130/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated130/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 130 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 130/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2.Θ. Π. του Χ. κατοίκου ..., 3. Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Πολιτάκη Παρασκευή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2437/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1166/2011 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2011 αίτησή της, την οποία επανέφερε προς συζήτηση με τις από 19-8-2013 και 14-3-2014 κλήσεις της, μετά από ματαίωση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-11-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1166/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. β' και γ' του ίδιου νόμου 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής : Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των ως άνω εδαφίων του άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δεύτερου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο (κανονισμό) προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.
γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.
Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Ως προς το ανώτατο όριο αποζημιώσεως, με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λ.π., η από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δραχμών.
Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημιώσεως στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, Τραπεζών κ.λ.π.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990, η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και αποτελεί από την φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του Καταστατικού της, που κυρώθηκε με το Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας).
Ενόψει, όμως, και των αναφερομένων στα άρθρα 2 παρ. 1 εδάφ. α' έως ζ' και 4 παρ. 1 του Καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από την σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου αυτής και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού προσώπου ιδιωτικού μεν δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής (αναιρεσείουσας), ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. α' και β' του Ν. 3198/1955, όπως το εδάφ. β' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.
ΑΠ 1/2006). Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος (αναιρεσείουσας), που έχει συμβατική ισχύ και οι όροι αυτού έχουν καταστεί όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου, η υπαλληλική σχέση λύεται : α) με καταγγελία από την Τράπεζα, β) με παραίτηση του υπαλλήλου και γ) με απόλυση.
Κατά δε το άρθρο 19 του άνω Κανονισμού, οι υπάλληλοι απολύονται μόνον : α) λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, ήτοι του 63ου έτους της ηλικίας για τους Διευθυντές, τον Οικονομικό Σύμβουλο, τους Υποδιευθυντές και όσους εξομοιώνονται με αυτούς και του 60ου έτους για τους Εντεταλμένους Τμηματάρχες - Προϊσταμένους κ.λπ., β) λόγω ανεπάρκειας ή ανικανότητας σωματικής ή πνευματικής, γ) λόγω πειθαρχικής απόφασης για οριστική παύση, δ) λόγω κατάργησης θέσης.
Τέλος, κατά το άρθρο 18 του εν λόγω Κανονισμού : Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραιτηθεί χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τους λόγους της παραιτήσεώς του. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε υπαλληλική σχέση λύεται μόνο με την αποδοχή της. Η αποδοχή της παραιτήσεως είναι υποχρεωτική μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία που υποβλήθηκε.
Από τις παραπάνω διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας προκύπτει, ότι οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού της Τράπεζας είναι κατ' αρχήν ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία τους, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας.
Εφόσον, όμως, με τον Κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσεως της εργασιακής συμβάσεως, πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της, με την υποβολή έγγραφης παραίτησης, της οποίας η αποδοχή από την Τράπεζα είναι υποχρεωτική εντός του προβλεπόμενου ως άνω χρονικού διαστήματος, ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πληρώσεως της οποίας η σύμβαση εργασίας μεταβάλλεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, ο προαναφερθείς όρος του Κανονισμού, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λήξη της συμβάσεως, εμπίπτει στη περίπτωση του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, αφού η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία του με τη συγκατάθεση της Τράπεζας, η δε σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Έτσι, λοιπόν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της ως άνω διατάξεως του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, ο αποχωρών, με έγγραφη παραίτηση, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος (αναιρεσείουσας) δικαιούται την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αποζημίωση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2437/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί της από 1-6-2007 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα :
Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από την εναγόμενη Τράπεζα της Ελλάδος (αναιρεσείουσα) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ο πρώτος στις 18-9-1973, ο δεύτερος στις 9-10-1970 και ο τρίτος στις 19-7-1976 και εξελίχθηκαν βαθμολογικά έως τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου.
Στις 29-3-2007, 16-3-2007 και 30-3-2007, αντίστοιχα, υπέβαλαν αιτήσεις παραιτήσεως, οι οποίες έγιναν δεκτές, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κανονισμού της Τράπεζας, και αποχώρησαν από την υπηρεσία της, ο πρώτος στις 27-4-2007, έχοντας συμπληρώσει χρόνο συνεχούς υπηρεσίας 33 ετών, 6 μηνών και 11 ημερών, ο δεύτερος στις 18-4-2007, έχοντας συμπληρώσει χρόνο συνεχούς υπηρεσίας 36 ετών, 5 μηνών και 12 ημερών και ο τρίτος στις 25-4-2007, έχοντας συμπληρώσει χρόνο συνεχούς υπηρεσίας 29 ετών, 8 μηνών και 11 ημερών, χωρίς να έχουν συμπληρώσει το προβλεπόμενο, για το βαθμό που κατείχαν, όριο ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησής τους από την Τράπεζα, ήτοι το 60ο έτος της ηλικίας τους.
Οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - διέπονταν από τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό της εναγόμενης Τράπεζας, που προέβλεπε τη λύση των συμβάσεών τους με τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας και, συνεπώς, ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, όμως, οι όροι του οποίου αποτελούσαν περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων των εναγόντων, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσεως των συμβάσεών τους, με μονομερή δήλωση παραιτήσεως αυτών.
Υπήρχε, επομένως, διαλυτική αίρεση στις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τις δηλώσεις παραιτήσεως που υπέβαλαν αυτοί. Έτσι, οι εργασιακές τους συμβάσεις κατέστησαν εξ αρχής αορίστου χρόνου και λύθηκαν με τη συγκατάθεση της εναγόμενης Τράπεζας, που αποδέχθηκε τις παραιτήσεις τους, με αποτέλεσμα να δικαιούνται οι ενάγοντες την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ.
α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και τροποποιηθεί, αφού η εναγόμενη Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και, συνεπώς, ως προς αυτήν δεν ίσχυε ο περιορισμός της αποζημιώσεως που εδικαιούντο οι ενάγοντες.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι, με βάση τα έτη υπηρεσίας τους και τις τακτικές αποδοχές τους του τελευταίου μήνα πριν από την αποχώρησή τους, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιθέμενα, οι ενάγοντες έπρεπε να λάβουν, κατά την παραίτηση τους, το ήμισυ (50%) της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, υπολογιζομένης βάσει της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, η οποία ανερχόταν, ως προς τον πρώτο ενάγοντα, στο ποσό των 61.956,86 ευρώ, ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, στο ποσό των 62.315,40 ευρώ και ως προς τον τρίτο ενάγοντα, στο ποσό των 57.518,16 ευρώ, και ότι η εναγομένη, αντί των παραπάνω ποσών, κατέβαλε στον καθένα εξ αυτών αποζημίωση περιορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ.
Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - οι ενάγοντες δικαιούνται την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά, ανερχομένη σε 46.956,85 ευρώ για τον πρώτο, σε 47.315,40 ευρώ για τον δεύτερο και σε 42.518,16 ευρώ για τον τρίτο. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως της εναγομένης, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 2437/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, 202 και 669 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του άρθρου 5 παρ. 1 του άνω Ν. 3198/1955, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, ούτε παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, γι' αυτό και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του εδαφ. β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, δοθέντος ότι επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους το ήμισυ (50%) της οριζομένης από το Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ενώ έπρεπε να τους επιδικάσει ποσοστό 40% της αποζημιώσεως αυτής, λόγω του ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν επικουρικώς ασφαλισμένοι στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν περιέλαβε πραγματική παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν επικουρικώς ασφαλισμένοι, ούτε, άλλωστε, δέχθηκε ότι αυτοί, κατά την αποχώρησή τους από την Τράπεζα είχαν συμπληρώσει ή συμπλήρωναν τις προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, ώστε να υπάγονται στους μισθωτούς του εδαφίου β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με το οποίο οι δικαιούμενοι πλήρους συντάξεως γήρατος υπάλληλοι κατά την αποχώρησή τους λαμβάνουν το 40% της αποζημιώσεως, εάν είναι επικουρικώς ασφαλισμένοι.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Εξάλλου, ο ισχυρισμός (ένσταση) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, άρα, για να είναι παραδεκτός ο επί του άνω ισχυρισμού στηριζόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να έχει προβληθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και επιπλέον το γεγονός της προβολής του να αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, o τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, άλλως ότι δεν περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες επί του ισχυρισμού της αυτού, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τον ως άνω ισχυρισμό της, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είχε προτείνει η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς της ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1166/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ