τον 2ο αναιρεσίβλητο Ψ2, που απεβίωσε τη 17η Δεκεμβρίου 2007. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 536/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2521/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του θανάτου του διαδίκου προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιός του.

Η δίκη που έχει διακοπεί μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή ακόμη και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή και ο οποίος επομένως μπορεί να συνεχίσει τη δίκη νοείται ο νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το αποτέλεσμα της διακοπής της δίκης επέρχεται εφόσον η γνωστοποίηση του θανάτου έγινε από τον νόμιμο κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου ή τον μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου πληρεξούσιο του αποβιώσαντος, άλλως δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων.

Περαιτέρω, από το άρθρο 142 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι ο διορισμός αντικλήτου γίνεται είτε με δήλωση του ενδιαφερομένου στη γραμματεία του πρωτοδικείου της κατοικίας του, είτε με ρήτρα σε σύμβαση. Η δήλωση για το διορισμό αντικλήτου γίνεται αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο και αν την κάνει κάτοικος του εξωτερικού, η δήλωση αυτή γίνεται στη γραμματεία του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας.

Εξάλλου, στο άρθρο 100 αριθμ. 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "η πληρεξουσιότητα παύει, όταν περατωθεί η δίκη ή η πράξη, για την οποία είχε δοθεί η πληρεξουσιότητα".

Συνεπώς, η πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ για να εκπροσωπήσει το διάδικο σε ορισμένη δίκη παύει με την περάτωση αυτής, έκτοτε δε αποβάλλεται και η ιδιότητα του αντικλήτου. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν παραστάθηκε ο δεύτερος εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ2, στον οποίο όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, κυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικάσίμου για την πιο πάνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης και τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων Ιωάννης Τόλης δήλωσε ότι γνωστοποιεί τον θάνατο του πιο πάνω απολιπομένου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επήλθε στις 17-12-2007. Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η πληρεξουσιότητα του ως άνω δικηγόρου κατά τον χρόνο επελεύσεως του θανάτου του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, αφού η δοθείσα σ' αυτόν πληρεξουσιότητα για να παρασταθεί ενώπιον του Εφετείου έπαυσε με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ο διορισμός του ως αντικλήτου ή ως πληρεξουσίου για την εκπροσώπηση του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Επομένως, η δήλωση αυτή ως γενομένη από πρόσωπο που δεν έχει δικαίωμα γνωστοποιήσεως του θανάτου του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου δεν επέφερε βίαιη διακοπή της δίκης η οποία εγκύρως συνεχίζεται στο πρόσωπο των αρχικών διαδίκων.

ΙΙ. Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση των διατάξεων των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου για όλα τα ζητήματα που εξέτασε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν εμπίπτει στους πιο πάνω ή σε άλλο αναιρετικό λόγο.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Περαιτέρω, υπερεργασία είναι η παρεχόμενη εργασία πέρα του ωραρίου, που καθορίζεται με ατομική συμφωνία ή με συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση, και μέχρι του ανώτατου ορίου του νόμιμου ωραρίου του μισθωτού, ενώ υπερωριακή εργασία ή υπερωρία είναι η απασχόληση του μισθωτού πέρα από το ανώτατο όριο του νόμιμου ωραρίου του, υπάρχει δε υπερωρία και όταν δεν γίνεται υπέρβαση του νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου, αλλά μόνο του νόμιμου ημερησίου ωραρίου.

Ειδικότερα, όταν ισχύει, όπως επί του προκειμένου, σύμφωνα με την από 25.2.1988 ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε, το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, τότε με βάση την από 4.2.1984 ΕΓΣΣΕ και τα άρθρα 3 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, 6 παρ. 2 της 6/1979 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1082/1980, και την 1/1982 απόφαση του ίδιου Διαιτητικού Δικαστηρίου, που κυρώθηκε με το Ν. 1346/1983, υπερεργασία είναι η εργασία, που παρέχεται εβδομαδιαίως κατά το εν λόγω πενθήμερο πέρα των 40 ωρών και μέχρι της 45ης ώρας, ενώ υπερωριακή είναι η εργασία η παρεχόμενη κατά το ίδιο πενθήμερο πέρα των 45 ωρών εβδομαδιαίως ή των 9 ωρών ημερησίως.

Αν ο μισθωτός απασχολήθηκε και πέρα του ως άνω πενθημέρου η επιπλέον εργασία του αυτή, δηλ. η απασχόλησή του κατά την έκτη ή την έβδομη ημέρα της εβδομάδας (ημέρες αναπαύσεως), δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία του προκειμένου να εξευρεθεί αν πραγματοποίησε υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία.

Επομένως, αφού η υπερεργασία υπολογίζεται μόνο επί εβδομαδιαίας βάσεως, η εργασία, που παρέχει μισθωτός, υπαγόμενος στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως, πέρα του πενθημέρου αυτού, δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση υπερεργασία, ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσεως, μπορεί η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη ή έβδομη), να συνιστά υπερωρία, αν υπερβαίνει για κάθε μία από αυτές το γενικό νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας, ήτοι το 8ωρο.

Για παρεχόμενη κατά το Σάββατο εργασία που δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του ν.δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), έστω και αν κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος εργάστηκε (ο μισθωτός) λιγότερες ώρες από το εβδομαδιαίο ωράριο του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς ερμηνεύοντας τις ως άνω διατάξεις, έκρινε ότι οι ώρες εργασίες του Σαββάτου κατά το μέρος που δεν υπερβαίνουν το γενικό νόμιμο ημερήσιο ωράριο δεν προστίθενται στο εβδομαδιαίο ωράριο για να υπολογιστούν ως υπερωρία, ούτε ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, ούτε ως υπερεργασία, απέρριψε δε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα αυτής για επιδίκαση υπερωριακής αμοιβής και για τις οκτώ πρώτες ώρες της εργασίας που κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή παρέσχε ο αναιρεσείων κατά τις ημέρες του Σαββάτου.

Μετά ταύτα όμως, αν και αναφέρεται στο ιστορικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ως άνω κονδύλιο της αγωγής ο αναιρεσείων ζητούσε να του επιδικαστεί επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γεγονός που όντως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, παρέλειψε να ερευνήσει τη βάση αυτή, η οποία ήταν νόμιμη ως προς τις εν λόγω αξιώσεις κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό διέλαβε κάποια διάταξη για την ουσιαστική ή μη βασιμότητα της εν λόγω αξιώσεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αληθώς μόνο από τον αριθμό 9 περίπτωση γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. IV. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, ενώ με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.

που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονας προτάσεως του νομικού συλλογισμού από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ. η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, ενώ κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945 και 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (αρθρ. 454 ΑΚ.).

Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή) παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 6-4-2001 από την πρώτη εναγομένη εταιρία και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι είναι ο δεύτερος και τρίτος εκ των εναγομένων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου κατ' αρχήν χρόνου, η οποία κατά τη λήξη της στις 6-7-2001 ανανεώθηκε και μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου.

Η πρόσληψη του αναγγέλθηκε επίσημα στο ΟΑΕΔ. Αυτός εργάστηκε μέχρι τις 9-5-2003, οπότε η εναγομένη εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του καταβάλλοντας του τη νόμιμη αποζημίωση. Η εργασία του ενάγοντος συνίστατο στην οδήγηση των φορτηγών αυτοκινήτων της εναγομένης εταιρίας, με τα οποία μεταφέρονταν εμπορεύματα αυτής προς παράδοση στους πελάτες που τα είχαν αγοράσει.

Με τη σύμβαση του προβλεπόταν ημερήσιο ωράριο 8 ωρών με απασχόληση πέντε ημερών την εβδομάδα και με μισθό καθοριζόμενο από τις οικείες Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι δε τυχόν υπερωρίες που θα πραγματοποιούνταν θα πληρωνόταν χωριστά. Η μοναδική συμφωνημένη εργασία του, ήταν αυτή του οδηγού των φορτηγών και όχι κάποια άλλη πρόσθετη εργασία, όπως αυτή του φορτοεκφορτωτή και συγκεκριμένα να βοηθά τον ....., συνοδηγό του φορτηγού που οδηγούσε, στην εκφόρτωση των εμπορευμάτων που μετέφερε με αυτό και στην τοποθέτηση τους στο μέρος που επεδείκνυαν οι πελάτες της εταιρείας που τα είχαν αγοράσει, καθόσον αποδείχτηκε ότι ο ανωτέρω συνοδηγός είχε προσληφθεί από την εναγομένη εταιρία ακριβώς για να κάνει την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων, εάν δε ο ενάγων βοήθησε το συνάδελφο του κάποιες φορές, τούτο δεν ήταν στα καθήκοντα του, ούτε του επιβλήθηκε από την εναγομένη εταιρία, αλλά ήταν δική του επιλογή, αποβλέποντας στο φιλοδώρημα των πελατών.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο καταβαλλόμενος βασικός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν από της προσλήψεως του μέχρι 30-6-2001 σε 192.100 δρχ. από 1-7-2001 μέχρι 30-6-2002 σε 585,34 ευρώ, από 1-7-2002 μέχρι 3-9-2002 σε 629,40 ευρώ και από 1-10-2002 μέχρι την απόλυση του σε 691,27 ευρώ, ποσά τα οποία προβλέπονταν και από τις οικείες ΣΣΕ, ως και ότι η πρώτη εναγομένη για την εκκαθάριση της μισθοδοσίας των υπαλλήλων της χρησιμοποιούσε μηχανογραφικό σύστημα.

Στις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος μέχρι το Δεκέμβριο του 2001, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι καταχωρούνται εκτός από τις ανωτέρω βασικές αποδοχές του, οι ημέρες εργασίας του, οι υπερωρίες και "λοιπές" όπως αναφέρονται αποδοχές, ενώ στις αποδείξεις πληρωμής του ίδιου από τον Ιανουάριο του 2002, που προσκομίζουν επίσης οι εναγόμενοι, καταχωρούνται λεπτομερώς, εκτός από τον πιο πάνω βασικό μισθό, οι ημέρες εργασίας, οι ώρες κανονικής εργασίας, οι ώρες υπερβάσεων και αργιών, εφόσον έχει παρασχεθεί τέτοια εργασία κ.λ.π., καθώς και τα αντίστοιχα ποσά πληρωμής.

Από τις αποδείξεις αυτές προκύπτει ότι ο ενάγων πληρωνόταν κανονικά τόσο για την οκτάωρη εργασία του, όσο και για τις τυχόν υπερωρίες του που έκανε (εντός παρενθέσεως αναφέρονται αναλυτικά τα ποσά που έλαβε ο ενάγων). Στο τέλος δε εκάστης εκ των εξοφλητικών αποδείξεων που αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι το Δεκέμβριο του 2001 γίνεται μνεία ότι εξοφλούνται οι αποδοχές του μηνός και ουδεμία άλλη απαίτηση έχει ο εργαζόμενος εκ του λόγου αυτού κατά της εργοδότριας, ενώ στο τέλος εκάστης εκ των αποδείξεων πληρωμής του μετέπειτα χρονικού διαστήματος αναφέρεται ότι το ποσό εισπράχτηκε σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των πάσης φύσεως αποδοχών για την παρασχεθείσα εργασία, για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και την εκκαθάριση του λογαριασμού με την εργοδότιδα, όλες δε, φέρουν στο τέλος την υπογραφή του ενάγοντος, την οποία αυτός δεν προσβάλλει ως πλαστή.

Μόνο στις εξοφλητικές αποδείξεις των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου Σεπτεμβρίου 2001, Απριλίου, Μαϊου, Ιουνίου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου 2002, Απριλίου και Μαϊου 2003 γίνεται επιφύλαξη του ενάγοντος ως προς τις καταβληθείσες σ' αυτόν αποδοχές. Επομένως, σε όσες αποδείξεις υπάρχει ρητή και χωρίς επιφύλαξη δήλωση του ενάγοντος από κάθε άλλη αξίωση του για την κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εργασία του, δια της επικαλούμενης από τους εναγομένους αποδοχής της δήλωσης αυτής καταρτίστηκε η επικληθείσα πρωτοδίκως από αυτούς άφεση χρέους, η οποία είναι έγκυρος, εφόσον δεν θίγονται τα νόμιμα ελάχιστα όρια των αποδοχών του ενάγοντος.

Καθόσον αφορά τις εξοφλητικές αποδείξεις των μηνών στις οποίες ο ενάγων διατήρησε επιφύλαξη για τις αποδοχές του ενόψει του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων για μεν τους μήνες Ιούλιο 2001 και Απρίλιο 2002 ουδόλως πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία, για δε τους λοιπούς μήνες ότι δεν εργάστηκε υπερωριακά πέραν των ωρών για τις οποίες αμείφθηκε, ούτε απασχολήθηκε Κυριακή......Ακόμη, αποδείχτηκε ότι για τη διευκόλυνση της συνεννόησης των πληρωμάτων των φορτηγών αυτοκινήτων της εναγομένης εταιρίας με την αποθήκη της και τα καταστήματα της, αυτή είχε διαθέσει σε κάθε οδηγό φορτηγού από ένα κινητό τηλέφωνο με σύνδεση της κινητής τηλεφωνίας ".....", ο δε κάτοχος του τηλεφώνου δικαιούνταν να κάνει με δικά του έξοδα χρήση αυτού υπό την προϋπόθεση ότι ο μηνιαίος λογαριασμός δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 20 ευρώ, διαφορετικά το πέραν του ποσό αυτού κόστος καταβαλλόταν από τον οδηγό- κάτοχο του κινητού τηλεφώνου από το μισθό του.

Με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος η εναγομένη νομίμως παρακράτησε από το ποσό της αποζημίωσης το ποσό των 787,29 ευρώ που αντιστοιχούσε στο άθροισμα των υπερβαινόντων τα 20 ευρώ ποσών των λογαριασμών του κινητού τηλεφώνου που είχε παραλάβει κατά τα ανωτέρω το οποίο δεν είχε παρακρατηθεί από το μισθό του.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατάληξε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή για παροχή πρόσθετης εργασίας, καθώς και αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως προς τα εν λόγω κονδύλια αυτής απέρριψε την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 416 και 454 Α.Κ, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των κονδυλίων της αγωγής που αφορούσαν την παροχή πρόσθετης εργασίας και την αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης και ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο ίδιος λόγος κατά το πέμπτο μέρος του από τον αρ. 19, καθώς και ο τέταρτος λόγος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

V. Ο λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε έγγραφο στο οποίο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στήριξε την κρίση του, περιεχόμενο τελείως διαφορετικό εκείνου που υπάρχει στην πραγματικότητα. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η κρίση του δικαστηρίου για το περιεχόμενο του εγγράφου απορρέει από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του από την ερμηνεία αυτού.

Ενόψει αυτών, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο Αθηνών που δίκασε παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα ταχογράφων από τους οποίους προέκυπταν οι χρόνοι κινήσεως του συγκεκριμένου φορτηγού αυτοκινήτου του οποίου οι αναιρεσίβλητοι του είχαν αναθέσει την οδήγηση, δεχόμενο ότι "η κίνηση των φορτηγών δεν αποδεικνύει αυτή καθ' εαυτή ότι τις αντίστοιχες ώρες εργαζόταν ο ίδιος (ενάγων) με τα φορτηγά αυτά και γινόταν παράδοση εμπορευμάτων σε πελάτες της εταιρίας, καθόσον οι ταχογράφοι δεν συνδυάζονται με πρόσθετα στοιχεία.....

Εξάλλου από τους παραπάνω ταχογράφους, εάν αυτοί αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα προκύπτει ότι υπήρχαν αρκετές ημέρες κατά τις οποίες το αναφερόμενο φορτηγό της εναγόμενης εταιρίας, το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οδηγούσε, βρισκόταν σε κίνηση από τις 07.00 με 08.00 η ώρα το βράδυ μέχρι τις 05.00 με 06.00 η ώρα το πρωί της επομένης ημέρας, γεγονός που φανερώνει ότι δεν ήταν δυνατόν τις ώρες αυτές να γινόταν παράδοση εμπορευμάτων σε πελάτες...", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός διότι οι ταχογράφοι συνεκτιμήθηκαν εδώ με άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρονται οι ταχογράφοι ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος και αφετέρου διότι με όσα πιο πάνω αναφέρονται πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.

VI. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να λάβει υπόψη του την με αριθμό ....

απόδειξη λιανικής πωλήσεως-δελτίο αποστολής με ημερομηνία ...., στην οποία υπάρχει εντολή της αναιρεσίβλητης εταιρίας για παράδοση εμπορευμάτων μετά την 18.00' ώρα, η οποία (απόδειξη) σε συνδυασμό με τους ταχογράφους αποδείκνυε την υπερωριακή του απασχόληση. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα μεταξύ των οποίων και το παραπάνω και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VII. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, δια της ασκήσεως της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο κατά τα δια της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων καθοριζόμενα όρια. Αν το Εφετείο, χωρίς να δεχτεί κάποιο λόγο εφέσεως ως βάσιμο, προβεί οίκοθεν σε εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και μετά από αυτό δικάσει επί της αγωγής και έτσι απορρίψει στην ουσία ή ως μη στηριζόμενα στο νόμο αιτήματά της που έγιναν δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο με λόγους εφέσεως, τότε η απόφασή του είναι αναιρετέα για λήψη υπόψη πραγμάτων μη νομίμως προταθέντων ενώπιον αυτού και εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν, ιδρύει λόγο αναιρέσεως είναι και οι λόγοι εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 536/2005 απόφαση του δέχτηκε ενόλω την από 1-10-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν:

α) το ποσό των 12.612,23 ευρώ ως αμοιβή για υπερωριακή εργασία, β) το ποσό των 2.981,47 ευρώ ως αμοιβή για πρόσθετη εργασία και γ) το ποσό των 789, 29 ευρώ το οποίο παρακρατήθηκε από την αποζημίωση απολύσεως για τους λογαριασμούς του κινητού τηλεφώνου. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 7-6-2005 έφεση τους με τους λόγους της οποίας παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσον αφορά τα δύο πρώτα από τα πιο πάνω κονδύλια, καθώς και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως και την ενόλω απόρριψη της αγωγής.

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του, ούτε έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, αφού κατά παραδοχή των λόγων εφέσεων για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση νομίμως κράτησε την υπόθεση, τη δίκασε και απέρριψε ενόλω την αγωγή. Επομένως, ο αντίθετος πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VIII. Μετά από αυτά πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το επικουρικό αίτημα της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης για τις οκτώ πρώτες ώρες εργασίας κατά της ημέρες του Σαββάτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2521/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ