Legislator Case Law & Legislation
1310/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and improper submission of additional grounds via briefs.

Case Number 1310/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a legal dispute. The appellant argued for specific legal errors and new grounds, but the court found the original appeal document lacked the required specificity regarding the legal defect. Furthermore, the court ruled that additional grounds submitted via briefs were inadmissible because they were not filed as a separate document with the necessary thirty-day notice. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure; Article 569(2a) of the Code of Civil Procedure: An appeal must explicitly state the legal error with sufficient detail to identify the specific ground under Article 559, and additional grounds must be filed as a separate document with thirty days' notice, not merely via briefs.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal error specification additional grounds admissibility thirty day notice requirement Court of Athens appeal legal costs award procedural defect dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2a) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1310/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Αθανάσιο Θεμέλη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη) και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χάγιο.

Του αναιρεσίβλητου: .....Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυμπερόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4837/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-8-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 10 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως 9αρθρ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να διαλαμβάνει α)τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β)τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λ.π) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει 9ολ.ΑΠ 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, αλλιώς έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα ζητήματα της αξίας του αντικειμένου της δίκης, επί της οποίας υπολογίσθηκε η δικηγορική αμοιβή του αναιρεσείοντος και της συνδρομής ιδιαζουσών περιστάσεων, που δικαιολογούσαν την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του κατά το άρθρο 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογιών είναι αβάσιμος, αφού η απόφαση περιέχει αιτιολογίες, ενώ κατά το μέρος που την πλήττει για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι, εκτός άλλων, δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση των αιτιολογιών και συγκεκριμένα, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται για να είναι η αιτιολογία πλήρης και από ποια αντιτιθέμενα μέρη της αιτιολογίας προκύπτει η αντίφαση.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που φέρεται να στηρίζεται στον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη πλημμέλεια, που προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό της άνω διατάξεως, χωρίς να γίνεται επίκληση των περιστατικών που τη θεμελιώνουν.

Επειδή, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ.3026/1954), σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1-2 του αυτού κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά τον χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζητήσεώς της και όχι κατά τον χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από τον δικηγόρο.

Και τούτο, διότι κατά τον χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοδικείου συζήτηση της υποθέσεως, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επομ.

για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο επίσης, κατά το άρθρο 107 αρ. 2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου. Προκειμένου δε περί συντάξεως προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου κώδικα επί μεν της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού για τον δικηγόρο του ενάγοντος, επί δε των επομένων συζητήσεων το διπλάσιο του οριζόμενου στο άρθρο 107 παρ. 2 αυτού ορίου.

Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 107 και 110 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 100 του ως άνω Κώδικα προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επί αγωγής, το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται επίσης με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Συνεπώς, η τυχόν μετά το χρόνο αυτό επερχόμενη αύξηση ή μείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσοστιαίας αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες πράξεις του κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο, γιατί δεν δέχθηκε ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου υπολογίζεται με βάση την αξία, που είχε το αντικείμενο της διαφοράς κατά τον χρόνο της παροχής κάθε υπηρεσίας απ'αυτόν. Ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριθφεί για τους λόγους που εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των α΄ρθρων 100 και 102 του κώδικα περί Δικηγόρων (ν.Δ. 3026/1954), η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της και αν το αίτημα αυτής είναι εξογκωμένο κατά τρόπο έκδηλο, ώστε ο δικηγόρο ς μπορούσε να το αντιληφθεί, τότε αυτός δικαιούται αμοιβής με βάση το ποσό, που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου από τον δικηγόρο εντολέα ότι η αμοιβή, την οποία αξιώνει εκείνος, είναι μεγαλύτερη από τη νόμιμη, γιατί το αίτημα της αγωγής, με βάση το οποίο υπολογίζεται η αμοιβή του ήταν προφανώς εξογκωμένο, αποτελεί άρνηση της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή του δικηγόρου (ΑΠ 1883/1988).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ.

αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η αξία του αντικειμένου της δίκης ανέρχεται στο ποσό των 50.000.000 δρχ., ενώ ο αναιρεσίβλητος με την έφεσή του είχε ομολογήσει ότι η αξία αυτού ανερχόταν κατά το έτος 1991 στο ποσό των 211.640.000 δρχ., κατά το έτος 1999 στο ποσό των 400.000.000 δρχ.

και κατά το έτος 2000 στο ποσό των 500.000.000 δρχ., εντεύθεν δε, παρά το γεγονός αυτό της ομολογίας, προέβη τούτο στη μείωση της αμοιβής του αναιρεσείοντος δικηγόρου, χωρίς να την προτείνει ο αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα να επιδικάσει σ'αυτόν κάτι που δεν ζητήθηκε. Κατ' αρχήν πρέπει να ειπωθεί ότι η επικαλούμενη ως άνω»ομολογία» και αν ακόμη οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου είχαν την έννοια της ομολογίας, που αποδίδει σ'αυτούς ο αναιρεσείων, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.

όχι μόνο γιατί δεν περιέχεται ο λόγος αυτός στο αναιρετήριο, αλλά και γιατί δεν ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι επικαλέσθηκε την ομολογία αυτή στο Εφετείο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή, το Εφετείο έλαβε υπόψη της αξία του αντικειμένου της διαφοράς με βάση εκείνη που είχε τούτο κατά τον χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζητήσεως της από 25-11-1991 αγωγής του αναριεσιβλήτου εντολέα, για την οποία (αξία) δέχθηκε ότι είχε υπολογισθεί από τον αναιρεσείοντα (ως δικηγόρο τότε του αναιρεσιβλήτου) με την άνω αγωγή σε 211.640.000 δρχ.

Στη συνέχεια όμως το Εφετείο, εξετάζοντας σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, έκρινε ότι το αίτημα της ανωτέρω αγωγής του τελευταίου, με βάση το οποίο έπρεπε να υπολογισθεί η δικηγορική αμοιβή, ήταν εξογκωμένο κατά τρόπο έκδηλο, ώστε ο αναιρεσείων δικηγόρος μπορούσε να το αντιληφθεί και, μετ΄εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, προσδιόρισε την αξία αυτού κατά τον ως άνω χρόνο στο ποσό των 50.000.000 δρχ.

Έτσι, το Εφετείο δεν επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο κάτι που δεν ζητήθηκε απ'αυτόν. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί . Επίσης, ο ίδιος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της κακής εκτίμησης των αποδείξεων είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού ( άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς, ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2α Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου πάγου και επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση και όχι με τις προτάσεις, ακόμη και στις ειδικές διαδικασίες Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τις προτάσεις, που κατέθεσε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 3-1-2006 και στηρίζουν, κατά τις απόψεις του, τους λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εάν προβάλλονται ως πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-8-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4837/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2006 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ