130/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευγενία Προγάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated130/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-8-2014 αίτησή τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 130 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 130/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευγενία Προγάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Δ. του Ι., 2)Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Δ. Β., 3)Ε. συζ. Ι. Σ., το γένος Δ. Β., 4)Ι. Β. του Δ., 5)Π. Β. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ανδρέα Τσώκο και Πέτρο Κασιμάτη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8837/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1105/2002 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-4-2002 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 724/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο.
Μετά τη συζήτηση αυτής εκδόθηκε η 347/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-8-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 11-12-2015, έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων, ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 347/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, μετά από αναίρεση της προηγούμενης 1105/2002 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την 724/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της 8837/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή η από 4-10-1989 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο, που περιγράφεται. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ κρίνεται η κτήση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ’ ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν.
τη’ της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το ν. της 21- 6/03-07-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".
Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως την 11-09-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26- 05-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-05-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Έτσι, οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9- 1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη. Ακόμη από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με σύμβαση, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί.
Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος, που συμφώνησε τη μεταβίβασή του. Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος, που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία και ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με ειδική ή καθολική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, κατά το άρθρο 1041 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006 ].
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Κατά το έτος 1867 (Εγειρα 1225), η τουρκικής καταγωγής Χ. Χ., με έγγραφο που συντάχθηκε στην τουρκική γλώσσα ενώπιον μαρτύρων, πώλησε, αντί τιμήματος πεντακοσίων τριάντα (530) γροσιών, εδαφική έκταση, αποτελούμενη, κατά τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό, από καλλιεργήσιμους και μη καλλιεργήσιμους αγρούς στη θέση "...", πλησίον του χωρίου της ....
Μεταξύ των αγοραστών της παραπάνω εδαφικής έκτασης ήταν και ο Γ. Δ., προπάππος του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και της αδερφής αυτού Α. χήρας Δ. Β., το γένος Ι. Δ., μητέρας των λοιπών εναγομένων και ήδη εκκαλούντων. Στο παραπάνω έγγραφο δεν αναφέρεται το εμβαδόν της πωληθείσας εδαφικής έκτασης, αλλά η έκταση αυτή περιγράφεται ως συνορεύουσα "αφενός μεν με τον ρύακα ...
και αφετέρου με τον ρύακα ... μέχρι του χώματος του μεγάλου ... και αφετέρου πάλι με ρύακα ... και ρύακα ... και αφετέρου με δημόσιο δρόμο". Τα όρια αυτά της πωληθείσας πιο πάνω εδαφικής έκτασης είναι ακόμα και σήμερα ευχερώς προσδιορίσιμα κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρους τους, διότι αποτελούν φυσικές, αμετάβλητες και αναμφισβήτητες γραμμές.
Ειδικότερα, ο ρύακας "...", όριο προς την ανατολική πλευρά ακινήτου, είναι και σήμερα γνωστός με το ίδιο ελαφρά παραλλαγμένο όνομα (...). Ο ρύακας "...", όριο προς την νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου είναι γνωστός ως "..." και σήμερα "...", που σημαίνει αυλάκι με νερό από την ομώνυμη πηγή που υπάρχει εκεί. Οι ρύακες αυτοί πράγματι συμβάλλουν μεταξύ τους στο νότιο μέρος του ακινήτου.
Ο "μεγάλος ..." είναι χωμάτινος λόφος-τούμπα, που υπάρχει μέχρι και σήμερα και, σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές, πρόκειται για τον τάφο του αρχαίου τραγικού ποιητή Σ.. Ο δημόσιος δρόμος είναι η ... οδός προς ..., που σήμερα είναι ασφαλτοστρωμένος αγροτοδασικός δρόμος. Ο ρύακας "..." δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια, αλλά κατά τον Ε.
Β., δασάρχη του δασαρχείου ... το έτος 1947, αποτελεί τμήμα ή παρακλάδι του ρέματος .... Το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταφράστηκε επίσημα στην ελληνική γλώσσα στις 4-10-1943 και κατατέθηκε στη συνέχεια στο συμβολαιογράφο Αθηνών Α. Β. και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. ... πράξη αυτού. Ακολούθως το μεταφρασμένο αυτό έγγραφο, που έλαβε αριθμό .../1867, μεταγράφτηκε στις 10-4-1963 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο … και με αυξ. Αριθμό…. Κατά το έτος 1947, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, με το υπ’ αριθμ. 32/31 Οκτωβρίου 1947 πρακτικό του, αφού ανακάλεσε την προηγούμενη υπ’ αριθμ. 67/27-5-1942 γνωμοδότηση του, αποφάνθηκε επί της από 31-7-1946 αιτήσεως της Διοικούσας Επιτροπής του δασοκτήματος "..." της περιφέρειας ..., ότι το δασόκτημα αυτό, εκτάσεως χιλίων (1.000) στρεμμάτων περίπου, το οποίο, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό .../10-4-1947 αναφορά του δασάρχη ..., συνορεύει ανατολικώς με ρέμα ..., δυτικώς με ρέμα ...
και δάσος ..., αρκτικώς με δάσος ... και μεσημβρινώς με συμβολή ρεμάτων ... και ..., είναι κτήση ιδιωτική, ανήκουσα στα μέλη της συνιδιοκτησίας αυτής. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../21-12-1947 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας προς το δασαρχείο ..., έγινε δεκτή η ανωτέρω γνωμοδότηση και δόθηκε η εντολή και παραδόθηκε το πιο πάνω δασόκτημα στους ενδιαφερομένους.
Για την παράδοση δε αυτή συντάχθησαν το από 19-11-1948 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του δασοκτήματος αυτού, καθώς και το υπό την ίδια ημεροχρονολογία (19-11-1948) αποδεικτικό επιδόσεως του ως άνω υπ’ αριθμ. .../1948 εγγράφου και του πρακτικού παραδόσεως και παραλαβής. Στα πλαίσια της ανωτέρω διοικητικής διαδικασίας είχε συνταχθεί από τον τότε δασάρχη ...
Ε. Β. το από 17-4-1947 σχεδιάγραμμα του διεκδικουμένου πιο πάνω δασοκτήματος "..." περιφέρειας ..., σε κλίμακα 1:20.000, το οποίο συνόδευε την παραπάνω υπ’ αριθμ. .../1947 αναφορά του. Στο σχεδιάγραμμα αυτό απεικονίζονται τα όρια του εν λόγω δασοκτήματος και γίνεται μνεία των ορίων του και με την τουρκική ονομασία τους εντός παρενθέσεως και συγκεκριμένα ρέμα ... - ... (και τουρκικόν ...), ρέμα ... (και τουρκικόν ...) και τάφος ... (τουρκικόν ... ...).
Στο ίδιο σχεδιάγραμμα και στη δυτική πλευρά του ως άνω δασοκτήματος απεικονίζεται ευκρινώς οδός, που καταλήγει στον τάφο του .... Η οδός αυτή αποτελεί τον ανατολικό κλάδο της παλαιός οδού προς ..., η οποία το έτος 1990,με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... ονομάσθηκε σε οδό ... Σ.. Στο ίδιο επίσης σχεδιάγραμμα βασίστηκε η προαναφερθείσα γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δασών και η κατ’ αποδοχή αυτής πιο πάνω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία αναγνωρίσθηκε, κατά τις κείμενες διατάξεις, η αποτυπωθείσα σε αυτό εδαφική έκταση ως ιδιωτική.
Η ακριβής απόδοση των ορίων του ιδιωτικού δασοκτήματος στη θέση "...", απασχόλησε στη συνέχεια το Συνεργείο Κτηματογράφησης, το Δασαρχείο ... και την Επιθεώρηση Δασών Αττικής, κατά την σύνταξη των προσωρινών κτηματολογικών χαρτών, στα πλαίσια εφαρμογής του ν. 248/1976, οι οποίοι ολοκληρώθηκαν, αναρτήθηκαν το έτος 1980.
Κατά την ως άνω διαδικασία της κτηματογράφησης ο δασολόγος Γ. Κ. συνέταξε τα από 26-9-1980 διαγράμματα, με βάση τους αναρτηθέντες κτηματολογικούς χάρτες, σε κλίμακα 1: 20.000 το πρώτο, και με βάση το ως άνω από 17-4-1947 διάγραμμα του δασολόγου Ε. Β. το δεύτερο, τα οποία σχεδόν ταυτίζονται, όταν η μία διαφάνεια τοποθετηθεί επί της άλλης, γεγονός που πιστοποιεί και ο τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου δασολόγος Γ.
Ν.. Το δασόκτημα αυτό των 1.000 περίπου στρεμμάτων απεικονίζεται, σε κλίμακα 1:2.000, με τα στοιχεία ... τόσο στο από 13-5-2005 σχεδιάγραμμα του διορισθέντος με την προαναφερθείσα υπ αριθμ. 1465/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού πραγματογνώμονος τοπογράφου μηχανικού Ι. Θ. (υπ’ αριθμ. 3 συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης), όσο και με τα αυτά στοιχεία στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας που συντάχθηκε το έτος 1999 (υπ’ αριθμ.
… συνημμένο στην ίδια έκθεση), η δε επιφάνεια του ανέρχεται, με βάση ηλεκτρονική καταμέτρηση, σε 1.045 στρέμματα, κατά τον ως άνω πραγματογνώμονα. Στο ως άνω όμως δασόκτημα των 1.000 περίπου στρεμμάτων, που έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική δασική έκταση, δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 7.622 τ.μ., με βάση την αρχική καταμέτρηση που έλαβε χώρα κατά τη σύνταξη των κτηματολογικών διαγραμμάτων από τη δασική υπηρεσία στα πλαίσια εφαρμογής του ως άνω ν. 248/1976, αποτελούσε αρχικά ενιαία έκταση.
Περί το έτος 1982, όπως καταθέτει σχετικά ο μάρτυρας των εναγομένων Κ. Δ., το επίδικο χωρίσθηκε σε δύο τμήματα από σχηματισθείσα αγροτική οδό, η οποία μετά το έτος 1990 ονομάσθηκε οδός .... Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου Χ. Μ., δασικός υπάλληλος. Το επίδικο ακίνητο απεικονίζεται στο ανωτέρω από 13-5-2005 σχεδιάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ι.
Θ. και ειδικότερα το προς ανατολάς τμήμα εκτάσεως 5.849,96 τμ., με τα στοιχεία ... και το προς δυσμάς τμήμα, εκτάσεως 601,80 τ.μ., με τα στοιχεία ..., η δε συνολική του επιφάνεια ανέρχεται σε 6.451,62 τ.μ., κατά την νεώτερη καταμέτρηση του ως πραγματογνώμονος. Στο ανατολικό μέρος του επίδικου ακινήτου και σε έκταση 1.286 τ.μ.
έχει κατασκευασθεί υδατοδεξαμανή από την ΕΥΔΑΠ, με σκοπό την ύδρευση της περιοχής ..., στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. ...27-3-1986 αποφάσεως του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής , η παρακολούθηση της εφαρμογής της οποίας ανατέθηκε στο Δασαρχείο ..., το οποίο ενέκρινε την υλοτόμηση φυόμενων επ’ αυτής πευκοδένδρων για την κατασκευή της υδατοδεξαμενής [βλ.
σχετική αλληλογραφία]. Το ακίνητο αυτό, του οποίου δεν αμφισβητείται η ταυτότητα από τους διαδίκους, οριοθετείται βορείως με δημόσιο δάσος "...", νοτίως με την οδό ...-..., ανατολικώς με τον ανατολικό κλάδο της ...ς οδού προς ... (ήδη οδός ... Σ.) και δυτικώς με αγροτοδασικό δρόμο και αποτελεί τμήμα ευρύτερες δασικής εκτάσεως, επιφάνειας 250 περίπου στρεμμάτων, κειμένης στην ίδια θέση "...", βορειοδυτικά του αναγνωρισθέντος ως ιδιωτικού ανωτέρω δασοκτήματος των 1.000 περίπου στρεμμάτων και όμορης προς αυτό.
Η ευρύτερη αυτή έκταση από την σύσταση του Ελληνικού κράτους ήταν δασική και καλυπτόταν πάντοτε από χαλέπιο πεύκη με πυκνότητα 90%. Η φύση της όλης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ως δασικής, προκύπτει από σειρά αεροφωτογραφιών των ετών 1937, 1938, 1945, 1952, 1960, 1967, 1978 και 1992, σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του δασολόγου Γ.
Ν., αλλά και με βάση τις περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, δασικών υπαλλήλων, που υπηρετούν στο δασαρχείο ..., οι οποίες περιέχονται στην εισηγητική έκθεση. Κατά καιρούς η δασική βλάστηση της εκτάσεως αυτής, περιλαμβανομένης και εκείνης στο επίδικο ακίνητο, καταστράφηκε από δασικές πυρκαγιές, εν όλω ή εν μέρει, και η περιοχή κάθε φορά εκηρύσσετο αναδασωτέα, με τελευταία φορά το έτος 1991.
Τη δασική βλάστηση του επιδίκου δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι. Ένα μικρό τμήμα του επιδίκου, επιφανείας 1.500 τ.μ. προς την δυτική πλευρά του, είχε παλιότερα εκχερσωθεί, πλην όμως και το τμήμα αυτό πριν από το έτος 1960 είχε δασικό χαρακτήρα, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η ανωτέρω έκταση των 250 στρεμμάτων απεικονίζεται σε κλίμακα 1:2000 με τα στοιχεία ..., τόσο στο προαναφερόμενο από 13-5-2005 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονος Ι.
Θ. [υπ’ αριθμ. … συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης] όσο και με τα αυτά στοιχεία στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας [υπ’ αριθμό … συνημμένο στην ίδια έκθεση, η δε έκτασή του ανέρχεται, με βάση ηλεκτρονική καταμέτρηση, σε 214 στρέμματα, κατά τον ως άνω πραγματογνώμονα. Επομένως, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται ολόκληρο σε δημόσια έκταση και όχι σε ιδιωτική.
Και είναι αλήθεια ότι σε ορισμένα δημόσια έγγραφα, που αφορούν την περιοχή "...", χαρακτηρίζεται από τις αρμόδιες αρχές του Δημοσίου και χωρίς ειδικότερη αιτιολογία ως "ιδιωτική", εδαφική έκταση 1.240 στρεμμάτων. Ειδικότερα, με τα Β. Δ/τα της 5-5/9-5-1956 (ΦΕΚ 117 τ. Α) και 20-3/1-4-1964 (ΦΕΚ 54 τ. Α), άρθηκαν οι υφιστάμενες πράξεις αναδασώσεως για εκτάσεις της περιοχής "...", επιφάνειας 400 στρεμμάτων με το πρώτο και 840 στρεμμάτων (490 και 350) με το δεύτερο, χαρακτηρισθείσες ως ιδιωτικές, όπως οι εκτάσεις αυτές αποτυπώνονται στα τοπογραφικά διαγράμματα των τοπογράφων μηχανικών Α.
Σ. η πρώτη και Δ. Δ. οι λοιπές. Επίσης, με την με αριθμ. πρωτ. ... από 24-12-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Δ/νση Εποικισμού) άρθηκε η εκ του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 απαγόρευση κατατμήσεως ακινήτων, επιφάνειας άνω των 250 στρεμμάτων, και επετράπη στους συνιδιοκτήτες η ελεύθερη μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου μεριδίων εκ του κτήματος "...", εκτάσεως 1.240 περίπου στρεμμάτων.
Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (αρχική και συμπληρωματική) του διορισθέντος, με τις υπ’ αριθ. 1465/2004 και 2720/2006 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, πραγματογνώμονος Ι. Θ., σε συνδυασμό και προς τα προσκομιζόμενα με επίκληση τοπογραφικά, στην ανωτέρω εδαφική έκταση των 1.240 στρεμμάτων συνολικά, όπως η έκταση αυτή προσδιορίζεται στα πιο πάνω Β.
Δ/τα, η επιφάνεια της οποίας μάλιστα κατά τον πραγματογνώμονα και με βάση ηλεκτρονική καταμέτρηση ανέρχεται τελικά σε 1.259 στρέμματα και απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο ως άνω από 13-5-2005 σχεδιάγραμμα αυτού και με τα αυτά στοιχεία στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, περιλαμβάνεται: α) η ως άνω όμορη προς δυσμάς έκταση των 250 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο και η οποία κατά τα ήδη προεκτεθέντα, απεικονίζεται με τα στοιχεία ...
στο εν λόγω από 13-5-2005 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονος και στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, της οποίας η επιφάνεια, κατά τον πραγματογνώμονα και με βάση ηλεκτρονική καταμέτρηση, ανέρχεται σε 214 στρέμματα, αποτελεί δε ειδικά τμήμα της εκτάσεως των 490 στρεμμάτων, που αναφέρεται στο δεύτερο από τα ως άνω Β.
Δ/τα άρσεως της αναδασώσεως και β) η έκταση των 1.000 στρεμμάτων περίπου, που αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. .../29- 12-1947 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας προς το δασάρχη ..., το οποίο εκδόθηκε, κατόπιν του ως άνω υπ’ αριθ. 32/31-10-1947 πρακτικού του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου δημοσίων δασών, και απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα του δασάρχη ...
Ε. Β., που συνοδεύει την υπ’ αριθμ. .../10-4-1947 αναφορά του τελευταίου, και η οποία (έκταση) παραδόθηκε στους ενδιαφερομένους ως ιδιωτικό δάσος, με το από 19-11-1948 πρακτικό παραδόσεως και παραλαβής και απεικονίζεται, όπως ήδη προεκτέθηκε ... στο από 13-5-2005 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονος και στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας και της οποίας η επιφάνεια ,κατά τον πραγματογνώμονα και με βάση ηλεκτρονική καταμέτρηση , ανέρχεται σε 1045 στρέμματα [214 + 1045=1259 στρέμματα].
Με βάση τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το πωληθέν στον απώτερο δικαιοπάροχο αυτών Γ. Δ. από τη Χ. Χ. το έτος 1867 κτήμα στη θέση "...", πλησίον του χωρίου της ..., αποτελούμενο από καλλιεργήσιμες και μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις κατά τον αρχικό τίτλο, καταλαμβάνει στην πραγματικότητα έκταση 1.240 στρεμμάτων και όχι 1.000 στρεμμάτων περίπου, όπως διαλαμβάνεται στα πιο πάνω έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας των ετών 1947 και 1948 και, επομένως, το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 7.622 τ.μ.
κατά την αγωγή, περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας τους. Το ίδιο άλλωστε υποστηρίχθηκε από τους ενδιαφερομένους συνιδιοκτήτες ιδιωτικών εκτάσεων στη θέση "..." στις από 8-8-1980 αντιρρήσεις αυτών - οι οποίες ουδέποτε εκδικάσθηκαν - κατά των αναρτηθέντων προσωρινών κτηματολογικών πινάκων (Ν. 248/1976), όπου το μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 5.987,5 τ.μ.
και με αριθμό κτηματογράφησης ... χαρακτηρίσθηκε από τις αρμόδιες δασικές αρχές ως δημόσια δασική έκταση. Μάλιστα για κάποια τμήματα της πιο πάνω εκτάσεως των 250 στρεμμάτων (214 κατά τον πραγματογνώμονα), στα οποία όμως δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, και τα οποία είχαν προηγουμένως κατατμηθεί, χορηγήθηκαν τη δεκαετία του 1980 από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές σχετικές άδειες και ανεγέρθησαν οικοδομές.
Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός των εναγομένων δεν είναι βάσιμος. Τούτο προκύπτει σαφώς από την περιγραφή στον αρχικό τίτλο του έτους 1867 των ορίων του πωληθέντος από τη Χ. Χ. στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων κτήματος, όπου ως όριο αυτού, μεταξύ άλλων, αναφέρεται η φράση "μέχρι του χώματος του μεγάλου ...".
Όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο μεγάλος ...ς είναι χωμάτινος λόφος - τούμπα, που υπάρχει μέχρι και σήμερα και σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές ήταν ο τάφος του αρχαίου τραγικού ποιητή Σ.. Πλησίον του ως άνω χωμάτινου λόφου και σε απόσταση 22 περίπου μέτρων ανατολικά αυτού καταλήγει οδός, η οποία το έτος 1990 ονομάσθηκε οδός ...
Σ.. Η οδός αυτή, η οποία εμφαίνεται ευκρινώς καθ’ όλο της το μήκος στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, που συντάχθηκε το έτος 1999, αλλά και στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα του δασολόγου Ε. Β., ταυτίζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με το "δημόσιο δρόμο" που αναφέρεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας ως όριο του πωληθέντος το έτος 1867 κτήματος και αποτελεί ειδικότερα τον ανατολικό κλάδο της ...ς οδού ..., που σήμερα είναι αγροτοδασικός δρόμος ασφαλτοστρωμένος.
Αντίθετα, υπό την αποκρουόμενη εκδοχή, που υποστηρίζεται από τους εναγομένους, ότι τα προς βορράν όρια του πωληθέντος το έτος 1867 κτήματος, εκτείνονταν δυτικότερα μέχρι του σημείου τομής των με αγροτική οδό (σημείο Κ), που μόλις εμφαίνεται στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, αφού διακόπτεται από την αναφυόμενη βλάστηση, και η οποία αρχίζει προς νότον από το δυτικό κλάδο της ...ς οδού ..., λίγο μετά τη συμβολή αυτού με τον ανατολικό κλάδο αυτής (οδός ...
Σ.), διέρχεται δυτικά από το επίδικο ακίνητο και τερματίζει προς βορράν σε απόσταση 220 περίπου μέτρων δυτικά του ..., τότε η θέση του ..., κειμένου στην βορεινή πλευρά του πωληθέντος ακινήτου, που εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ... στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα, θα ήταν στο μέσο περίπου της πλευράς αυτής (σημείο Υ). Τούτο όμως δεν δικαιολογεί τον προσδιορισμό του ... (μέχρι του χώματος του μεγάλου ...), ως ορίου του πωληθέντος με τον αρχικό τίτλο του έτους 1867 ακινήτου, με την χρήση της λέξεως "μέχρι".
Μάλιστα η ανωτέρω αγροτική οδός, που κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων αποτελεί μέρος της δυτικής πλευράς του πωληθέντος το έτος 1867 ακινήτου, δεν εμφανίζεται καν στις αεροφωτογραφίες των ετών 1937 και 1945, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην από 7-10-1999 τεχνική έκθεση του ο δασολόγος Γ. Ν.. Η ως άνω αγροτική οδός δεν αποτελεί τμήμα του δυτικού κλάδου της ...ς οδού προς ..., η οποία το έτος 1990 με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου ...
ονομάσθηκε οδός ... ..., στο ύψους τουλάχιστον όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αποτελούσα το προς δυσμάς όριο του επιδίκου ακινήτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, αφού ο δυτικός κλάδος της ...ς οδού προς ..., στο ύψος, όπου βρίσκεται το επίδικο, κείται δυτικότερα αυτού [βλ. σχεδιαγράμματα πραγματογνώμονα Ι.
Θ.]. Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο "δημόσιος δρόμος» που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο, ως όριο του πωληθέντος το έτος 1967 κτήματος, ταυτίζεται με τον δυτικό κλάδο της ...ς οδού προς ... (οδός ... ...), όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ο οποίος, σε περίπτωση, πλην ενός μικρού τμήματος του με τα στοιχεία … στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα, δεν μπορεί να συνιστά το κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων προς δυσμάς όριο του πωληθέντος ακινήτου, αφού ο δυτικός κλάδος της πιο πάνω οδού συνεχίζει δυτικότερα αυτού, όπως εμφανώς απεικονίζεται στα πιο πάνω σχεδιαγράμματα του ως άνω πραγματογνώμονος.
Αντίθετα μόνο ο ανατολικός κλάδος της ...ς οδού προς ... και ήδη οδός ... Σ. μπορεί να συνιστά το προς δυσμάς όριο του πωληθέντος το έτος 1867 ακινήτου, κατά τον αρχικό τίτλο κτήσεως, αφού μετά το ρέμα Δ. (... κατά τον τίτλο), βαίνει παραλλήλως προς το δυτικό όριο του ακινήτου και καταλήγει στον τύμβο του Σ. (χώμα του μεγάλου ...).
Για τον λόγο αυτό προφανώς στο από 17-4-1947 σχεδιάγραμμα του Ε. Β. απεικονίζεται ο ανατολικός κλάδος της ...ς οδού ..., που καταλήγει στο "χώμα του μεγάλου ..." (νυν οδός ... Σ.), ως μέρος (το ήμισυ περίπου) των δυτικών ορίων του δασοκτήματος που χαρακτηρίσθηκε ως ιδιωτικό. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι υπό την ανωτέρω παραδοχή από το Δικαστήριο του ανατολικού κλάδου της ...ς οδού ..., ως του δυτικού ορίου του πωληθέντος το έτος 1967 ακινήτου από την Χ.
Χ. μέχρι του ... του Σ. (χώματος του μεγάλου ...), δεν γεννάται ζήτημα αδυναμίας προσδιορισμού των δυτικών και βορείων ορίων του πωληθέντος ακινήτου από το σημείο που αυτό γειτνιάζει με το δάσος της ..., ως διαλαμβάνεται στην από Δεκεμβρίου 2009 έκθεση συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονος Ι.
Θ.. Αλλά ούτε και η χρήση της λέξεως "περίπου" στον προσδιορισμό της όλης επιφάνειας των 1.000 στρεμμάτων, που παραδόθηκε το έτος 1948 στους τότε συνιδιοκτήτες του δασοκτήματος "...", μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η όλη εδαφική έκταση που περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο του έτους 1967 ανέρχεται σε 1240 στρέμματα.
Ανεξαρτήτως του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε αμφισβήτηση των ορίων του παραδοθέντος το έτος 1948 δασοκτήματος στα μέλη της διοικούσας επιτροπής των συνιδιοκτητών αυτού, ενώ σύμφωνα με την εμφαινόμενη στο σχεδιάγραμμα του δασολόγου Ε. Β. περιγραφή αυτού, η ανωτέρω παραδοθείσα έκταση, ηλεκτρονικώς καταμετρηθείσα, ανέρχεται κατά τον πραγματογνώμονα σε 1045 στρέμματα, γεγονός που δικαιολογεί τη χρήση της λέξεως "περίπου".
Όπως ήδη προαναφέρθηκε, στην ανωτέρω έκταση των 1.045 στρεμμάτων, που χαρακτηρίσθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ως ιδιωτική δασική έκταση, δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Η από Ιουλίου 1992 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, με την υπ’ αριθμ. ...1991 πράξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονος Δ.
Α., τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα, ότι, δηλαδή, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο κτήσεως των εναγομένων, δεν κρίνεται πειστική, αφού αφενός μεν δεν λήφθηκαν υπόψη από τον πραγματογνώμονα αυτόν κρίσιμα στοιχεία, όπως το σχεδιάγραμμα του δασάρχη ... Ε.
Β., καθόσον το έγγραφο αυτό δεν μνημονεύεται στην πιο πάνω έκθεση, αφετέρου δε, διότι αυτή για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα στηρίχθηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στα πιο πάνω διατάγματα αναδασώσεως που αφορούν συνολική έκταση 1.240 στρεμμάτων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η επίδικη εδαφική έκταση των 7.622 τ.μ., με βάση την αρχική καταμέτρηση, βρίσκεται εξ ολοκλήρου εκτός των ορίων τόσο του αρχικού τίτλου ιδιοκτησίας του έτους 1867, με τον οποίο ο αρχικός δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ.
Δ. απέκτησε το περιγραφόμενο κατά όρια στη θέση "..." ακίνητο από την Χ. Χ., όσο και της αναγνωρισθείσας δασικής εκτάσεως, το έτος 1947 από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ως ιδιωτικής, με βάση τον τίτλο αυτό. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων άσκησαν με καλή πίστη και για χρονική περίοδο τουλάχιστον τριάντα ετών πράξεις νομής μέχρι το έτος 1915 επί του επιδίκου ακινήτου και γενικότερα επί της όμορης εκτάσεως των 250 στρεμμάτων (214 κατά τον πραγματογνώμονα), η οποία άλλωστε μέχρι σήμερα διατηρεί στο μεγαλύτερο τμήμα της τον δασικό της χαρακτήρα.
Η αντίθετη ως προς το σημείο αυτό κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Κ. Δ. αντικρούεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος σχετικά με το δασικό χαρακτήρα αυτής, όσο και από το γεγονός ότι στις αεροφωτογραφίες του 1937 η όλη έκταση εμφανίζεται ως δασική, σύμφωνα με την πιο πάνω τεχνική έκθεση.
Τέλος ο παρεμπίπτων χαρακτηρισμός ως "ιδιωτικής", εδαφικής εκτάσεως 1.240 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, σε μεταγενέστερα έγγραφα του Υπουργείου Γεωργίας των ετών 1954, 1955 και 1964, που αφορούν πράξεις άρσεως της αναδασώσεως και άρσεως της απαγόρευσης πωλήσεως ιδανικών μεριδίων ακινήτου μεγαλύτερου των 250 στρεμμάτων και μάλιστα χωρίς κάποια αιτιολογία, ενόψει των προηγούμενων κρίσιμων εγγράφων των ετών 1947-1948, δεν αρκεί, κατά νόμο, για να προσδώσει ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της ως άνω δημόσιας δασικής έκτασης, πλην εκείνης των 1.000 περίπου στρεμμάτων, που χαρακτηρίσθηκε ως ιδιωτική, βάσει των όρων και διατυπώσεων της τότε ισχύουσας δασικής νομοθεσίας».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωριστική κυριότητας και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, θεμελιούμενη στον παράγωγο αλλά και στον πρωτότυπο τρόπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, την οποία είχαν νομοτύπως και εμπροθέσμως προβάλλει πρωτοδίκως αμυνόμενοι κατά της αγωγής και επανέφεραν στο δικαστήριο της ουσίας με σχετικό λόγο έφεσης και ακολούθως απέρριψε την έφεση των τελευταίων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, καθ’ όσον τούτο δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο, το οποίο αγόρασαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους με τον πωλητήριο τίτλο του έτους 1867 από την απώτατη δικαιοπάροχό τους Χ.
Χ., το οποίο (αγορασθέν ακίνητο) είναι εκείνο που αναγνωρίσθηκε ως ιδιωτικό δάσος με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας το έτος 1947, παραδόθηκε στους συνιδιοκτήτες αυτού το 1948 και έχει επιφάνεια 1.000 στρεμμάτων σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση και 1.045 στρεμμάτων κατά νεώτερη καταμέτρηση και ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα όμορης δασικής έκτασης 245 στρεμμάτων που ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος, και δεν ταυτίζεται με το παραπάνω ακίνητο των 1.045 στρεμμάτων κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, καθώς και ότι δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου οι αναιρεσείοντες ούτε πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία καθ’ όσον οι δικαιοπάροχοί τους δεν νεμήθηκαν τούτο με καλή πίστη τουλάχιστον τριάντα χρόνια μέχρι την 11-9-1915, ενόψει του δασικού του χαρακτήρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σε αυτή επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή ή μη των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια ότι οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ούτε παραγώγως ούτε πρωτοτύπως.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου και της μορφής του ως ιδιωτικής δασικής ή δημόσιας δασικής έκτασης, που συναρτάται με το διαγνωσθέν δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου είναι αβάσιμος.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με την ταυτότητα του επιδίκου και την απόκτηση της κυριότητας αυτού από τους αναιρεσείοντες, καθώς και σε επιχειρήματα αυτών προς στήριξη των απόψεών τους ότι μεταβιβαστικός της κυριότητας τίτλος του 1867 αφορά ακίνητο 1.240 στρεμμάτων ιδιωτικού δάσους στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο και ότι συνεπώς απέκτησαν παραγώγως την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔικ 561 παρ. 1).
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340, 341, 346 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 β ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν για τα προσκομιζόμενα από το διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίστηκαν είτε προσκομίστηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, μόνον αν το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, που συνέχεται με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα την .../10-4-1947 αναφορά του Δασάρχη ...
Ε. Β., το οποίο όμως δεν είχε επικαλεσθεί (το αναιρεσίβλητο) με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ως εφεσίβλητο. Ο λόγος αυτός, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται, αφού αφορά παράβαση την οποία δεν μπορούσαν αντικειμενικά να προβλέψουν και να προτείνουν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμος, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ταυτότητα του επιδίκου και εντεύθεν την παραδοχή της αγωγής, κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα, όπως, ενδεικτικά τις αεροφωτογραφίες, την τεχνική έκθεση του δασολόγου Γ.
Ν. και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στην Εισηγητική έκθεση και τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και όχι μόνο από το παραπάνω έγγραφο. Ο από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσον που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
εξαιρετικές περιπτώσεις. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει και τους ισχυρισμούς του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής όταν αμφισβητηθεί.
Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο, η μη γνησιότητα του περιεχομένου του, τούτο κατά το μη γνήσιο μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Αν όμως το δικαστήριο χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του λάβει ή δε λάβει υπόψη το έγγραφο αυτό υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμό 11α ΚΠολΔικ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη από τον νόμο αποδεικτικά μέσα.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσον και ειδικότερα το από 17-4-1947 σχεδιάγραμμα του Δασάρχη ...
Ε. Β., το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει το αναιρεσίβλητο, κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς να αποδειχθεί η γνησιότητά του, την οποία οι αναιρεσείοντες,-εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους στο ίδιο Δικαστήριο αμφισβήτησαν. Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών τους, κατά τη συζήτηση της έφεσής τους μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν, κατά λέξη, ισχυριστεί σε σχέση με το κρίσιμο από 17-4-1947 σχεδιάγραμμα του Δασάρχη ...
Β. «Εις ό,τι αφορά το τοπογραφικόν διάγραμμα του δασολόγου Β. το οποίον το αντίδικον επικαλείται ότι δήθεν συνοδεύει το υπ’ αριθ. .../23-12-1947 έγγραφον του Υπουργείου Γεωργίας και την τεχνικήν έκθεσιν του δασολόγου Ν. (σχετ. 50) τα οποία εσφαλμένος απεδέχθη ως ορθά το δικάσαν Δικαστήριον παρατηρούμε τα κάτωθι:
α) Τα όρια τα αναφερόμενα εις το διάγραμμα Β. και εις την έκθεσιν Ν. συμφωνούν με τα όρια τα αναφερόμενα εις το τοπογραφικόν διάγραμμα του Α. Σ., των μηχανικών Μ. και Δ., αλλά και εις τις δύο εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Α. και Θ., τα οποία περιγράφουν με ακρίβειαν, το ιδιωτικόν δάσος "..." με εξαίρεσιν την δυτικήν και βορείαν οριογραμμήν του διαγράμματος Β.
λόγω της γενικής και αορίστου αναφοράς του ως δυτικού και βορείου ορίου "δάσος ...", όπως τεκμηριωμένα ο πραγματογνώμων Θ. εις την συμπληρωματικήν του πραγματογνωμοσύνην αναφέρει. Συγκεκριμένα και κατηγορηματικά εις την έκθεσίν πραγματογνωμοσύνης (σελίς 9 παρ. 4.1.5) ο πραγματογνώμων Θ. δηλώνει επί λέξει: "παρατηρούμε ότι δυτικά της εκτάσεως 1.000 περίπου στρεμμάτων που περιγράφει ο δασολόγος Ε.
Β. στο σχεδιάγραμμά του αναγνωρίζεται έκταση .μέσα στην οποία βρίσκεται και το επίδικο και η οποία συνορεύει με αυτή των 1.000 περίπου στρεμμάτων. Περιλαμβάνεται δε εξ ολοκλήρου μέσα στην έκταση των 1.240 στρεμμάτων των Β.Δ. 5/9-5-56 και 30-3/1-4-67" (βλ. σχετ. 54). β) Ως και ανωτέρω, την υπ’ αριθ. .../29-12-1947 δεν συνοδεύει ουδέν τοπογραφικόν διάγραμμα.
γ) το σχεδιάγραμμα Β. δεν φέρει ουδέ καν μίαν σφραγίδα, είναι ανεπίσημον και δεν προσφέρεται ουδέ δια εσωτερικήν διανομήν εις το Δασαρχείον Επισημαίνουμε ενταύθα ότι ο πραγματογνώμων Θ. εις την συμπληρωματικήν πραγματογνωμοσύνην του αναφέρει: "Το διάγραμμα του Επιθεωρητή Β. δεν είναι επίσημο στοιχείο χαρτογραφικού προσδιορισμού και μάλιστα ούτε το έγγραφο που συνοδεύει βρέθηκε ή δόθηκε (βλ.
σχετ. 54 Α παρ. 4.4.). δ) Εις το δυτικόν όριον δεν ακολουθεί την έντονον (παχεία) γραμμήν την απεικονίζουσαν το ρεύμα "Δ." όπως γράφει και την ... Χαλκίδος που σκοπίμως δεν αναγράφει, αλλά την μετατοπίζει ανατολικώς, ώστε να εξαιρέση τα 240 στρέμματα, (σχετ. 33°). Ατυχώς αυτό το ανεπίσημον, αναξιόπιστον και ανεπίδεκτον δικαστικής εκτιμήσεως στοιχείον, εθεωρήθη ως απόλυτον αποδεικτικόν στοιχείον από τα δικάσαντα Δικαστήρια και ηγνοήθησαν τα τοπογραφικά διαγράμματα των τοπογράφων μηχανικών Σ., Μ.
και Δ. τα οποία αναφέρονται εις τα Βασιλικά Διατάγματα και αποδεικνύουν πλήρως ότι το σύνολον της εκτάσεως ανέρχεται εις 1.240 στρέμματα, καθώς και εις το τοπογραφικόν, διάγραμμα αποδίδονται 1.240 στρέμματα στους δικαιούχους. Ηγνοήθη επίσης και το σχετικόν 4Α το οποίον φέρει και την υπογραφήν του Δασάρχη Πάρνηθος Κ.».
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου δεν διαλαμβανόταν ρητή και σαφής δήλωση άρνησης της γνησιότητας του εν λόγω εγγράφου, παρά μόνο άρνηση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται σε αυτό. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη και το έγγραφο χωρίς να εξετάσει τη γνησιότητά του, την οποία δεν είχαν αρνηθεί παραδεκτά οι αναιρεσείοντες δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ο συναφής, τελευταίος, λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-8-2014 αίτηση για αναίρεση της 347/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ