Legislator Case Law & Legislation
130/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment for inadmissible arguments and procedural defects.

Case Number 130/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by employees against a labor dispute judgment rendered by the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the dismissal without severance pay was invalid and that the lower court failed to examine a supplementary claim for severance pay. The court rejected these claims as inadmissible because the appellants challenged the final first-instance decision without formally appealing the specific supplementary claim, thereby violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, 561, 568 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if it attacks a part of the decision that was not appealed separately or if it relies on evidence that was not properly transferred to the second instance.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible appeal supplementary claim severance pay dismissal procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 83 para. 2 and 3 of Law 4790/2021
Art. 568 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 522 of the Code of Civil Procedure
Arts. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 130 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 130/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2)Θ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., και 3)Α. Ζ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασιλείου Τσιώστα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "Ο.Σ.Υ. Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 646/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4008/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/5/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 18η Μαΐου 2020 με αριθ. κατάθ. 2986/345/5.6.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατόπιν της από 19ης Μαΐου 2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48 Α), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ και της εγγραφής της στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 13ης Απριλίου 2021, λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 22439/10.4.2021 (ΦΕΚ 1441/Β/10.4.2021). Με την κρινόμενη από 18η Μαΐου 2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 4008/12.7.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 21η Ιουλίου 2017 με αριθ.

καταθ. 563779/503942/27.7.2017 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμ. 646/2.5.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δικάζοντας την από 9η Ιουνίου 2014 αγωγή είκοσι πέντε (25) σε αριθμό εναγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν α) ο πέμπτος ενάγων-πρώτος εκκαλών και ήδη πρώτος αναιρεσείων, β) ο δέκατος ενάγων-δεύτερος εκκαλών και ήδη δεύτερος αναιρεσείων και γ) ο εικοστός πρώτος ενάγων-τρίτος εκκαλών και ήδη τρίτος αναιρεσείων κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους απασχολεί και να τους καταβάλει τις αποδοχές τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επικουρικά να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η ως άνω αγωγή ως προς το δέκατο τέταρτο των εναγόντων και απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη αυτή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες.

Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, που επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε, για τους εκεί διαλαμβανόμενους αναλυτικά λόγους, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων εκ μέρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης έγινε κατ'εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της, που κυρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2669/1998, που ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, καθότι οι εκκαλούντες κατά την πρόσληψή τους είχαν υποβάλλει υπεύθυνες δηλώσεις-βεβαιώσεις ότι είναι κάτοχοι τίτλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προσκομίζοντας οι δύο πρώτοι τίτλους σπουδών από τη Σιβιτανίδειο Σχολή που δεν είχαν εκδοθεί από τη Σχολή αυτή και ο τρίτος τίτλο σπουδών από το 1ο Επαγγελματικό Λύκειο Αιγάλεω που δεν είχε εκδοθεί από το Λύκειο αυτό και ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εκκαλούντων εκ μέρους της εφεσίβλητης δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε ακυρότητας, απορρίπτοντας ως αβάσιμους κατ'ουσία τους λόγους έφεσης των εκκαλούντων με τους οποίους ισχυρίζονταν ότι ήταν άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους εκ μέρους της εφεσίβλητης α) γιατί δεν κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία του Κανονισμού Προσωπικού αυτής, β) γιατί ασκήθηκε καταχρηστικά, γ) γιατί έγινε κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δ) γιατί δεν τους καταβλήθηκε αποζημίωση απόλυσης και ε) γιατί δεν είχε προηγηθεί απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.

για ανάκληση της απόφασης σύνταξης-επικύρωσης των πινάκων πρόσληψής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ιδίου κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα : α) με τον πρώτο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι από 1.4.2014, 1.4.2014 και 1.5.2014 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου από αυτούς, αντίστοιχα, από την αναιρεσίβλητη, ήταν νόμιμες παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 28, 34 και 38 του Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που θεσπίσθηκε απευθείας από το νομοθέτη με το Ν. 2669/1998, δεδομένου ότι δεν είχε κινηθεί εκ μέρους της αναιρεσίβλητης η σε βάρος τους πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις στις οποίες προβλέπεται και λόγος απόλυσης των εργαζομένων για πειθαρχικό παράπτωμα και ότι συνακόλουθα με τις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού απαγορεύεται η αναιτιώδης καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εργαζομένων της κατά τις διατάξεις του Ν. 3198/1955, β) σε συνέχεια και σε συνάρτηση με τον παραπάνω λόγο με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους από την αναιρεσίβλητη δεν είχε ασκηθεί καταχρηστικά, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε αντί της καταγγελίας να κινήσει σε βάρος τους την πειθαρχική διαδικασία, αφού με τη διάταξη του άρθρου 38 του Κανονισμού της προβλέπεται ως πειθαρχική ποινή και η δυνατότητα οριστικής απόλυσης και ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, ως το επαχθέστερο και έσχατο μέτρο που έλαβε η αντίδικός τους, ήταν πρόδηλα καταχρηστικές και γ) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει το επικουρικό αίτημά τους να τους καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης, παρότι η αγωγή τους είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955, έσφαλε καθότι εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης με την οποία αυτή απαλλάσσεται από την αποζημίωση απόλυσης, που δεν ήταν εφαρμοστέα ως μη νόμιμη και παραλείποντας να εφαρμόσει τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3195/1955 που ήταν εφαρμοστέες με συνέπεια να παραβιάσει ευθέως τις ως άνω διατάξεις.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρεις (3) λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σ'αυτούς δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκ μέρους της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, που κυρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2669/1998 και ως εκ τούτου έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, δεν ήταν άκυρη, προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχουν νομικά σφάλματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των αναφερομένων στους ως άνω λόγους αναίρεσης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν τις εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Σε κάθε, δε, περίπτωση και καθό μέρος με το δεύτερο λόγο, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος και σε κάθε περίπτωση ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν εξέτασε και δεν αποφάνθηκε ως προς το απορριφθέν κατ'ουσία από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικουρικό αίτημα της από 9.6.2014 αγωγής των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης, αφού το ως άνω επικουρικό αίτημα δεν είχε μεταβιβασθεί, κατ'άρθρο 522 του ΚΠολΔ, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την από 21.7.2017 έφεσή τους και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης δίκης (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 994/2010), αλλά αποτέλεσε μόνο αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς, όμως, οι αναιρεσείοντες να προσβάλλουν με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και την με αριθ. 646/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ζητώντας την αναίρεσή της κατά το επικουρικό αυτό αίτημα) με κατάθεση του οικείου δικογράφου και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε εν όψει των άρθρων 552, 553 παρ.1 και 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ να μπορεί να θεμελιωθεί παραδεκτός, κατ' αρχήν, λόγος αναίρεσης.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.5.2020 και με αριθ. κατάθ. 2986/345/5.6.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4008/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ