Supreme Court dismisses appeal on property ownership claims, citing lack of good faith and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's final decision rejecting their property ownership claim. The appellants argued they acquired ownership through good faith based on a 1957 contract, while the respondent maintained the land was never part of their domain. The court ruled that the appellants lacked good faith in 1973 as they knowingly attempted to divide non-owned assets, and the third appeal ground was inadmissible due to vagueness and failure to cite substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 § 1 item b of Law 3127/2003; Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure: Good faith is absent when parties knowingly attempt to divide assets not belonging to them, and appeal grounds must be specific and cite substantive law violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 130 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 130/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μ. Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. θυγ. Σ. Ν. Δ., το γένος Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Δ. του Σ., πρώην κατοίκου ... και νυν κατοίκου ..., 3) Γ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βάγια Παναγιωτόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2011 μη οριστική, 288/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2019 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14.12.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 313/19.10.2019, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την από 09.09.2016 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 288/2016 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε απορρίψει την από 20.03.2008 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειουσών.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 20.03.2008 αγωγή τους που απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείου ... και έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενες παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (συγ)κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου και αμφισβήτηση του δικαιώματός τους από το ήδη αναιρεσίβλητο, ζήτησαν αφενός μεν να αναγνωρισθούν (συγ)κυρίες κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά του ακινήτου, αφετέρου δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εγγραφής στη μερίδα του ήδη αναιρεσιβλήτου στο Υποθηκοφυλακείο ...
του δικαιώματος κυριότητας του ως άνω ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο ...) αφού εκδίκασε την ως άνω αγωγή κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. 87/2011 μη οριστική απόφασή του έκρινε αυτή παραδεκτή και εν μέρει νόμιμη, ανέβαλε δε την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως και διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο, αφού εκδίκασε αυτή κατά την ίδια διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. 288/2016 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την οριστική αυτή απόφαση εξεκάλεσαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 09.09.2016 έφεσή τους που απηύθηναν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο ...) και έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Με την έφεσή τους αυτή, για τους περιεχομένους σε αυτή λόγους, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, τη διακράτηση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την αναδίκαση αυτής και την παραδοχή της αγωγής τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδίκασε την ως άνω έφεση κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και, με την υπ' αριθμ. 313/2019 οριστική (τελεσίδικη) απόφασή του, δέχθηκε αυτή τυπικά, απέρριψε δε αυτή κατ' ουσίαν.
Της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ζητούν, με την από 14.12.2020 αίτησή τους, την αναίρεση, οι αναιρεσείουσες, για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους. Τα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Επίδικο αποτελεί ένα οικόπεδο, εμβαδού ...
τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., στο υπ' αριθμ. 69 Γ 320 Ο.Τ. στην ειδικότερη θέση "...", όπως αυτό εμφανίζεται στο από 06.06.1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Γ., με το στοιχείο (β1) υπό τους περιμετρικούς αριθμούς ... και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ..., μήκους μέτρων (34,76) με ιδιοκτησία αδελφών Κ., νότια επί πλευράς 144 - 130, μήκους μέτρων (28,61) με τη δημοτική οδό ..., δυτικά επί πλευράς ..., μήκους μέτρων (31,47) με πρώην ανώνυμη δημοτική οδό και ήδη οδό Σ.
και ανατολικά επί πλευράς ..., μήκους μέτρων (37,12) με οικόπεδο πρώην συγκυριότητας Σ. Δ. του Ν. και Σ. Δ. του Ε. και ήδη συνιδιοκτησίας περισσοτέρων, οι οποίοι είναι κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυώροφης οικοδομής, που έχει ανεγερθεί στο εν λόγω, όμορο του επιδίκου, οικόπεδο. Περαιτέρω και αναφορικά με τη διαδοχή τίτλων, που αφορούν το επίδικο λεκτέα τα ακόλουθα:
Οι Ν. Π. και τα τέκνα αυτού Λ. και Π. ή Π. Π. κατέστησαν κύριοι αμπελώνων, οι οποίοι βρίσκονταν εκτός της τότε κείμενης πόλης του ..., ανατολικά της εκεί ευρισκόμενης θαλάσσιας ακτογραμμής, οι οποίοι περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητά τους, ως ακολούθως: α) στον μεν Ν. Π., ο οποίος είχε την ιδιότητα του δικηγόρου: 1) με το με αριθμό ...
πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμ/φου ... Σ. Α., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο Ε' και με αριθμό 1808, αυτός κατέστη κύριος αντί ποσού (450) δρχ μίας αμπέλου μετά δέντρων και φυτών, συνολικής έκτασης "ως έγγιστα" (2) στρεμμάτων κείμενης στη θέση "..." πλησίον βυρσοδεψείου, έξωθεν της πόλεως ..., με αγορά από την Π.
χήρα Α. Γ., το οποίο συνόρευε ανατολικά με δρόμο, δυτικά με θάλασσα, βόρεια (αρκτικώς) με βούρκο θαλάσσης και νότια (μεσημβρινώς) με "άμπελο" Α. Ι., 2) με το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμ/φου ... Ι. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ΚΗ' και με αριθμό ..., ο ίδιος κατέστη κύριος αντί ποσού (150) δρχ μίας αμπέλου έκτασης (1) στρέμματος "ως έγγιστα", κείμενης στη θέση "..." έξωθεν της πόλεως ..., με αγορά από τον Α.
Ι., το οποίο συνόρευε ανατολικά με δημόσιο δρόμο, δυτικά με θάλασσα, βόρεια (αρκτικώς) με άμπελο του αγοραστή και νότια (μεσημβρινώς) με αγρό Α. Π. και 3) με το με αριθμό ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αριθμό ..., κατέστη κύριος αντί συνολικού ποσού (50) δρχ μίας αμπέλου ξηρικής συνολικής έκτασης (2) στρεμμάτων κείμενης στη θέση "..." στο Δήμο ..., το οποίο συνόρευε ανατολικά με δημόσιο δρόμο, δυτικά με θάλασσα, βόρεια (αρκτικά) με θάλασσα και γη λασπώδη και νότια (μεσημβρινώς) με "άμπελο" Α.
Ι. και β) στους Λ. Π. και Π. Π. Π., με το με αριθμό ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο Α' και με αριθμό 16.163, αντί συνολικού ποσού (25) δρχ με το οποίο αυτοί κατέστησαν συγκύριοι μίας αμπέλου ξηρικής συνολικής έκτασης (1) στρέμματος κείμενης στη θέση "...", το οποίο συνόρευε ανατολικά με δημόσιο δρόμο, δυτικά και βόρεια (αρκτικά) με αγρό δηλωτή και νότια (μεσημβρινώς) με αγρό Σ.
Ι.. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμ/φου ... Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ….' και με αριθμό ..., τα τέκνα του Ν. Π. πώλησαν στους αδελφούς Α. Σ. Δ., απώτερο δικαιοπάροχο της πρώτης ενάγουσας και στον Ε. Σ. Δ., απώτερο δικαιοπάροχο των λοιπών εναγουσών, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, έναν αγρό σύμφωνα με το συμβόλαιο συνολικής έκτασης ως έγγιστα 5 στρεμμάτων ή όσης και αν είναι, ο οποίος συνόρευε ανατολικά με δρομίσκο, δυτικά με θάλασσα, βόρεια με αγρό Κ.
και νότια με κτήμα αγνώστου, προερχόμενο από πατρομητρική κληρονομιά των αποβιωσάντων το έτος 1882 γονέων τους. Εξάλλου, ήδη με το με αρ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμ/φου ... Ν. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο …. και με αριθμό ..., οι ίδιοι ως άνω αγοραστές και αδελφοί Α.
Σ. Δ. και Ε. Σ. Δ. είχαν αγοράσει από τον Α. Σ. Κ., αγρό εμβαδού κατά το συμβόλαιο 1 στρέμματος και 804 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με δρόμο, δυτικά με βαλτώδεις γαίες, νότια με χάνδακα περιβολιού ... και βόρεια με περιβόλι κληρονόμων Ν. Π., ήτοι με το ανωτέρω μεταγενεστέρως αγορασθέν από τους ίδιους ακίνητο. Στη συνέχεια, οι ίδιοι αδελφοί Ε.
και Α. Δ. κατασκεύασαν, επί του ακινήτου που αγόρασαν από τους κληρονόμους Ν. Π., ένα εργοστάσιο κονσερβοποιίας, δυνάμει: 1) της με αριθμό ... άδειας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, 2) της με αριθμό ... άδειας του Υπουργείου Μεταφορών και 3) της με αριθμό ... άδειας του νομομηχανικού .... Για την έκδοση άδειας λειτουργίας του εν λόγω εργοστασίου συντάχθηκε το από ...
τοπογραφικό διάγραμμα με δυσανάγνωστα τα στοιχεία συντάκτη, που θεωρήθηκε από το νομομηχανικό ..., σύμφωνα με το οποίο, το ακίνητό τους ήταν ήδη κατά το έτος 1949 επιφάνειας 13.500 τ.μ. (150 μ. Χ 90 μ. οι αναγραφόμενες πλευρικές διαστάσεις). Επίσης, κατά το ίδιο τοπογραφικό, το όμορο προς νότο ακίνητο των 1.804 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης του το έτος 1930, είχε ήδη διαστάσεις κατά τις αναγραφόμενες πλευρές, 90 μέτρα στη βόρεια πλευρά, 50 μέτρα στην ανατολική και 35 στη δυτική και, επομένως, επιφάνεια περίπου διπλάσια κατά το έτος 1949.
Σε μεταγενέστερο χρόνο, με το με αριθμό ... προικοσύμφωνο του τότε συμ/φου ... Α. Α., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο …' και με αριθμό ..., ο Ε. Δ. μεταβίβασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου από το μερίδιό του επί του εργοστασίου κονσερβοποιίας μετά των αποθηκών και "της περιοχής του" στο Ν.
Κ. του Α., τότε μέλλοντα σύζυγο της κόρης του, Κ. (Α.) Δ., ως προίκα εκείνης. Στο εν λόγω προικοσύμφωνο, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά στην έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, ούτε συνοδεύεται αυτό με τοπογραφικό διάγράμμα το (μεταβιβαζόμενο) ακίνητο αναφέρεται αφενός ότι συνορεύει ανατολικά με οδό ... - ...., δυτικά με θάλασσα, βόρεια με ιδιοκτησία Β.
Φ. και νότια με ιδιοκτησία των αδελφών Δ., ήτοι του ανωτέρω ακινήτου συνιδιοκτησίας του μεταβιβάζοντος, που είχε αγοράσει δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθμό ... συμβολαίου, καθώς και ότι έχει αποκτηθεί κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον προικοδότη δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης.
Κατόπιν τούτου, ο Ε. Δ. παρέμεινε κύριος του ακινήτου αυτού μόνο κατά το 1/4 (ή 4/16) εξ αδιαιρέτου και στις 16.04.1955 απεβίωσε, οπότε και κληρονομήθηκε ως προς το μερίδιό του αυτό επί του όλου ακινήτου από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι από τη σύζυγό του Μ. Δ. το γένος Κ. Π. κατά το ... εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου και από το τέκνο του Σ.
Δ. κατά τα ... εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (... + ... = 4/16 ή 1/4). Την παραπάνω κληρονομία οι δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποδέχθηκαν, κατά τα ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστά, δυνάμει της με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμ/φου ... Σ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...
στον τόμο ... και με αριθμό .... Στη συμβολαιογραφική αυτή δήλωση αποδοχής εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος παρέμειναν οι αποδεχόμενοι, χήρα και υιός του, κατόπιν αποποίησης της κληρονομίας τόση από την κόρη του Α. Κ.. το γένος Δ. (Κ. Δ..), δυνάμει του με αριθμό ... πρακτικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ..., και κατόπιν αποποίησης της κληρονομίας από την αβάπτιστη τότε κόρη αυτής και εγγονή του αποβιώσαντος, δυνάμει του με αριθμό ...
πρακτικού του Γραμματέα Πρωτοδικών ... Β. Γ., που έγινε μετά από άδεια που χορηγήθηκε στον πατέρα της ανήλικης για αποποίηση της κληρονομίας με τη με αριθμό ... απόφαση του Δικαστηρίου Πρωτοδικών .... Σημειωτέον ότι οι δύο παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ε. Δ.. με την ίδια πράξη αποδέχθηκαν, επίσης, ως κληρονομία αυτού, η μεν πρώτη κατά το 1/8, ο δε δεύτερος κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου και μία αποθήκη κείμενη στη θέση "Γ..." της περιφέρειας ... "μετά της περιοχής της εκτάσεως 2.000 τ.μ.
ή όσης εκτάσεως και αν είναι, οριζόμενου του όλου κτήματος γύρωθεν με οδό ..., ...., με περιοχήν εργοστασίου αδελφών Δ., με Εθνικόν ... ... και με αγρόν Μ.", ήτοι το ακίνητο που ο κληρονομούμενος είχε αποκτήσει το 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Α. Κ., δυνάμει του ανωτέρω με αριθμό ... συμβολαίου, το οποίο είχε κατά τον τίτλο κτήσης εμβαδό 1.804 τ.μ.
και συνόρευε βόρεια με τον αγρό που αγόρασαν οι αδελφοί Δ. από τους κληρονόμους Π.. Ακολούθως, με το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Γ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... με αριθμό ... οι Α. Δ. του Σ., Μ. χήρα Ε. Δ.. και Σ. Δ. του Ε. μεταβίβασαν τα ...
εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους επί του μείζονος ακινήτου επί του οποίου είχε κατασκευασθεί το εργοστάσιο κονσερβοποιίας και δη ... ο Α. Δ., ... η Μ. Δ. και ... ο Σ. Δ., στους Ν., Ε. και Κ. Κ.. του Α. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών. Στο συμβόλαιο δε αυτό αναφέρεται ότι οι Α. και Ε. Δ. δυνάμει του με αριθμό ...
συμβολαίου απέκτησαν έναν αγρό κείμενο στη θέση "..." της περιφέρειας και πόλεως του Δήμου ... εκτάσεως ως έγγιστα πέντε (5) στρεμμάτων ή όσης και αν είναι και ακολούθως εκτίθεται ότι: "Γενομένης ακριβέστερης καταμέτρησης του ως άνω αγρού, ούτος ευρέθη έχων έκταση εν όλω μέτρων ... τ.μ. και εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία γράμματα Α Β Γ Δ Η Ζ Ε Α εν τω από 21.05.1957 σχεδιαγράμματι του πολιτικού μηχανικού Η.
Κ.. ... συνορεύεται δε αρκτικώς με ιδιοκτησίαν Β. Φ., ανατολικώς με οδό ... - Ν. Κ. ..., μεσημβρινώς εν μέρει με αποστραγγιστικήν τάφρο και πέραν αυτής με εθνικόν ... ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Σ.Δ. ... και δυτικώς με βαλτώδην έκτασιν. Ότι επί τμήματος της άνω αγορασθείσης εκτάσεως, εκ μέτρων ... τ.μ., εμφαινομένου εν τω άνω σχεδιαγράμματι υπό τα κεφαλαία γράμματα Α - Β - Γ - Δ - Ε - Α οι ρηθέντες Α.
και Ε. Σ. Δ., ανήγειρον εργοστάσιον κονσερβοποιίας περιφράξαντες άμα την εν λόγω υπό τα κεφαλαία γράμματα Α - Β - Γ - Δ - Ε - Α εμφαινόμενην έκτασιν δια μάνδρας και συρματοπλέγματος και όπερ εργοστάσιον μετά της περιοχής του ταύτης συνορεύεται αρκτικώς με ιδιοκτησίαν Β. Φ. ..., ανατολικώς με οδόν ... - Ν. Κ. μεσημβρινώς με υπόλοιπον έκτασιν αδελφών Σ.
Δ. (εμφαινόμενην υπό τα ψηφία Δ - Ε - Ζ - Η - Δ) ... και δυτικώς με βαλτώδην έκτασιν...". Με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, κατά το εν λόγω συμβόλαιο, οι αδερφοί Ν., Ε. και Κ. Κ.. απέκτησαν συνολικά τα ... επί τμήματος ... τ.μ. του αρχικού ακινήτου, ο δε εξ αυτών Ν. είχε ήδη αποκτήσει λόγω προίκας από τον Ε. Δ. ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, τόσο στο παραπάνω τμήμα, όσο και στο απομένον τμήμα.
Με βάση δε τη νέα εμβαδομέτρηση που έγινε στο πλαίσιο της ανωτέρω πώλησης και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο ως άνω συμβόλαιο πώλησης, από το αρχικό ακίνητο, που βρέθηκε να έχει συνολική επιφάνεια ... τ.μ., μετά τη μεταβίβαση τμήματος ... τ.μ. απέμεινε τμήμα εμβαδού 3.559,10 τ.μ. (... - ...) στην ιδιοκτησία των πωλητών, ήτοι του Α.
Δ.. κατά ποσοστό 1/2 ή ... εξ αδιαιρέτου, της Μ. Δ.. κατά το ... εξ αδιαιρέτου και του Σ. Δ. κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου, ενώ τα υπόλοιπα 4/16 ανήκαν κατά τα ανωτέρω στο Ν. Κ. και τη σύζυγό του Α., δυνάμει του προαναφερθέντος προικοσυμφώνου. Στη συνέχεια, όμως, ο τελευταίος (Ν. Κ.), δυνάμει της με αριθμό ... αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμ/φου ...
Σ. Π., ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της τότε ανήλικης κόρης του, Δ. Κ., παρότι είχε αποποιηθεί ο ίδιος κατά τα ανωτέρω επίσης με την ίδια ιδιότητα, αποδέχθηκε πλέον για λογαριασμό της την ίδια κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1955 εκ μητρός παππού της, Ε. Δ.., επικαλούμενος μόνον την αποποίηση της κληρονομίας από τη θυγατέρα του αποβιώσαντος και μητέρα της ανήλικης, Α.
Δ.. Έτσι, μεταξύ άλλων, αποδέχθηκε τα 3/32 εξ αδιαιρέτου ενός εργοστασίου κονσερβοποιίας μετά των αποθηκών και της περιοχής του, κείμενου στη θέση "..." της περιφέρειας ..., συνορεύοντος ανατολικά με οδό ... - ...., δυτικά με θάλασσα, βόρεια με ιδιοκτησία Π. Φ. και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Δ., χωρίς αναφορά σε εμβαδόν, το οποίο ακίνητο είχαν ήδη αποδεχθεί νομίμως, κατά τα ανωτέρω, οι Μ.
και Σ. Δ. στο σύνολο των εξ αδιαιρέτου μεριδίων που είχε στην κυριότητά του ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του (1/4 η 4/16 συνολικά) και το οποίο είχαν ήδη μεταβιβάσει με το προαναφερθέν συμβόλαιο πώλησης, μεταξύ άλλων αγοραστών και στον ίδιο τον πατέρα της αποδεχόμενης, Ν. Κ.. Πλην όμως, στην προηγούμενη με αριθμό ...
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου ... Σ. Π. εκτίθεται, ότι η αβάπτιστη τότε κόρη της Α. και του Ν. Κ. αποποιήθηκε νομότυπα την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία του παππού της Ε. Δ.., μετά από άδεια που χορηγήθηκε στον ως άνω Ν. Κ. πατέρα της, με ην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Πρωτοδικών .... Ας σημειωθεί ότι με την εν λόγω πράξη η τότε ανήλικη Δ.
αποδέχθηκε, εκπροσωπούμενη από τον πατέρα της και τα ... εξ αδιαιρέτου μίας αποθήκης 2.000 τ.μ. περίπου, στη θέση "...", που συνόρευε γύρωθεν με οδό ... - ...., με περιοχή εργοστασίου αδελφών Δ., με Εθνικό ... και με αγρό Μ., ήτοι αποδέχθηκε ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου που ο κληρονομούμενος παππούς της είχε αποκτήσει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με το με αριθμό ...
συμβόλαιο αγοράς του Ν. Τ. από τον Α. Κ., το οποίο δεν ταυτίζεται ούτε αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου που είχε αγοράσει ο εν λόγω κληρονομούμενος από τους κληρονόμους Π., ενώ η γιαγιά της, Μ. Δ. και ο θείος της, Σ. Δ. το είχαν ήδη αποδεχθεί στο σύνολο του κληρονομιαίου μεριδίου (1/8 + 3/8 αντίστοιχα ή 1/2 εξ αδιαιρέτου) ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος.
Σημειωτέον ότι στην ένδικη αγωγή και δη στην πρώτη παράγραφο της 8ης σελίδας γίνεται εσφαλμένη αναφορά του περιεχομένου της με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμ/φου ... Σ. Π. και εκτίθεται ότι η Μ. χήρα Ε. Δ.. αποδέχθηκε τα 2/16 εξ αδιαιρέτου και ο Σ. Δ. αποδέχθηκε τα ... εξ αδιαιρέτου του εργοστασίου κονσερβοποιίας μετά της περιοχής του, όσης έκτασης και αν είναι και ότι η ανήλικη Δ.
Κ. αποδέχθηκε τα ... του ίδιου ακινήτου, έως αν ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητά του κατά το χρόνο του θανάτου του τα ... ή 1/2 του ακινήτου αυτού (2/16 + ... + ... =) και όχι το 1/4 ή 4/16 όπως πράγματι συνέβαινε. Ακολούθως, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου συμ/φου νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ΟΓ' και με αριθμό 28.757, η τότε ανήλικη Δ. Κ., εκπροσωπούμενη από τον πατέρα της Ν. Κ., αντιπροσωπευόμενο από τη μητέρα της και σύζυγο του τελευταίου Α. Κ. (Κ. Δ..), πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στο θείο της, Σ. Δ. του Ε., ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου "μίας αποθήκης, κείμενης εις θέσιν "..." της περιφέρειας ...
του δήμου ..., ισογείου μετά της πέριξ περιοχής της, εκτάσεως εξ (6) περίπου στρεμμάτων ή όσης και αν είναι του όλου κτήματος οριζομένου ανατολικώς με οδόν ... - ...., αρκτικώς με περιοχήν εργοστασίου "..." αδελφών Δ., δυτικώς με Εθνικόν ... ... και βαλτώδεις εκτάσεις και νοτίως με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Μ.", το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο συμβόλαιο πώλησης, είχε περιέλθει στην κυριότητά της κατά το ανωτέρω ποσοστό δυνάμει της με αριθμό ...
αποδοχής κληρονομίας του ίδιου συμβολαιογράφου, με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομία του παππού της Ε. Δ.., στον οποίο το ακίνητο είχε περιέλθει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει των με αριθμούς ... και ... συμβολαίων. Ας σημειωθεί ότι με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο πωλείται μερίδιο ... επί του προπεριγραφέντος ακινήτου των 6 στρεμμάτων, που φέρεται ότι προέκυψε από άτυπη συνένωση του αγρού που είχε αγοράσει ο κληρονομούμενος από τον Στ.
Κ. το 1930 και του αγρού που είχε αγοράσει ο ίδιος από τους κληρονόμους Ν. Π. του έτος 1935, αμφότερα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Πλην όμως, με τη με αριθμό ... αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Σ. Π., η Δ. Κ. αποδέχθηκε τα ... του πρώτου εκ των ανωτέρω αγρών (των 2 στρεμμάτων περίπου) και μόνο τα 3/32 του δεύτερου εκ των ανωτέρω αγρών.
Επομένως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι είχε καταστεί κληρονόμος του παππού της και κυρία των κληρονομιαίων ακινήτων με βάση την ανωτέρω αποδοχή κληρονομίας και παρά την προηγηθείσα αποποίηση και στην περίπτωση αυτή ακόμη, μεταβίβασε στον Σ. Δ. ποσοστά επί ακινήτου μεγαλύτερα από αυτά που της ανήκαν.
Στη συνέχεια, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης του συμ/φου ... Ν. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... με αριθμό ..., οι Α. Δ., Μ. Δ. και Σ. Δ. του Ε. πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα στη Μ. Κ. του Σ. τμήμα επιφάνειας 482 τ.μ. από το τμήμα των 3.559,10 τ.μ., που είχε απομείνει στην κυριότητά τους.
Το πωληθέν τμήμα κατά το συμβόλαιο πώλησης συνόρευε ανατολικά με την οδό ... - .... και εν μέρει με διανοιγόμενη οδό, νότια με την ίδια διανοιγόμενη οδό, δυτικά και βόρεια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών. Κατόπιν της μεταβίβασης αυτής, απέμεινε στους πωλητές τμήμα επιφάνειας (3.559,10 - 482) 3.077,10 τ.μ., στον μεν Α.
Δ. κατά τα ..., στη δε Μ. χήρα Ε. Δ.. κατά το ... και στον Σ. Δ. κατά τα ..., αφού οι δύο τελευταίοι μόνο τα εν λόγω ποσοστά είχαν αποδεχθεί κατά την αποδοχή κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους, Ε. Δ.., που κατά το θάνατό του είχε μόνο τα 4/16 του μείζονος ακινήτου, ενώ το υπολειπόμενο ποσοστό εξ 4/16 εξ αδαιρέτου του παραπάνω εδαφικού τμήματος ανήκε στο Ν.
Κ. και τη σύζυγό του Α., δυνάμει του σχετικού προικοσυμφώνου. Περαιτέρω, με το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης του συμ/φου ... Α. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... με αριθμό 29.274, ο Α. Δ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Σ. Δ. του Ν. το 1/2 εξ αδιαιρέτου "μιας αποθήκης μετά της γύρωθεν αυτής βαλτώδους εκτάσεως εκ μέτρων τετραγωνικών 5.800 ή όσης εκτάσεως και αν είναι, κείμενης στη θέση "..." της περιφέρειας ...
και οριζόμενης γύρωθεν ανατολικώς με οδόν ... - ...., δυτικώς με θάλασσαν και εθνικόν ..., βορείως με εργοστάσιον αδελφών Κ. και μεσημβρινώς με ιδιοκτησίαν Μ.", που περιήλθε σε αυτόν δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του Ν. Τ. και του με αριθμό ... συμβολαίου του Β. Π.. Ακολούθως, με το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης του ιδίου συμ/φου ..., νόμιμα μετεγγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο 89 με αριθμό 30.795, η Μ. χήρα Ε. Δ.., ο Σ. Δ. του Ε. και ο Σ. Δ. του Ν. πώλησαν και μεταβίβασαν στους Π. Μ. και Γ. Μ., τμήμα επιφάνειας 408 τ.μ. από το εναπομείναν ακίνητο των 3.077,10 τ.μ., το οποίο ανατολικά συνόρευε με οδό ... - ...., βόρεια με εργοστάσιο ..., νότια με ιδιοκτησία των ίδιων των πωλητών και δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών.
Κατόπιν και αυτής της μεταβίβασης, απέμεινε έκταση (3.077,10 - 408) 2.669,10 τ.μ.. Επίσης, με το με αριθμό 6.099/1967 συμβόλαιο του ιδίου συμ/φου ..., νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 131 με αριθμό 45, η Μ. χήρα Ε. Δ.. πώλησε και μεταβίβασε στον υιό της, Σ. Δ. του Ε., τα 2/16 του εναπομείναντος τμήματος, επικαλούμενη ως τίτλο κτήσης τη με αριθμό ...
αποδοχή κληρονομίας, με την οποία, όμως, αυτή είχε αποδεχθεί κατά τα ανωτέρω μόνο ποσοστό ... (1/4 κληρονομική μερίδα επί του 1/4 που είχε στην κυριότητά του ο κληρονομούμενος). Μετά και από τη μεταβίβαση αυτή, κύριοι του εναπομείναντος εδαφικού τμήματος έμειναν ο Σ. Δ. του Ν. κατά το 1/2, ο Σ. Δ. του Ε. κατά τα 4/16 ή το 1/8 και ο Ν.
Κ. του Α. κατά τα λοιπά 4/16, εφόσον δεν είχαν μεσολαβήσει μεταβιβάσεις και εκ μέρους του τελευταίου, στοιχείο που δεν προκύπτει από τη δικογραφία. Η μόνη περίπτωση να ανήκε το εν λόγω εδαφικό τμήμα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους δύο πρώτους, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, είναι το τμήμα αυτό να μην έχει μεταβιβασθεί στο Ν.
Κ. κατά το 1/4 ως προίκα το έτος 1953 και κατά λογική ακολουθία να μην περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας του 1935, προκύψαν από καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας, καθώς οι ενάγουσας δεν επικαλούνται άλλη ιδιοκτησία των απώτερων δικαιοπαρόχων τους στην περιοχή πλην των ανωτέρω. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, ο Σ.
Δ. του Ε. Δ.εν έχει αποδεχθεί νομότυπα, με αποδοχή κληρονομίας νόμιμα μεταγραμμένη, το ακίνητο αυτό, αλλά τα ... του μείζονος ακινήτου που είχε κατά ποσοστό μόνο 4/16 ο δικαιοπάροχός του Ε. Δ. κατά το χρόνο της επαγωγής. Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατά τη χρονική περίοδο 1967 - 1972 το εναπομείναν εδαφικό τμήμα εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως της πόλης του ...
και ρυμοτομήθηκε στο νότιο μέρος αυτού, με αποτέλεσμα να απομείνει οικόπεδο έκτασης 1.825 τ.μ. Ακολούθως, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμ/φου ... Α. Τ., νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 250 με αριθμό 54, οι Σ. Δ. του Ν. και Σ. Δ. του Ε., αναφερόμενοι στο συμβόλαιο ως μοναδικοί κύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατάτμησαν το ενιαίο οικόπεδο των 1.825 τ.μ.
σε δύο αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, το ένα εκ των οποίων έκτασης 939,40 τ.μ., επί του οποίου είχε ανεγερθεί ήδη πολυώροφη οικοδομή, και το έτερο τμήμα έκτασης 885,60 τ.μ., όπως φαίνεται στο συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Α. Λ. υπό τα περιμετρικά στοιχεία Α - Η - Θ - Β - Α.
Το οικόπεδο αυτό είχε πρόσοψη επί της οδού ..., με την οποία συνορεύει προς νότο και κατά τα λοιπά συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Κ., δυτικά με υπό διάνοιξη δημοτική οδό και ήδη οδό Σ. και ανατολικά με το έτερο ανωτέρω οικόπεδο, που προέκυψε από την κατάτμηση και επί του οποίου κατασκευάστηκε η πολυώροφη οικοδομή.
Την 06.11.1994 απεβίωσε ο Σ. Δ. του Ν. χωρίς να αφήσει διαθήκη και η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, πρώτη ενάγουσα, αποδέχθηκε την κληρονομία του με τη με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμ/φου ... Γ. Τ., νομίμως μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... με αριθμό ...
μεταξύ δε των κληρονομιαίων, ρητά αποδέχθηκε και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ως άνω οικοπέδου. Επίσης, με τη με αριθμό ... συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του ίδιου συμ/φου, μεταγραμμένη νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 489 με αριθμό 70, η ίδια (πρώτη ενάγουσα) αποδέχθηκε το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί έκτασης 192 τ.μ.
που ανήκουν στο εν λόγω οικόπεδο, το οποίο, κατόπιν νεότερης καταμέτρησης, βρέθηκε να έχει έκταση ... τ.μ., το οποίο αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Εξάλλου, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του ιδίου συμ/φου ... Γ. Τ., νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 339 με αριθμό 3, ο Σ. Δ. του Ε.
μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί του ανωτέρω οικοπέδου, με αναγραφόμενη στο συμβόλαιο επιφάνεια 885,60 τ.μ., σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, που είναι θυγατέρες του, ενώ με το με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ... με αριθμό …., παραιτήθηκε από το δικαίωμα της επικαρπίας, ώστε να καταστούν οι κόρες του πλήρεις κυρίες του ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία. Τέλος, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία του ίδιου υποθηκοφυλακείου στον τόμο ...
με αριθμό 63 ο Σ. Δ. του Ε. μεταβίβασε στις δύο ως άνω θυγατέρες του - δεύτερη και τρίτη των εναγουσών λόγω γονικής παροχής, συμπληρωματικά έκταση 192 τ.μ. από το ίδιο οικόπεδο, επειδή κατά νεότερη εμβαδομέτρηση βρέθηκε να έχει συνολική επιφάνεια ... τ.μ.. Για τις ανωτέρω μεταβιβάσεις ο παρέχων επικαλέστηκε ως τίτλους κτήσης του 1/2 κυριότητας επί του οικοπέδου τη με αριθμό ...
αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα του ως προς τα ..., το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης των ... από τη Δ. Κ. και το με αριθμό 6.099/1967 συμβόλαιο πώλησης των 2/16 από τη Μ. Δ.. Όμως, κατά τα ανωτέρω, ο ίδιος είχε με παράγωγο τρόπο καταστεί κύριος μόνο των 4/16 ή 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, εκ των οποίων τα ...
δυνάμει της αποδοχής κληρονομίας του πατέρα του με την ως άνω μεταγεγραμμένη δήλωση αποδοχής και το ... με αγορά από τη Μ. Δ., η οποία μόνο το ποσοστό αυτό κυριότητας είχε επί του ακινήτου, δυνάμει της ίδιας ως άνω δήλωσης αποδοχής. Επομένως, προκύπτει ότι οι δεύτερη και τρίτη των εναγουσών δεν κατέστησαν συγκυρίες του ακινήτου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, αλλά, επίσης, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τους σχετικούς προσκομιζόμενους τίτλους, μόνο κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, γεγονός που αρκεί ωστόσο για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός τους στην άσκηση αυτής.
Περαιτέρω, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης, με το οποίο πωλήθηκε ακίνητο από τους κληρονόμους Π. στους αδελφούς Δ., αναφέρεται σε αγρό, στη θέση "..." ..., με εμβαδόν ως έγγιστα πέντε στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν είναι, προερχόμενο από την πατρομητρική περιουσία των πωλητών, συνορευόμενο ανατολικά με δρομίσκο, δυτικά με θάλασσα, βόρεια με αγρό Κ.
και νότια με κτήμα αγνώστου, το οποίο, επίσης κατά τα ανωτέρω είναι το όμορο προς νότο ακίνητο των ίδιων των αγοραστών, Ε. και Α. Δ.., εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 1.804 τ.μ., οι οποίοι το είχαν αποκτήσει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με αγορά από τον Α. Κ., δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου. Στο επόμενο χρονικά των δύο ανωτέρω, συμβόλαιο πώλησης με αριθμό ..., στο οποίο ως τίτλος κτήσης του μεταβιβαζόμενου ακινήτου αναφέρεται το με αριθμό ...
συμβόλαιο πώλησης, μεταβιβάζεται κατά τα ... εργοστάσιο που κατασκευάστηκε μετά το έτος 1949 εντός του ως άνω αναφερόμενου αγρού, καθώς και η αντίστοιχη περιφραγμένη περιοχή του, ενώ στο διάγραμμα, που συνοδεύει το συμβόλαιο πώλησης, εμφανίζεται ευρύτερη έκταση εμβαδού συνολικά ... τ.μ. ως έκταση ιδιοκτησίας αδερφών Δ., από την οποία τα ...
τ.μ. αποτελούν την περιφραγμένη, σύμφωνα με το συμβόλαιο, έκταση του εργοστασίου και τα υπόλοιπα 3.559,10 τ.μ. φέρονται ως ιδιοκτησία των αδερφών Δ., που δεν αποτελεί χώρο του εργοστασίου. Από τα ανωτέρω προκύπτει διαφορά, εκ της μη ταύτισης και δη της αύξησης του εμβαδού μεταξύ των ακινήτων των τίτλων ... και ..., κρίσιμο δε στοιχείο για να προκύψει ο λόγος αυτής της αύξησης είναι η εφαρμογή των τίτλων της χρονικής περιόδου έως και το έτος 1935, καθώς από το έτος 1957, οπότε το ακίνητο με τις εγκαταστάσεις του ανωτέρω εργοστασίου μεταβιβάστηκε περαιτέρω, το επίδικο οικόπεδο των εναγουσών, που περιλαμβάνεται στην έκταση αυτή, περιγράφεται σαφώς στα συμβόλαια.
Στην κρινόμενη αγωγή εκτίθεται ότι στη συνολική έκταση, που πωλήθηκε με το συμβόλαιο του έτους 1935 περιλαμβάνονται τόσο τα ανωτέρω (3) διαλαμβανόμενα ακίνητα, κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Ν. Π. (δυνάμει των με αριθμούς ... ... συμβολαίων και του με αριθμό ... παραχωρητηρίου), όσο και αυτό που αφορά το και με αριθμό ...
παραχωρητήριο προς τα ως άνω τέκνα του Λ. και Π. - Π. Π. και εκ των πωλητών στο με αριθμό ... συμβόλαιο. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπ. μηχανικού Ε. Μ., οι τρεις πρώτοι εκ των παραπάνω τίτλων έχει εφαρμογή στο έδαφος μόνον ως προς την περιγραφή της θέσης και των ορίων και ο τέταρτος μόνον ως προς τα όρια, ενώ ως προς το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο, κατά την ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αυτό: " ... έχει εφαρμογή στο έδαφος ως προς τα όρια... . Το κτήμα αγνώστου, που αναφέρεται ως μεσημβρινό (νότιο) όριο είναι των ίδιων αγοραστών αφών Σπ. Δ., που το αγόρασαν. Ο τίτλος ... είναι ο εναρκτήριος τίτλος της ιδιοκτησίας των αδελφών Σπ. Δ.. Σύμφωνα με την περιγραφή του συμβολαίου οι κληρονόμοι του Ν.
και της Α. Π., πώλησαν ως ενιαίο τον αγρό, που είχε προκύψει από τα συμβόλαια ..., ..., ... και .... Τα συμβόλαια αυτά αναγράφουν ως εμβαδόν ως έγγιστα 3 στρέμματα και 3 βασιλικά στρέμματα. Συνολικά δηλαδή 6 στρέμματα ή όσο και αν είναι. Δεν μπορεί με τον όρο στρέμμα να εννοεί το ... στρέμμα (που είναι ίσο με 1,270 του βασιλικού στρέμματος), αφού το ...
στρέμμα είχε καταργηθεί με το Φ.Ε.Κ. 56/1836 από το έτος 1837. Επειδή είναι γνωστό ότι τα παλαιά συμβόλαια είναι συνηθέστατα αναξιόπιστα ως προς το αναγραφόμενο εμβαδόν των ακινήτων στα οποία αναφέρονται και δεν συνοδεύονται από διαστάσεις, σταθερά σημεία και γεωμετρικά στοιχεία ή σχήματα δεν είναι δυνατή η απόλυτη εφαρμογή του τίτλου στο έδαφος μόνο από το αναγραφόμενο εμβαδόν".
Ενόψει αυτών, τα υποστηριζόμενα από τις ενάγουσες περί του ότι η συνολική έκταση που διαμορφώθηκε κατά τα ανωτέρω ανήρθε σε (2,6 [2 παλαιά στρέμματα] + 1,3 [1 παλαιό στρέμμα] + 3,6 [δύο βασιλικά στρέμματα]+ 1,8 [1 βασιλικό στρέμμα]) 9 περίπου στρέμματα, επικαλούμενες την αντιστοιχία τόσο του "παλαιού", όσο και του βασιλικού στρέμματος με το ισχύον σήμερα στρέμμα, είναι αβάσιμα, καθώς ήδη από το έτος 1837 είχε καθιερωθεί ως μονάδα μέτρησης το μέτρο μήκους που χρησιμοποιείται και σήμερα και είχε καταργηθεί το "παλαιό" στρέμμα, που ισούτο με 1.270 τ.μ., ενώ το βασιλικό στρέμμα ισούται με το σημερινό στρέμμα των 1.000 τετραγωνικών μέτρων (βλ.
σχετικά το από 15.03.1988 σημείωμα του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών). Επίσης και όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό περί του ότι στον ενιαίο αγρό, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, περιλαμβάνονται και τα ακίνητα που αναφέρονται στα υπ' αριθμ. ... και ... παραχωρητήρια, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι αναφορικά με το πρώτο ως άνω παραχωρητήριο, το παραχωρηθέν στο Ν.
Π. ακίνητο, δεν αποτέλεσε τμήμα του μείζονος ακινήτου που αυτός δημιούργησε με τμηματικές αγορές, καθώς η αναφερόμενη σε αυτό θέση "...", προφανώς και δεν δύναται να ταυτίζεται με τη θέση "...". Τούτο διότι στο προσκομιζόμενο διάγραμμα αμπέλων της περιφέρειας ..., που συντάχθηκε τον Ιανουάριο του έτους 1873, η άμπελος, που περιγράφεται στο με αριθμό ...
συμβόλαιο ταυτίζεται με το με αριθμό 821 τεμάχιο, με αναγραφόμενο εμβαδόν 1.584 τ.μ. και η άμπελος που περιγράφεται στο με αριθμό ... συμβόλαιο ταυτίζεται το με αριθμό 820 τεμάχιο, με αναγραφόμενο εμβαδόν 880 τ.μ., το οποίο εφάπτεται νοτίως του πρώτου ακινήτου, αμφότερα δε συνορεύουν ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με θάλασσα, σχηματίζοντας ένα ενιαίο ακίνητο υπό τον ίδιο ιδιοκτήτη, στο οποίο, κατά την περιγραφή του πρώτου ως άνω παραχωρητηρίου, δεν μπορεί να ενταχθεί και το σχετικό παραχωρηθέν ακίνητο, αφού αυτό δεν μπορεί να τοποθετηθεί ανατολικά ή δυτικά του ενιαίου, όπου υπάρχει δρόμος (ανατολικά) και θάλασσα (δυτικά) αντίστοιχα, ούτε όμως και βόρεια του ενιαίου ακινήτου, διότι τότε δεν θα είχε νότιο σύνορο ιδιοκτησία Ιατρού, αλλά ιδιοκτησία Π.
ή έστω της δικαιοπαρόχου αυτού, ήτοι ιδιοκτησία Π. χήρας Γεωργίου, ούτε και νότια του ενιαίου, διότι τότε δεν θα είχε βόρειο σύνορο "θάλασσα και γη λασπώδη", αλλά την ήδη αναγνωρισμένη ως άμπελο, με αριθμό τεμαχίου 820, ιδιοκτησία του Ν. Π.. Ούτε, όμως, και το περιεχόμενο στο με αριθμό ... παραχωρητήριο ακίνητο περιλαμβάνεται ως μέρος του ενιαίου αγρού στο με αριθμό ...
πωλητήριο συμβόλαιο, καθώς οι πωλητές τέκνα αυτού, μεταξύ των οποίων και οι Λ. και Π. Π., στους οποίους αφορά το εν λόγω παραχωρητήριο, μεταβίβασαν στους αδελφούς Α. και Ε. Δ. του Σ. τον αμπελώνα που κληρονόμησαν και δη "έναν αγρό κείμενο στη θέση "..." της περιφέρειας και πόλεως του Δήμου ... εκτάσεως ως έγγιστα πέντε (5) στρεμμάτων ή όσης αν είναι, οριζόμενον ανατολικώς με οδό (δρομίσκον), δυτικώς με θάλασσα, αρκτικώς με αγρόν Κ.
και μεσημβρινώς με κτήμα αγνώστων, περιελθόντος αυτοίς εκ κληρονομίας πατρομητρικής των κατά το έτος 1882 αποβιωσάντων γονέων των Ν. και Α. Π. και συνεχούς έκτοτε κατοχής, νομής και κυριότητας" και όχι και τον αμπελώνα, που είχε παραχωρηθεί μόνο στους δύο ως άνω εξ αυτών και ο οποίος σε περίπτωση που περιλαμβανόταν στο εν λόγω συμβόλαιο, σαφώς και θα αναφερόταν ρητά ως μέρος του πωλούμενου ακινήτου, ως μη ανήκων τότε στην πατρομητρική περιουσία, αλλ' ούτε και στο σύνολο των πωλητών.
Συνεπώς και ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός όσο και τα ως άνω σχετικά διαλαμβανόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης περί του ότι στο με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο περιλαμβάνονται και τα ακίνητα που περιγράφονται στα ανωτέρω δύο παραχωρητήρια, κρίνονται, επίσης αβάσιμα στην ουσία τους, ενώ ο δικαιολογητικός λόγος, που αναφέρεται στην ίδια έκθεση, περί του ότι τα παλαιά συμβόλαια είναι συνηθέστατα αναξιόπιστα ως προς το αναγραφόμενο εμβαδόν των ακινήτων στα οποία αναφέρονται, δεν κρίνεται επαρκής, ερχόμενος σε ευθεία αντίθεση με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, όπως, επίσης και με την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο σχετική από ...
τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Σ.. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων για το λόγο ότι έκρινε ότι δεν περιλαμβάνονται στον πωληθέντα με το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο, αγρό και τα ακίνητα, που αναφέρονται στα ως άνω δύο παραχωρητήρια, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι με το εν λόγω συμβόλαιο πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στους αδελφούς Δ. μόνο ο αρχικός αγρός - αμπελώνας των (3) περίπου στρεμμάτων, που κληρονόμησαν οι πωλητές από τον πατέρα τους, ενώ τα εμβαδά των δύο ανωτέρω αμπελώνων, που αποτελούσαν τον αγρό αυτό, είχαν ήδη στρογγυλοποιηθεί προς τα πάνω κατά τη σύνταξη των αρχικών συμβολαίων αγοράς από το Ν.
Π., ώστε ο πρώτος αμπελώνας να εμφανίζεται ως αγρός ενός στρέμματος και ο δεύτερος ως αγρός δύο στρεμμάτων και κατά την πώλησή τους το έτος 1935, από αρχική συνολική επιφάνεια (880+1.584) 2.464 τ.μ., παρουσιάστηκαν αυτοί με συνολική επιφάνεια 5 στρεμμάτων ως έγγιστα ή όσης κι αν είναι. Ακολούθως και ως προς την αποτύπωση του με αριθμό ...
συμβολαίου στο έδαφος, η θέση του ακινήτου, λόγω της μη ύπαρξης τοπογραφικού διαγράμματος, μπορεί να συναχθεί από την περιγραφή αυτού με βάση το ανατολικό και βόρειο όριό του, καθώς ως ανατολικό όριο αναφέρεται "οδός (δρομίσκος)", ο οποίος είναι η παλαιά οδός ... - .... (...) και ήδη σήμερα οδό ... και ως βόρειο όριο αυτού ορίζεται "αγρός Κ.", το οποίο με βάση την διαδοχή των τίτλων είναι το προς βορρά όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας Φ..
Στους αρχικούς τίτλους κτήσης της μείζονος έκτασης, ήτοι στα με αριθμούς ... και ... συμβόλαια πώλησης προς τον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγουσών, Ν. Π., σταθερά σημεία παραμένουν ο δρόμος ανατολικά και η θάλασσα δυτικά, καθενός των επιμέρους δύο εδαφικών τεμαχίων, με το ακίνητο που περιγράφεται στο με αριθμό ...
συμβόλαιο να βρίσκεται στο νότιο όριο του περιγραφομένου στο με αριθμό ... συμβόλαιο ακινήτου, το οποίο και συνόρευε βόρεια με "βούρκο θαλάσσης". Ως προς δε το μεταγενέστερο με αριθμό ... συμβόλαιο, από την αποτύπωση στο έδαφος του περιγραφόμενου σε αυτό ακινήτου με βάση τον τίτλο και σύμφωνα με τα ήδη γνωστά, βόρειο και ανατολικό όριο αυτού, φέρεται η διαφορά του εμβαδού να εντοπίζεται στο δυτικό όριο του ακινήτου.
Και τούτο, διότι στο νότιο όριο του ακινήτου, όπου στο με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ότι συνορεύει με "κτήμα αγνώστου", στο ανωτέρω με αριθμό ... συμβόλαιο προκύπτει ότι το νότιο όριο του ακινήτου αυτού ήταν "ιδιοκτησία αδερφών Δ.", η οποία προέρχεται από έκταση εμβαδού 1.804 τ.μ. που αγόρασαν αυτοί δυνάμει του με αριθμό ...
συμβολαίου. Επιπροσθέτως, από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης αεροφωτογραφίας (ζεύγους) του έτους 1945 προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν σε περιοχή που αποδίδεται με σκούρο χρώμα, η οποία σε συσχέτιση με το από 1950 διάγραμμα αποτύπωσης του ..., συνιστά βαλτώδη έκταση. Τα ανωτέρω ενισχύονται από την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έκθεση φωτοερμηνείας της ίδιας αεροφωτογραφίας, από τη δασολόγο Κ. Μ., η οποία αναφέρει ότι η υπό εξέταση έκταση διαφοροποιείται από τις γεωργικές και αγροτικές εκτάσεις της περιοχής και εντός αυτής δεν παρατηρείται ίχνος ανθρώπινων καλλιεργητικών επεμβάσεων ή άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων, ο σκούρος δε τόνος του γκρι σε συνδυασμό με το ότι η εν λόγω έκταση βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η βλάστηση που κάλυπτε την έκταση αποτελείτο προφανώς από φυτά που ευδοκιμούν σε εκτάσεις με μεγάλη συγκέντρωση υγρασίας, όπως οι βάλτοι.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται: α) από την εκ διαμέτρου αντίθετη προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες από 18.8.2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., η οποία είναι μεν πληρέστερη ως προς τις αποτυπώσεις της επί των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και μετέπειτα, όσο και ως προς το πλήθος των συμπερασμάτων της, πλην όμως, τα διαλαμβανόμενα σε αυτά, ήτοι ότι από την παρατήρηση προκύπτει στην ίδια έκταση φυτική κάλυψη από θάμνους και δέντρα ξυλώδους μορφής με μέσο ύψος 1 μ., καθώς και υποτυπώδες δίκτυο μονοπατιών, ενώ ο τόνος του γκρι είναι περισσότερο προς το λευκό μεταξύ των θάμνων και του εδάφους, που φανερώνει μεγάλη αντανακλαστικότητα του εδάφους στο ηλιακό φως εκ του οποίου συμπεραίνεται απουσία νερού ή υγρασίας από το έδαφος, δεν κρίνεται ότι αποτυπώνουν τη φύση της έκτασης κατά τον ως άνω χρόνο, αποτελούντα παρατηρήσεις του συντάξαντος μη υποστηριζόμενες από το επισκοπούμενο υλικό και β) από το αντίθετο σχόλιο του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Α. για την παραπάνω φωτοερμηνεία της δασολόγου Κ. Μ., το οποίο περιέχεται στη σχετική προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες από 19.02.2008 τεχνική έκθεση αυτού, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι η εμφάνιση της έκτασης, η χροιά, η πυκνότητα και η απόχρωση είναι ανάλογη με πολλές κοντινές ή μακρύτερες εκτάσεις, που είτε τελούσαν σε αγραναύπαυση είτε ήταν χορτολίβαδα, αλλά και σε ιδιοκτησίες της ευρύτερης περιοχής που βρίσκονται και ανατολικότερα από την οδό ...
και την οδό ..., τα οποία δεν κρίνονται βάσιμα για τους ίδιους ως άνω λόγους. Τα παραπάνω ενισχύονται, επίσης: α) από το διάγραμμα αμπέλων του έτους 1873, έστω και αν σε αυτό δεν αποτυπώνεται με μετρητική ακρίβεια η τότε προς δυσμάς ευρισκόμενη ακτογραμμή και αποτελεί σκαριφηματική απεικόνιση, σύμφωνα με τη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ε.
Μ., καθώς αναγράφονται επ' αυτού οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, η δε επίδικη έκταση φέρεται να βρίσκεται εντός της περιοχής που οριοθετείται ως "θάλασσα ιχθυοτροφείου", ήτοι αβαθή ύδατα και β) από το εγκριθέν το έτος 1959 Σχέδιο Πόλεως του ... σε διάγραμμα με υπόβαθρο του ... του έτους 1954, όπου οροθετείται το όριο του βάλτου, στο ίδιο σημείο που απεικονίζεται και στο διάγραμμα αμπέλων του έτους 1873 με την επίδικη έκταση να εντοπίζεται στο σύνολό της εντός αβαθούς θάλασσας ιχθυοτροφείου και παραθαλάσσιων γαιών, τα οποία και δεν αναιρούνται από τις ίδιες ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις, που προσκομίζονται από τις ενάγουσες, αλλ' ούτε και από κάποιο άλλο προσκομιζόμενο από αυτές στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου και ως άνω συντάξαντος την από 19.02.2008 τεχνική έκθεση τοπ.
μηχανικού Ν. Α..
Συνεπώς και ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός όσο και τα ως άνω σχετικά διαλαμβανόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης περί του ότι η ύπαρξη κτίσματος εντός του επιδίκου ενισχύει την άποψη ότι δεν υπήρχε βάλτος, αφού δεν είναι δυνατή η ανέγερση και διατήρηση κτίσματος σε βάλτο, ενώ το επίδικο δεν εμφανίζει κανένα στοιχείο, όπως έντονη υγρασία ή συγκέντρωση νερού, το οποίο να συνηγορεί σε ύπαρξη βάλτου, καθώς και ότι ο νομομηχανικός ...
προκύπτει ότι διενήργησε αυτοψία και υπέγραψε το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα για την έκδοση οικοδομικής άδειας για το ανωτέρω εργοστάσιο των αδελφών Δ. εντός του επιδίκου και δεν διαπίστωσε, ούτε θάλασσα ή ύπαρξη βάλτου ή επιχωματώσεων κρίνονται, επίσης αβάσιμα στην ουσία τους, οι ανωτέρω δε δικαιολογητικοί λόγοι, που αναφέρονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την ύπαρξη γης εντός του επιδίκου και όχι βαλτώδους ή επιχωματωθείσας έκτασης, δεν κρίνεται επαρκής, αφενός διότι από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει η τεχνική δυνατότητα ευχερούς ανέγερσης κτισμάτων ακόμη και εντός βαθέων θαλασσίων υδάτων, ήτοι κατά πολύ περισσότερο προκύπτει τέτοια δυνατότητα κατά το χρόνο εκείνο κατασκευής κτισμάτων επί επιχωματωθεισών βαλτωδών εκτάσεων και αφετέρου διότι από μόνη την υπογραφή του σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος δεν προκύπτει και αντίστοιχα αυτοψία επί του χώρου κατασκευής του εργοστασίου από τον αρμόδιο υπάλληλο.
Κατ' ακολουθίαν και των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών από το 1935 έως τουλάχιστον την κατασκευή του παραπάνω εργοστασίου μετά το 1949, η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο αποτελούσε βαλτώδη έκταση. Επομένως και τα σχετικά σκέλη του δεύτερου λόγου έφεσης, με τα οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων για το λόγο ότι έκρινε ομοίως, ήτοι ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα το επίδικο αποτελούσε βαλτώδη έκταση, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική, καθώς κατά τη χάραξη της γραμμής παλαιού αιγιαλού από την επιτροπή του άρθρου 2 του Α.Ν. 2344/1940 με την από 08.09.1980 έκθεσή της, έπειτα από τη σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν., αυτή τέθηκε εκτός της γραμμής χάραξης των ορίων του παλαιού αιγιαλού γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν καταλαμβανόταν από ύδατα, αλλά ήταν ιδιωτική - καλλιεργήσιμη έκταση.
Ωστόσο, δεδομένου ότι το παραλιακό μέτωπο της πόλης του ... κατά τη διάρκεια της τριακονταετίας 1950 - 1980 έχει υποστεί αλλοιώσεις λόγω της κατασκευής δημόσιων έργων, όπως στάδια, αθλητικές εγκαταστάσεις, δημόσια κτίρια υπάρχουν πιθανότητες εσφαλμένης εκτίμησης της ζώνης του παλαιού αιγιαλού από την ανωτέρω επιτροπή, μη συνηγορούντος του στοιχείου αυτού υπέρ του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού.
Από το ίδιο υλικό αποδείχθηκε ότι μετά το έτος 1945 οπότε και ελήφθησαν οι ανωτέρω αναφερόμενες αεροφωτογραφίες και σε κάθε περίπτωση μέχρι το έτος 1950 ξεκίνησε η επιχωμάτωση της βαλτώδους εκτάσεως στη συγκεκριμένη περιοχή. Τα μπάζα ρίχνονταν και στο επίδικο από τρίτους που ανήγειραν οικοδομές, αλλά και από το Δήμο ..., έπειτα από παράπονα των περιοίκων, οι οποίοι όταν άρχισε η ανοικοδόμηση κατοικιών επεδίωκαν να φύγουν τα νερά, τα οποία αποτελούσαν εστία μόλυνσης.
Έτσι επιτεύχθηκε η αύξηση της έκτασης του ακινήτου που μεταβιβάστηκε από τους κληρονόμους Π. στους αδερφούς Δ. από 5 στρέμματα ως έγγιστα ή όση και αν είναι κατά τον τίτλο κτήσης - (3) στρέμματα κατά τα ως άνω αποδειχθέντα περίπου σύμφωνα με τα δύο συμβόλαια αγοράς από τον απώτατο δικαιοπάροχο Ν. Π. - στα ...
τ.μ., ήτοι η διαφορά που διαπιστώθηκε στην έκταση του επίδικου ακινήτου μεταξύ των με αριθμούς ... και ... συμβολαίων εντοπίζεται στο δυτικό όριο του ακινήτου, που αποτελούσε εκτός περίφραξης τμήμα του ακινήτου, κενό κατασκευών και εγκαταστάσεων και οφείλεται στην επιχωμάτωση της βαλτώδους έκτασης με μπάζα και τη δημιουργία στερεού εδάφους, που συνέβη σταδιακά μετά το έτος 1945 και μέχρι το έτος 1950.
Στη συνέχεια οι αδερφοί Δ. προσήρτησαν την εδαφική αυτή έκταση στην ιδιοκτησία τους ώστε αυτή απέκτησε συνολική έκταση ... τ.μ. επί της οποίας ιδιωτικής έκτασης, ήτοι στο βορειοανατολικό τμήμα του μείζονος ακινήτου των ... τ.μ. και δη ουσιαστικά εφαπτόμενο επί της εκεί ευρισκομένης οδού ... (άλλοτε ... και παλαιότερα ... - ....) κατασκευάσθηκε το εργοστάσιο κονσερβοποιίας και οι αποθήκες του (βλ.
τις σχετικές αεροφωτογραφίες των ετών 1959 και 1960). Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1959 - 1960 που περιέχεται στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση του Γ. Κ., που καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα με την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1945, αλλ' ούτε και από το ανωτέρω ...
τοπογραφικό διάγραμμα που αφορά το εργοστάσιο των αδελφών Δ. του εργοστασίου τους καθώς αυτό εμφανίζει το παραπάνω ακίνητό τους ως έχον έκταση ακόμη μεγαλύτερη των ... τ.μ. ήτοι 13.500 τ.μ. (150 μ. Χ 90 μ. οι αναγραφόμενες πλευρικές διαστάσεις) και με μορφή διαφορετική αυτής που φαίνεται τόσο στο διάγραμμα αμπέλων του 1873 όσο και αυτής που φαίνεται σε όλα τα μεταγενέστερα διαγράμματα έως και την άσκηση της αγωγής και δη ως ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, με τις ως άνω διαστάσεις αντί να έχει σχήμα τετραπλεύρου, όπως στα μεταγενέστερα τοπογραφικά διαγράμματα. ...
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω προσαρτηθείσα από τους αδελφούς Δ., έκταση, στην ιδιωτική έκταση των περίπου κατ' ανώτατο όριο πέντε στρεμμάτων, την οποία είχαν αγοράσει αυτοί από τους κληρονόμους Ν. Π., είναι δημόσιο κτήμα, καθώς, όπως προκύπτει από το από Νοεμβρίου 1833 Β.Δ. "Περί ενοικιάσεως των ελών και των βαλτωδών γαιών", όλες οι βαλτώδεις εκτάσεις είναι δημόσια κτήματα, τα οποία διαχειριζόταν το Δημόσιο δια των οργάνων του.
Εξάλλου, η αποξήρανση βάλτου επιτρεπόταν μόνο με άδεια της δημόσιας αρχής, ενώ δικαιώματα κυριότητας από ιδιώτη μπορούσαν να αποκτηθούν μόνο μετά από παραχώρησή τους από το .... Επίσης, δεν αποδείχθηκε αδιάλειπτη νομή από τους απώτατους δικαιοπάροχους των εναγουσών επί του επίδικου εδαφικού τμήματος κατά το χρονικό διάστημα της τριακονταετίας έως το 1915, καθώς κατά το διάστημα αυτό η παραπάνω έκταση ήταν βαλτώδης, οι δε απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών αδελφού Δ.
προχώρησαν στην προσάρτηση της επίδικης έκτασης μετά το έτος 1945, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί ασκούσαν επί του επιδίκου πράξεις νομής κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ήτοι μετά τουλάχιστον το έτος 1930 οπότε και προέβησαν στην πρώτη αγορά ακινήτου στην περιοχή με το με αριθμό ... συμβόλαιο. Σημειωτέον ότι ήδη από το 1996 το εναγόμενο ...
δια των αρμοδίων οργάνων του σταμάτησε την ανοικοδόμηση όμορου ακινήτου και μετά από έρευνα προχώρησε στη καταγραφή του επιδίκου μαζί με μεγαλύτερη έκταση ως δημόσιο κτήμα. Σε κάθε περίπτωση οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοί τους τελούσαν σε κακή πίστη κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 3127/2003, καθώς από τους νόμιμους τίτλους τους προκύπτει ότι αυτές δεν νομιμοποιούνται στο σύνολο της έκτασης του ακινήτου που διεκδικούν, παρά μόνον έκταση 5 στρεμμάτων και όχι πλέον αυτής, σημειούμενου και του γεγονότος ότι είχαν ξεκινήσει ήδη από το έτος 1989 δικαστικές διενέξεις μεταξύ ιδιωτών που καταπατούσαν διάφορα τμήματα της περιοχής και του ...
και επομένως, οι ενάγουσες είχαν ήδη από τότε γνώση των ισχυρισμών του εναγομένου περί της προηγούμενης βαλτώδους μορφής του επιδίκου και των διεκδικήσεων του επ' αυτού. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από κανένα προσκομιζόμενο από τις ενάγουσες αποδεικτικό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων των εκ διαμέτρου αντίθετων ως προς τη νομή των δικαιοπαρόχων των εναγουσών επί του επιδίκου, ενόρκων βεβαιώσεων των ως άνω μαρτύρων Ι.
Κ., Β. Χ. και Μ. Κ., οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές. Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι οι ενάγουσες δεν έχουν αποκτήσει δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο με παράγωγο τρόπο από τους δικαιοπαρόχους τους ή βάσει χρησικτησίας, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ε. Μ. δεν δικαιολογούνται επαρκώς, κατά τα ανωτέρω και ως εκ τούτου, επίσης, δεν κρίνονται πειστικά. ... .
Τέλος, από το γεγονός ότι οι κληρονόμοι του Ε. Δ.. και ο γαμπρός του, προέβησαν στις ανωτέρω αναφερόμενες συνεχόμενες ενδοοικογενειακές ή και προς τρίτους συμβολαιογραφικές πράξεις, προκύπτει σαφώς ότι αυτοί τις πραγματοποίησαν στην προσπάθεια διαμοιρασμού την κληρονομιαίας περιουσίας, όταν αυτή το έτος 1957 υπερδιπλασιάστηκε και δη από πέντε στρέμματα σε περισσότερη των δέκα στρεμμάτων, επιχειρώντας εκ των υστέρων μεταβολή νομικών πράξεων στις οποίες μέχρι τότε είχαν προβεί οι ίδιοι και ο κληρονομούμενος, ερμηνεύοντας αυθαίρετα εκ των υστέρων το ανωτέρω αναφερόμενο προικοσύμφωνο ως μη περιέχον εδαφική έκταση πέραν των 7.337,50 τ.μ., παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της αποδοχής κληρονομίας της Μ.
Δ.. και του Σ. Δ.. ως προς τα ποσοστά και ως προς την ιδιότητά τους ως μοναδικών κληρονόμων, προβαίνοντας σε αποδοχή κληρονομίας εκ μέρους της ανήλικης Δ. Κ., που φέρεται να έχει ήδη στο παρελθόν νόμιμα αποποιηθεί την κληρονομία του παππού της και πάντως την αποδέχεται μετέπειτα κατά ποσοστό 3/32 ως προς το κρίσιμο ακίνητο, μετά τη νόμιμα μεταγραμμένη αποδοχή του συνόλου του κληρονομιαίου από τη γιαγιά και το θείο της και την πώληση του μεγαλύτερου τμήματος αυτού σε τρίτους, μεταξύ των οποίων αγοραστών ο εκπροσωπών αυτήν πατέρας της, αλλά και με την πώληση των ...
κατά παραμόρφωση και της δικής της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, αφού αποδέχθηκε μόνο τα 3/32) στο θείο της, Σ. Δ. και την πώληση προς τον τελευταίο ποσοστού 2/16 από τη μητέρα του, Μ. Δ., μολονότι αυτή είχε αποδεχθεί μόνο το ....".
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), ορίζονται τα εξής: "§1 Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β'εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.. §2 Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμού αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 του Α.Κ. "Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ... όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνον αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Από τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το ...
και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ... "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από τις 12.09.1915 έως και τις 16.05.1926 και του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ... κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί έως τις ..., αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του ....
Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως, μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003, επί δέκα έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23.02.1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. (ή για μεγαλύτερο, εάν επ' αυτού υφίσταται κτίσμα κατά την 31.12.2002, που καλύπτει ποσοστό 30% τουλάχιστον του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δομήσεως), εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. .
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του ..., εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του ..., νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά έως την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003 και υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ.
§1 περίπτ. α' και β' του ιδίου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του ..., το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε (πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του ... αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του).
Τούτο προκύπτει τόσο από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι "νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού", όσο και από τον γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, ενόψει της συντάξεως του ..., αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του ...
επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, για τον μετά τις ... χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή. Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται, όσον αφορά το άρθρο 4, η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με στον νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σε αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (Α.Π. 943, 942/2012).
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβάλλοντος στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβάλλων δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του ΚΠολΔ).
Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη, κατά το άρθρο 989 του Α.Κ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το ..., σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το ....
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο δύναται να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το ... (Ολ.Α.Π. 11/2015). Τέτοιος νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του ... επί του δημοσίου κτήματος είναι κάθε πράξη με την οποία το ... γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας.
Τέτοιες πράξεις είναι (ενδεικτικά) η κοινοποίηση πράξεως της αρμοδίας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος, αφού, δια της κοινοποιήσεως αυτής, το ... γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας και καθορίζει εις βάρος του νεμομένου αυτό την οφειλόμενη αποζημίωση για την υπό του ιδίου αυθαίρετη και άνευ συναινέσεως χρήση του κτήματος, η προβολή των δικαιωμάτων του ...
με την επίδοση εμπράγματης αγωγής, η έκδοση και κοινοποίηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, η υποβολή μηνύσεως για κατάληψη δημοσίου κτήματος, η επίδοση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους του ..., η άσκηση διακατοχικών πράξεων στο ακίνητο από όργανα του ..., η απόρριψη από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αιτήσεως του νομέα για την αναγνώριση της κυριότητάς του, η γνώση από τον χρησιδεσπόζοντα ότι στο πλαίσιο της κτηματογραφήσεως υποβλήθηκε από το ...δήλωση ιδιοκτησίας, προκριμένου ορισμένη έκταση να καταχωρηθεί ως δημόσια, η ένσταση κατά της αποφάσεωςτης πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεως, η καταγραφή ακινήτου ως ανταλλαξίμου κτήματος του ...
που περιήλθε σε γνώση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα (Α.Π. 776/2021, Α.Π. 712/2020, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 366/2017, Α.Π. 225/2017, Α.Π. 190/2017, Α.Π. 721/2015, Α.Π. 159/2014). Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, οι παράγραφοι 1 και 2 του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3127/2003 αντικαταστάθηκαν με την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), χωρίς όμως ουσιώδεις τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις καθόσον αφορά τα οριζόμενα και στις δύο ως άνω παραγράφους, με εξαίρεση τα όσα στη συνέχεια ορίζονται στην §2, κατά την οποία "Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 240 του νόμου αυτού, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, χωρίς να υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση αναφορικά με την παράγραφο 11 του άρθρου 154.
Τέλος, το, κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, βάρος αποδείξεως της κακής πίστεως του νομέως ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής εκάτερου τούτων φέρει το ..., αφού με τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία ευρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της §1 του άρθρου 4 ιδίου νόμου, καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχός του, αλλά, αντιθέτως, το ...
βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα ή του δικαιοπαρόχου του (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 121/2022, Α.Π. 22/2021, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 23/2019, Α.Π. 187/2017). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Τέλος, από το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, εκτός εάν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ. . Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566§1 και 577§3 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλ. ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε τα περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π. 25/2005, Α.Π. 1719/2008).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στην ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως του άρθρου 4§1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι αφενός μεν, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρκέσθηκε σε λιγότερα (ή και αδιάφορα) περιστατικά από αυτά που ο νόμος απαιτεί, αφετέρου δε το αυτό δικαστήριο, με ανεπαρκή αιτιολογία, δέχθηκε ότι αυτές (αναιρεσείουσες) βρίσκονταν σε κακή πίστη αναφορικά με το γεγονός της κτήσεως του δικαιώματος (συγ)κυριότητας του επίδικου ακινήτου παρ' εκάστης κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο επιλήφθηκαν αυτού.
Πλέον συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με όσα διατείνονται οι αναιρεσείουσες, δεν εξέτασε αν οι δικαιοπάροχοί τους και αυτές είχαν αδιατάρακτη συννομή του επιδίκου ακινήτου από τις 19.03.1973 έως και τις 19.03.2003, αλλά εξέτασε την ύπαρξη νομής σε πολύ προγενέστερο χρονικό σημείο, ήτοι από το έτος 1945 και, επιπλέον, δέχθηκε ότι η (συν)νομή τους είχε διαταραχθεί από το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο, το έτος 1996, καταχώρησε αυτό (επίδικο) στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι, κατά την κτήση της (συν)νομής του επίδικου ακινήτου, οι δικαιοπάροχοί τους και αυτές αργότερα διακατέχονταν από κακή πίστη, καίτοι δέχθηκε ότι στους τίτλους τους περιλαμβανόταν αυτό (επίδικο ακίνητο), καθώς επίσης και ότι η κακή τους πίστη αποδεικνύεται από τα γεγονότα ότι γνώριζαν τη σχετική διεκδίκηση του αναιρεσιβλήτου για την περιοχή όπου κείται το επίδικο και μάλιστα είχε εμποδίσει τη συνέχιση ανοικοδομήσεως ομόρου ακινήτου λόγω της διεκδικήσεως αυτής.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλονται και εξεταστέοι αποβαίνουν σε συνδυασμό μεταξύ τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών του, εσφαλμένα δέχθηκε ότι η καταγραφή του επιδίκου ακινήτου στο οικείο βιβλίο δημοσίων κτημάτων συνιστά διαταρακτικό της (συν)νομής των αναιρεσειουσών γεγονός, εφόσον η ενέργεια αυτή του αναιρεσιβλήτου δεν μπορούσε αντικειμενικά να γίνει αντιληπτή από τις αναιρεσείουσες και, τούτο, διότι η καταγραφή συνιστά εσωτερική πράξη του αρμοδίου οργάνου του ....
Στο σημείο τούτο αξίζει να σημειωθεί ότι ναι μεν δεν ήταν, κατά νόμο, αναγκαίο οι αναιρεσείουσες να λάβουν γνώση με πανηγυρικό τρόπο της ως άνω ενέργειας του αναιρεσιβλήτου πλην όμως ήταν αναγκαίο η διαταρακτική της (συν)νομής των αναιρεσειουσών πράξη του αναιρεσιβλήτου να ήταν δυνατό (κατά τη λεξιλογική σημασία του ρήματος διαταράσσω) να αναστατώσει, ενοχλήσει, κλονίσει, προκαλέσει ανωμαλία ή σύγχυση κτλ σ' αυτές και, ως εκ τούτου, να γίνει αντιληπτή.
Επιπλέον, το αυτό δικαστήριο (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) στην προσβαλλόμενη απόφασή του ομοίως εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες διαταράχθηκαν στη (συν)νομή τους επί του επίδικου ακινήτου από το γεγονός ότι από το έτος 1996 και έκτοτε το αναιρεσίβλητο δημοσιοποίησε αξιώσεις του για την ευρύτερη περιοχή, στην οποία κείται το επίδικο, παραλλήλως δε εμπόδισε τη συνέχιση οικοδομικών εργασιών σε όμορο του επιδίκου ακίνητο (οικόπεδο) και τούτο διότι, κατά τα ανωτέρω, διατάραξη δεν νοείται με πράξεις μη απευθυνόμενες, έστω και εμμέσως, στον διαταρασσόμενο.
Όμως, αναφορικά με την παραδοχή του περί της κακής πίστεως των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών κατά την κτήση της (συν)νομής τους επί του επίδικου ακινήτου, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η παραδοχή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στηρίζεται σε πλήρη, καθ' όλα επαρκή, αιτιολογία. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι εναρκτήριος τίτλος κυριότητας των αδελφών Δ.
επί του αρχικού ακινήτου, το οποίο συναπέκτησαν από τους κληρονόμους Π., ήταν το, νομίμως μεταγραφέν, υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Β. Π., το οποίο αφορούσε ακίνητο, επιφανείας πέντε (5) ως έγγιστα στρεμμάτων. Δέχθηκε, επίσης, ότι το εν λόγω ακίνητο, λόγω επιχωματώσεων, κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 1945 έως το έτος 1950, φέρεται να είχε επιφάνεια ...
τ.μ., όπως δηλαδή εμφανίζεται στο υπ' αριθμ. ..., νομίμως μεταγραφέν, συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., Τέλος, το αυτό δικαστήριο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο προέκυψε, κατά την αγωγή, το έτος 1979, μετά από πολεοδομικές και λοιπές διευθετήσεις, καίτοι περιέχεται στον υπ' αριθμ. ... νόμιμο τίτλο (συμβόλαιο), το γεγονός αυτό δεν αποτελεί στοιχείο καλής πίστεως στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών (στις οποίες το επίδικο ακίνητο περιήλθε μεταγενέστερα) για το ότι, στις 19.03.1973 (εναρκτήριο χρονικό σημείο της προθεσμίας του άρθρου 4§1 στοιχ.
β' του ν. 3127/2003), είχαν καλή πίστη περί του ότι με βάση το προαναφερόμενο συμβόλαιο του έτους 1957 απέκτησαν κυριότητα, εφόσον αυτοί προσπάθησαν εν γνώσει τους να διαμοιράσουν ακίνητη περιουσία μη ανήκουσα στους δικούς τους δικαιοπαρόχους. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε στην κρίση του ως προς τη συνδρομή κακής πίστεως στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών, στις 19.03.1973, με συνέπεια η κρίση αυτή να στηρίζει επαρκώς την απορριπτική κρίση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον σχετικό λόγο εφέσεως και την επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρήθηκε να αποκτήσει νομικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 4§1 στοιχ.
β' του ν. 3127/2003.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, εν συνδυασμώ εξεταζόμενοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται από τις αναιρεσείουσες στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ανεπαρκή (ενδοιαστική) αιτιολογία απέρριψε τον ουσιώδη ισχυρισμό τους σύμφωνα με τον οποίο τμήμα του επιδίκου ακινήτου είχε εξαιρεθεί κατά την από την αρμόδια επιτροπή χάραξη του αιγιαλού στην περιοχή όπου αυτό κείται με αποτέλεσμα να συνάγεται το ασφαλές αποδεικτικά συμπέρασμα ότι ουδέποτε αυτό (επίδικο ακίνητο) υπήρξε τμήμα της βαλτώδους εκτάσεως της περιοχής κυριότητας του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και απορριπτέος αποβαίνει για τον λόγο ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εκ πλαγίου παραβιάσθηκε. Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που οι αναιρεσείουσς έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495§3 εδάφ.
ε' του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή και τούτο διότι το σχετικό αίτημα του νικώντος αναιρεσιβλήτου δεν υποβλήθηκε στο Δικαστήριο τούτο έως τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του, αλλά περιέχεται στο μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, στις 26.09.2022, κατατεθέν υπόμνημα αυτού (αναιρεσιβλήτου).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.12.2020 αίτηση των Σ. θετής θυγατέρας Σ. Ν. Δ., το γένος Β., Μ. Δ. του Σ. και Γ. Δ. του Σ. για αναίρεση της, εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 313/18.09.2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου .... Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ