Legislator Case Law & Legislation
130/2008 AI generated

130/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 130/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

130/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χρόνος ενάρξεως της παραγραφής αυτής, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, η οποία για την έναρξη αυτής θέτει ως προϋπόθεση τη γνώση από τον παθόντα όλων εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, με βάση τα οποία παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως της σχετικής αγωγής, είναι στην προκειμένη περίπτωση εκ παραλείψεως αδικοπραξίας η γνώση της αποφάσεως για τη μη προαγωγή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 130 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 130/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου:............, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2004 του Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση και εκδόθηκε η 8860/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 30-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σε περίπτωση παραλείψεως από την προαγωγή υπαλλήλου του Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε.), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β' 568/8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.

Απ 14/1998), ο οποίος (υπάλληλος) υπερέχει καταφανώς κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα έναντι άλλων συναδέλφων του, που προήχθησαν αντί εκείνου, υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια των άρθρων 914 κ. επ. του ίδιου Κώδικα (Ολ. ΑΠ 14/1998, 897/1985), η από την οποία αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 937 παρ. 1 του ΑΚ.

Χρόνος ενάρξεως της παραγραφής αυτής, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, η οποία για την έναρξη αυτής θέτει ως προϋπόθεση τη γνώση από τον παθόντα όλων εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, με βάση τα οποία παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως της σχετικής αγωγής, είναι στην προκειμένη περίπτωση εκ παραλείψεως αδικοπραξίας η γνώση της αποφάσεως για τη μη προαγωγή του.

Κατά δε το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν". Ειδικότερα, η ένσταση παραγραφής, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και κυρίως το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, για να μπορεί να κριθεί αν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο χρόνος της και, συγκεκριμένα, να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και να περιλαμβάνει σχετική αίτηση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 247 ΑΚ, σε παραγραφή υπόκειται η αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη. Η αναγνωριστική επομένως αγωγή, με την οποία δεν ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται αυτή καθεαυτή σε παραγραφή, πλην όμως δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς έγερση αυτής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ και γι' αυτό απορριπτέα από τον λόγο αυτόν καθίσταται, αν η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή, εφόσον υφίσταται τέτοια, υπέπεσε σε παραγραφή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες , εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α ) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά.....". Κατά δε τη διάταξη του άρθμου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και, ιδίως....τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων.....".

Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση παραγραφής, προφορικά κατά τη συζήτησα στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερα δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠολΔ) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.

σχ. Ολ. ΑΠ 2/2005)· Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε και απέρριψε ως αόριστη την πρωτοδίκως υποβληθείσα και δεκτή γενόμενη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (εξαιτίας του οποίου λόγου, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου πατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση) ένσταση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." - Ο.Τ.Ε.), η οποία αυτή είχε προβάλει και προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την επανέφερε στο Εφετείο με τις εκεί υποβληθείσες προτάσεις της.

Ειδικότερα, με την ένδικη από 8-3-2001 αγωγή του, όπως το καταψηφιστικό από τα αιτήματα της περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος υφιστάμενη μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, με βάση την οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπαλλήλου ήδη με το βαθμό του ΤΟΜ/Τ-ΤΛ, και παράνομη και καταχρηστική παράλειψη του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Γενικών Καθηκόντων, παρά το ότι είχε προς τούτο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1993, 1934 και 1995, κατά τις οποίες προήγαγε τους αναφερομένους συναδέλφους του, έναντι των οποίων υπερτερούσε καταφανώς, ζήτησε να αναγνωριστεί αφενός ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στον πιο πάνω αναφερόμενο ανώτερο βαθμό από 1-1-1993, άλλως από 1-1-1 994, άλλως από 1-1-1995 και αφετέρου ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει, εκτός άλλων, αποζημίωση εκ ποσού 2.924.252 δραχμών εξαιτίας στερήσεως του επιδόματος ευθύνης θέσεως, που θα λάμβανε ως Υποδιευθυντής Γενικών Καθηκόντων από 1-1-1993 έως 31-5-1995, καθώς και χρηματική ικανοποίηση εκ ποσού 300.000 δραχμών προς αποκατάσταση της προκληθείσας σ' αυτόν ηθικής βλάβης από την ως άνω παράλειψη του από την προαγωγή.

Η αναιρεσείουσα κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) συζήτηση της υποθέσεως, η οποία, ως εκ της φύσεως της, δικαζόταν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), προέτεινε προφορικά και απλώς επιγραμματικά κατά της ως άνω ένδικης αγωγής, εκτός άλλων, και την ένσταση της παραγραφής των ένοικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, προφανώς με την έννοια του ότι λόγω της παραγραφής αυτής δεν υφίστατο πλέον έννομο συμφέρον προς έγερση της αγωγής αυτής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, ώστε εξαιτίας τούτου η αγωγή αυτή να ήταν απορριπτέα.

Η ένσταση αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδριάσεως, που συντάχθηκαν από το γραμματέα, όπως από τα πρακτικά αυτά προκύπτει. Ειδικότερα, στο σχετικό μέρος των πρακτικών αυτών αναφέρεται "ο πληρεξούσιος της εναγομένης ( αναιρεσείουσας)...... αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και προέβαλε.....

την ένσταση της παραγραφής". Επιπλέον, στις προτάσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες αυτή κατέθεσε στο ακροατήριο κατά την ως άνω συζήτηση της ένδικης υποθέσεως, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, περιεχόταν και η αμέσως πιο πάνω ίδια ένσταση, έχουσα κατά λέξη ως εξής "ο αντίδικος (αναιρεσίβλητος) ζητά καταβολή επιδόματος ευθύνης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-5-1995 και εξόδων κίνησης και παράστασης από 1-6-93 έως 31-8-90. 'Ομως η ένδικη αγωγή μας επιδόθηκε την 3-4-2001, οπότε νομότυπα προβάλλουμε ένσταση παραγραφής τουλάχιστον για τα αξιούμενα κονδύλια που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 3-3-1996, αλλά και για το καθόλου δικαίωμα προαγωγής είτε από 1-1-93, 1-1-94 είτε από 1-1-95".

Η ένσταση όμως αυτή, την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά της ένδικης αγωγής ήταν πράγματι αόριστη, αφού δεν περιλαμβανόταν σ' αυτήν, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τα παρ απάνω, για να μπορεί να κριθεί ως ορισμένη, ο χρόνος ενάρξεως της προτεινόμενης παραγραφής και συγκεκριμένα ο χρόνος κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος (που είχε παραλειφθεί κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή του προαγωγές στην αναιρεσείουσα) είχε λάβει γνώση της σχετικής κάδε φορά αποφάσεως για τη μη προαγωγή του, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό δεν περιεχόταν ούτε στην ως άνω ένσταση όπως είχε καταχωριστεί στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλ' ούτε και στην ίδια ένσταση που με περισσότερη ανάπτυξη, κατά τα πιο πάνω, περιεχόταν στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας.

Και ναι μεν με τις στην κατ' έφεση δίκη υποβληθείσες προτάσεις της η αναιρεσείουσα επανέφερε στο Εφετείο (κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ) την αμέσως πιο πάνω ένσταση της, πλην όμως και πάλι παρέλειψε να συμπληρώσει αυτήν κατά το προαναφερόμενο ελλείπον στοιχείο της (δηλαδή το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής), όπως επιτρεπόταν σ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αντιδίκου της (αναιρεσιβλήτου).

Είναι βέβαια αληθές ότι με την "προσθήκη-αντίκρουση", που έγινε στις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις της μετά τη συζήτηση, η αναιρεσείουσα φαίνεται ότι επικαλείται (για πρώτη όμως φορά) ότι ο αναιρεσίβλητος "έλαβε γνώση άμεσα για τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1993 και εξής, δηλαδή κατά τον χρόνο που διενεργήθηκαν, αφού ήταν άμεσα ενδιαφερόμενος, ως έχων έννομο συμφέρον", πλην όμως το επιπλέον αυτό νέο γεγονός, ως θεμελιωτικό και αυτό κατά το νόμο ( 937 :παρ. 1 ΑΚ) της ως άνω ενστάσεως της αναιρεσείουσας, απαραδέκτως προτάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 211 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 2915/200, το οποίο άρθρο (237 παρ. 3) ήταν εφαρμοστέο κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 2915/2001.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έκρινε ως αόριστη την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια, όπως εκτιμάται, ως εκ του πράγματος, την απέρριψε ως τέτοια, δεν έσφαλε και γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την αληθινή έννοιά του, όπως εκτιμάται (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ακολούθως να απορριφθεί και η ίδια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ενώ, κατόπιν τούτου, παρέλκει και η εξέταση του κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ αιτήματος της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της, για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια από αυτήν εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον το αίτημα αυτό υποβλήθηκε για την περίπτωση κατά την οποία θα αναιρείτο η τελευταία απόφαση, πράγμα όμως που δεν έγινε.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.) για αναίρεση της υπ' αριθ. 8860/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ