Legislator Case Law & Legislation
130/2012 AI generated

130/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 130/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 130 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 130/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...

Legislator headnote

AI generated
130/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 130 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 130/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ... «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
allocation of family dwelling allocation of family home title to property residential property access to property rights of ownership

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 130 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 130/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Π. και 2. Χ. θυγ. Δ. Π., συζ. Β. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μυλωνά.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Μαγουλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2001 μη οριστική, 49/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2005 μη οριστική, 55/2009 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 23-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά, την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή αφορούν την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ως κατ' ουσίαν βάσιμη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Π. συζ. Θ. Κ. ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου συνολικής έκτασης πέντε στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην θέση Άγιοι Πάντες των ορίων της κτηματικής περιφέρειας Καλαμάτας, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού. Με τα υπ' αριθ. .../1943 και .../1943 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ηλία Ζαφειράκου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η ως άνω Π. Κ. μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς και ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω πώλησης, αντίστοιχα, από το παραπάνω ακίνητο στην θυγατέρα της, μητέρα του ενάγοντα και γιαγιά των εναγομένων, κρατώντας για λογαριασμό της την επικαρπία μέχρι του χρόνου του θανάτου της που επισυνέβη το έτος 1950. Με το υπ' αριθ. .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ιωάννη Ζέρβα, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, από το παραπάνω ακίνητο των πέντε στρεμμάτων, έκταση περίπου ενός στρέμματος στον ενάγοντα γιο της. Στην συνέχεια με τα υπ' αριθ. .../1989 και .../1989 συμβόλαια, που μεταγράφηκαν ομοίως νόμιμα, η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς δηλαδή έκταση 1200 τ.μ και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ομοίως δηλαδή 1200 τ.μ. λόγω πώλησης αντίστοιχα από την συνολική έκταση των τεσσάρων στρεμμάτων, του ίδιου παραπάνω ακινήτου, που της απέμεινε στην δεύτερη εναγομένη εγγονή της. Επί πλέον με το υπ' αριθ. .../1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Σκούλικα που μεταγράφηκε νόμιμα, η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής έκταση 1490 τ.μ περίπου από το ίδιο προαναφερόμενο ακίνητο στον ενάγοντα γιο της. Το έτος 1998 η Χ. χήρα Π. απεβίωσε αφήνοντας την υπ' αριθ. 11668/1992 δημόσια διαθήκη, δυνάμει της οποίας άφησε λόγω κληρονομιάς έκταση 1300 τ.μ περίπου από το ίδιο προαναφερόμενο ακίνητο στον άλλο γιο της Π. Π. και πατέρα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος και αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή. Τελικά η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε εν ζωή, όπως αναφέρθηκε, το σύνολο περίπου του ακινήτου των πέντε στρεμμάτων, που είχε αποκτήσει αυτή, ως άνω , από την μητέρα της, απομένοντας σ' αυτήν μία λυόμενη οικία επιφανείας 43 τ. μ μετά του αυλείου αυτής χώρου επιφανείας αντίστοιχα 251, 40 τ.μ, στην οποία και διέμενε μέχρι του χρόνου του θανάτου της και η οποία αποτελεί σήμερα το επίδικο. Επομένως η λυόμενη κατοικία αυτή με το αύλειο αυτής χώρο, μετά το θάνατο της Χ. χήρας Α. Π., κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου πλέον από τους κληρονόμους της τελευταίας δηλαδή από τον ενάγοντα και τα άλλα τέσσερα αδέλφια του, δηλαδή τους Ε. Κ., Ε. Μ.- Π., Δ. Π. και Π. Π. κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Σημειώνεται εδώ ότι ο ενάγων με την υπ' αριθ. 16588/1999 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε την εν λόγω κληρονομιά της μητέρας του, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, κατά το οποίο και αναμείχθηκε με διάνοια συγκληρονόμου. Ειδικότερα φροντίζει για την οικία αυτή, [είχε δε προβεί και σε δαπάνες επισκευής της και πριν από τον θάνατο της μητέρας του, ήδη από το έτος 1986 μετά την κατάρρευση της λιθόκτιστης οικίας λόγω των σεισμών] έχει εναποθέσει στον αύλειο χώρο διάφορα πράγματα του προς φύλαξη, καθαρίζει το χώρο από τα χόρτα, ενώ έχει κατασκευάσει και σιδηροκατασκευή για το άπλωμα των ρούχων, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί συγκύριος αυτής κατά το προαναφερόμενο ποσοστό παραγώγως αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρουμένου του χρόνου της νομής του σε εκείνο της δικαιοπαρόχου του μητέρας του, η οποία ασκούσε επ' αυτής όλες τις προσιδιάζουσες σύμφωνα με το προορισμό της και την φύση της πράξεις νομής, όμοιες περίπου με εκείνες του ενάγοντος. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ισχυρίσθηκαν ότι η δικαιοπάροχος τους και μητέρα τους Χ. χήρα Α. Π. στα πλαίσια ατύπου διανομής, η οποία έλαβε χώρα κατά ένα μέρος το έτος 1962 και κατά τα λοιπά το έτος 1977, διένειμε το επίδικο ακίνητο μεταξύ των τριών υιών της. Ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελείται αφενός από μία προκατασκευασμένη οικία 43 τ.μ. μετά της αυλής της εμβαδού περίπου 251,40 τ.μ. και αφετέρου ενός τμήματος εμβαδού 150 περίπου τ.μ., εντός του οποίου υπάρχουν κτίσματα (αποθήκες). Ότι το συνολικό αυτό ακίνητο αποτελούσε, πριν την κατεδάφιση της υπάρχουσας σε αυτό παλαιάς οικίας λόγω των σεισμών το έτος 1986, την μητρική οικία της οικογένειας των διαδίκων. Ότι το έτος 1962 η ως άνω δικαιοπάροχος τους άτυπα παρέδωσε την νομή του κεντρικού τμήματος του επιδίκου ακινήτου επιφανείας περίπου 137 τ.μ. στον Π. Π., δικαιοπάροχο του πρώτου των εναγομένων, ενώ το έτος 1977 παρέδωσε α) την νομή του δυτικού τμήματος επιφανείας 110 περίπου τ.μ., στο οποίο υπήρχε η λυόμενη οικία, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο με κουζίνα και μικρή αποθήκη, στον Δ. Π., δικαιοπάροχο της δεύτερης των εναγομένων και β) την νομή του ανατολικού τμήματος του όλου ακινήτου με τα υπάρχοντα σε αυτό κτίσματα επιφανείας 150 τ.μ. περίπου στον ενάγοντα. Τελικά με τα υπ' αριθ. .../1999 και .../1999 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αναστασίου Κανελλοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Π. Α. Π. και ο Δ. Α. Π. αντίστοιχα μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής στον πρώτο εναγόμενο-γιο του ο ένας και στην δεύτερη εναγομένη θυγατέρα του ο άλλος, έκταση 136,95 τ.μ και 111,65 τ.μ μετά λυομένης οικίας 40 τ.μ περίπου αντίστοιχα, δηλαδή ολόκληρο το επίδικο ακίνητο αφού κατά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς τους νεμόνταν αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά την αναφερόμενη διανομή και επί χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας κι επομένως ανήκε σ' αυτούς κατά τα εν λόγω διακριτά τμήματα. Από τα παραπάνω όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι πράγματι είχε λάβει μεταξύ του ενάγοντα και των πατέρων των εναγομένων [αδελφών αντίστοιχα του ενάγοντα], κατά τα έτη 1962 και 1977 αντίστοιχα κάποια άτυπη διανομή, από την οποία ο ενάγων έλαβε την νομή του ανατολικού τμήματος του όλου ακινήτου με τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα επιφανείας 150 τ.μ περίπου [και οι λοιποί το επίδικο ακίνητο επιφανείας 251 τ/μ μετά της οικίας των 40 τ.μ], αφού το τελευταίο αυτό τμήμα από την μορφολογία του εδάφους αλλά και από την υψομετρική θέση την οποία έχει φαίνεται να είναι διαχωρισμένο από το επίδικο ακίνητο και αντίθετα να είναι ενωμένο με το αγροτεμάχιο που ο ενάγων αγόρασε από την μητέρα του Χ. Π. με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../1972 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ιωάννη Ζέρβα, δηλαδή το αναφερόμενο ακίνητο των 150 τ.μ. να αποτελεί τμήμα του τελευταίου τούτου αγορασθέντος αγροτεμαχίου. Κατ' ακολουθίαν το επίδικο που αποτελείται από μία προκατασκευασμένη οικία εμβαδού 43 τ.μ. μετά της αυλής της εμβαδού περίπου 251,40 τ.μ. και ανήκε μέχρι του χρόνου του θανάτου της [το έτος 1998 ] στην μητέρα του ενάγοντα και γιαγιά των εναγομένων αντίστοιχα, είναι κληρονομιαία περιουσία της τελευταίας, η οποία περιήλθε κατά την αναφερόμενη κληρονομική του μερίδα, δηλαδή 1/5 εξ αδιαιρέτου στο ενάγοντα, δυνάμει κληρονομικής τούτου διαδοχής και στην οποία αναμείχθηκε αυτός ως άνω, διάνοια συγκληρονόμου, και έτσι οι εναγόμενοι ουδόλως απέκτησαν την κυριότητα ολόκληρου του επιδίκου με τις προαναφερθείσες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες αφού οι δικαιοπάροχοι τους κατά το χρόνο της μεταβίβασης σ' αυτούς δεν ήταν εξ ολοκλήρου κύριοι των μεταβιβαζομένων διακριτών τμημάτων του τελευταίου (επίδικου ακινήτου)".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφανίζοντας την εκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι η Χ. χα Α. Π., άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου(μητέρα του και γιαγιά των αντιδίκων του), υπήρξε, ενόσω ζούσε, αποκλειστική κυρία ακινήτου -αγρού-, συνολικού εμβαδού πέντε στρεμμάτων περίπου, που της μεταβίβασε σταδιακά η μητέρα της Π. σύζ. Θ. Κ. με τα .../1943 και .../1943, αντίστοιχα, δωρητήριο στη ζωή και πωλητήριο συμβόλαια, εντούτοις, δέχθηκε περαιτέρω, ότι η ίδια, με διαδοχικές στη ζωή μεταβιβάσεις, αλλά και αιτία θανάτου, μεταβίβασε από το παραπάνω ακίνητό της, στον ενάγοντα γυιο της - αναιρεσίβλητο,- στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα και στο γυιό της Π. Π., πατέρα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα, συνολική έκταση 6190 τετρ. μέτρων. Δέχθηκε, δηλαδή το Εφετείο, ότι η Χ. χα Α. Π. μεταβίβασε λόγω πώλησης στον αναιρεσίβλητο έκταση περίπου ενός (1) στρέμματος με το .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ιωάννη Ζέρβα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, " από τη συνολική έκταση των τεσσάρων στρεμμάτων που της απέμεινε" μεταβίβασε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς, δηλαδή έκταση 1200 τετρ. μέτρων και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ομοίως, δηλαδή 1200 τετρ. μέτρα λόγω πώλησης στη δεύτερη αναιρεσείουσα, εγγονή της, με τα .../1989 και .../1989, αντίστοιχα, συμβόλαια, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί και, τέλος, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής " από το ίδιο προαναφερόμενο ακίνητο" έκταση 1490 τετρ. μέτρων στον αναιρεσίβλητο με το .../1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Σκούλικα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Με την 11.668/1972, επίσης, δημόσια διαθήκη της κατέλιπε, μετά τον επισυμβάντα το έτος 1998 θάνατό της, στον άλλο γυιο της Π. Π. (πατέρα του πρώτου αναιρεσείοντα) έκταση 1300 τετρ. μέτρων περίπου " από το ίδιο προαναφερόμενο ακίνητο". Επομένως, ενώ δέχθηκε το Εφετείο, ότι το ιδιόκτητο ακίνητο της Χ. χας Α. Π. είχε συνολική έκταση 5000 τετρ. μέτρων, δέχθηκε περαιτέρω, εντελώς, όμως, αντιφατικά, ότι η συνολική έκταση που μεταβιβάστηκε από την ίδια, με τις παραπάνω διακρίσεις, ανέρχεται σε (1000+1200+1200+1490+1300=) 6190 τετρ. μέτρα, ήταν, δηλαδή, μεγαλύτερη αυτής που της ανήκε κατά 1190 τετρ. μέτρα. Με την αντιφατική αυτή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε, επίσης εντελώς, αντιφατικά, στην κρίση, ότι : "Τελικά η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε εν ζωή, όπως αναφέρθηκε, το σύνολο περίπου του ακινήτου των πέντε στρεμμάτων, που είχε αποκτήσει αυτή, ως άνω, από την μητέρα της, απομένοντας σ' αυτήν μία λυόμενη οικία επιφανείας 43 τ.μ μετά του αυλείου αυτής χώρου επιφανείας αντίστοιχα 251, 40 τ.μ, στην οποία και διέμενε μέχρι του χρόνου του θανάτου της και η οποία αποτελεί σήμερα το επίδικο. Επομένως η λυόμενη κατοικία αυτή με το αύλειο αυτής χώρο, μετά το θάνατο της Χ. χήρας Α. Π., κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου πλέον από τους κληρονόμους της τελευταίας δηλαδή από τον ενάγοντα και τα άλλα τέσσερα αδέλφια του, δηλαδή τους Ε. Κ., Ε. Μ.-Π., Δ. Π. και Π. Π. κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας", και περαιτέρω, ότι: "το επίδικο που αποτελείται από μία προκατασκευασμένη οικεία εμβαδού 43 τ.μ. μετά της αυλής της εμβαδού περίπου 251,40 τ.μ. και ανήκε μέχρι του χρόνου του θανάτου της [το έτος 1998 ] στην μητέρα του ενάγοντα και γιαγιά των εναγομένων αντίστοιχα, είναι κληρονομιαία περιουσία της τελευταίας, η οποία περιήλθε κατά την αναφερόμενη κληρονομική του μερίδα, δηλαδή 1/5 εξ αδιαιρέτου στο ενάγοντα, δυνάμει κληρονομικής τούτου διαδοχής και στην οποία αναμείχθηκε αυτός ως άνω, διάνοια συγκληρονόμου, και έτσι οι εναγόμενοι ουδόλως απέκτησαν την κυριότητα ολόκληρου του επιδίκου με τις προαναφερθείσες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες αφού οι δικαιοπάροχοι τους κατά το χρόνο της μεταβίβασης σ' αυτούς δεν ήταν εξ ολοκλήρου κύριοι των μεταβιβαζομένων διακριτών τμημάτων του τελευταίου (επίδικου ακινήτου)". Με τα δεδομένα αυτά, ο συναφής πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου μεταβίβασε στη ζωή και αιτία θανάτου από το ιδιόκτητο ακίνητό της, συνολικού εμβαδού 5000 τετρ. μέτρων, συνολική έκταση 6190 τετρ. μέτρων στα ρητά κατανομαζόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρόσωπα, απέμεινε δε στην ίδια και κληρονομιαία περιουσία της, δηλαδή το επίδικο ακίνητο (λυόμενη οικία, εμβαδού 43 τετρ. μέτρων με τον αύλειο χώρο της, εμβαδού 251,40 τετρ. μέτρων), που αποτελεί τμήμα του παραπάνω ακινήτου της, περιελθόν στις εξ αδιαθέτου κληρονόμους της δηλαδή στον αναιρεσίβλητο και τα τέσσερα (4) αδέλφια του κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντίστοιχα, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι βάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (του Εισηγητή - Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Μιτσιάλη) ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η ως άνω επικαλούμενη αντίφαση δεν αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αποτελεί επιχείρημα των αναιρεσειόντων, σε κάθε δε περίπτωση και γιατί αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

II. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι " με τα υπ' αριθμ. .../1989 και .../1989 συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η Χ. χήρα Α. Π., μεταβίβασε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς δηλαδή έκταση 1200 τ. μ και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ομοίως δηλαδή 1200 τ.μ λόγω πώλησης αντίστοιχα από τη συνολική έκταση των τεσσάρων στρεμμάτων, του ίδιου παραπάνω ακινήτου, που της απέμεινε, στη δεύτερη εναγομένη εγγονή της", παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω συμβολαίων, ενόψει του ότι: "με το υπ' αριθμ. .../1989 συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε με πώληση στην εγγονή της Χ. θυγατέρα Δ. Π. το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκτάσεως 1200 τ.μ δηλαδή έκταση 600 τ. μ και όχι έκταση 1200τ.μ όπως λανθασμένα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Ομοίως και με το υπ' αριθμ. .../1989 συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε με δωρεά στην εγγονή της Χ. θυγατέρα Δ. Π. το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκτάσεως 1200 τ.μ., δηλαδή έκταση 600 τ.μ. και όχι έκταση 1200 τ.μ. όπως λανθασμένα δέχεται η προσαβλλόμενη απόφαση. Και επομένως η εγγονή της Χ. θυγατέρα Δ. Π. απέκτησε με τα άνω συμβόλαια από τη γιαγιά της συνολική έκταση 1.200 τ.μ. (1/2 εξ αδιαιρέτου 1200 τ.μ. x 2) και όχι συνολική έκταση 2400 τ.μ. όπως λανθασμένα διέλαβε στην αιτιολογία της η αναιρεσίβλητη απόφαση". Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο, ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, γιατί, όπως πράγματι προκύπτει από τα προμνημονευόμενα συμβόλαια, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) σ' αυτά ρητά διαλαμβάνεται, ότι η Χ. χήρα Α. Π. μεταβίβασε στην εγγονή της Χ. θυγατ. Δ. Π. με το .../1989 μεν συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χριστίνας- Κων/νας Βούλγαρη- Λυκοτραφίτη λόγω δωρεάς στη ζωή το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκτασης 1200 τετρ. μέτρων, δηλαδή έκταση 600 τ.μ και με το .../1989 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, επίσης, λόγω πώλησης το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκτασης 1200 τετρ. μέτρων δηλαδή έκταση 600 τ.μ και συνολικά και με τα δύο συμβόλαια έκταση 1200 τετρ. μέτρων. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές της, απέδωσε στα προμνημονευόμενα συμβόλαια περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, δηλαδή, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενό τους από εσφαλμένη προφανώς ανάγνωσή τους, στη συνέχεια δε, μόρφωσε την επιζήμια για τους αναιρεσείοντες κρίση της, σε σχέση με τη συνολική έκταση ( των 2400 τετρ. μέτρων, αντί εκείνης των 1200 τετρ. μέτρων), που μεταβιβάστηκε στη δεύτερη αναιρεσείουσα και, τελικά, σε σχέση με την κρίση της για την ύπαρξη κληρονομιαίας περιουσίας της αρχικής ιδιοκτήτριας Χ. χας Α. Π., αποκλειστικά στο με αυτό τον τρόπο παραμορφωμένο περιεχόμενο των επίμαχων συμβολαίων. Κατά τη γνώμη όμως του ιδίου ως άνω μέλους του Δικαστηρίου, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρόκειται για ανακριβή διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, από μόνη της, χωρίς την ύπαρξη σφάλματος κατά την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, δεν μπορεί να θεμελιώσει την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σε κάθε περίπτωση δε ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο την κρίση του σε σχέση με την κυριότητα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Χ. χήρας Α. Π. στο επίδικο μόρφωσε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω συμβόλαια, αλλά ύστερα από συνεκτίμησή τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα).

Κατ' ακολουθίαν (και κατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο), πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση , και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 55/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ