Legislator Case Law & Legislation
130/2006 AI generated

130/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 130/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

130/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη, τιμωρείται ο υπάλληλος, που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ.

Keywords

AI generated
striking off the register transitional justice recommitment to an institution expulsion despite health conditions reintegration into employment change of category or service
AI generated
1942/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.
442/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1825/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3366/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2013 αίτησή του.
1457/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτη Μπολτέτσο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
804/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις .../2009 και ...2009 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
668/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό-Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 130 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 130/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Π. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κρανιώτη, 2) Α. Ρ. του Δ., 3) Κ. Α. του Α., κατοίκων Λαμίας, 4) Λ. Σ. του Χ., 5) Χ. Μ. του Ε., 6) Χ. Σ. του Φ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου, περί αναιρέσεως της 155/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Ιουλίου 2005, τέσσαρες (4) χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1471/2005.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση, από 21 Ιουλίου 2005 τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως των: Α) Α. Π. του Α., Β) Α. Ρ. του Δ., Χ. Μ. του Ε., Κ. Α. του Α. (κοινή). Γ) Λ. Σ. του Χ. και Δ) Χ. Σ. του Φ., οι οποίες στρέφονται κατά της υπ’ αριθ. 155/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συναφείας τους, να συνεκδικαστούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενώ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται με την ίδια ποινή, όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί έγγραφο που περιέχει ψευδή βεβαίωση ή είναι νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί από υπάλληλο κατά την έννοια της παρ. 1.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη, τιμωρείται ο υπάλληλος, που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ.

α’ του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ’ έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός χωριστά.

Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ λόγω αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 155/2005 απόφασής του, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθ. 78/30.11.1997 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ...

αποτελουμένου από τους κατηγορουμένους: Α. Π., ως πρόεδρο και Χ. Μ., Α. Ρ., Κ. Α. και Χ. Σ., ως μέλη, κατά την παραπάνω συνεδρίασή του, αφού διαπιστώθηκε η δήθεν συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 2508/1997, ως προς τη συγκατηγορούμενή τους, Λ. Σ., ότι δηλαδή εργαζόταν στην Κοινότητα, ως υπάλληλος καθαρισμού, με συνολικό χρόνο υπηρεσίας, ως τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου, 12 μηνών, αποφάσισαν τη μετατροπή της συμβάσεως έργου, με την οποία είχε δήθεν προληφθεί, σε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το σκοπό δε αυτό συνέστησαν προσωρινή προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην οποία και την κατέταξαν.

Το θέμα αυτό εισήχθη προς συζήτηση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος εκτός ημερησίας διατάξεως και φέρεται ότι λήφθηκαν οι υπ’ αριθ. 26/14.6.1996 και 62/22.12.1996 αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου ... με σκοπό την έγκριση ανάθεσης με σύμβαση εργασίας καθορισμού των χώρων και κτηρίων της Κοινότητας και του Κληροδοτήματος "S. Z.", οι οποίες στην πραγματικότητα λήφθηκαν μεταγενέστερα, δηλαδή κατά τη συνεδρίαση στις 30.11.1997.

Στη λήψη της υπ’ αριθ. 78/1997 αποφάσεως προέβησαν οι κατηγορούμενοι, μολονότι γνώριζαν ότι η συγκατηγορούμενή τους, Λ. Σ., δεν είχε απασχοληθεί με σύμβαση έργου κατά το χρονικό διάστημα του ενός έτους που βεβαίωσαν, ήτοι από 14.6.1996 έως 30.11.1997. Τούτο δε, διότι, αν πράγματι είχε απασχοληθεί και είχε ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, θα έπρεπε οι παραπάνω υπ’ αριθ. 26/1996 και 62/1996 αποφάσεις να είχαν υποβληθεί για τον έλεγχο της νομιμότητάς τους στην αρμόδια Υπηρεσία της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, γεγονός το οποίο δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο.

Εκτός αυτού, αν αυτή εργαζόταν στο Κοινοτικό Κατάστημα, καθώς και στους χώρους του Κληροδοτήματος, έπρεπε να έχει συγκεκριμένη και σταθερή απασχόληση σύμφωνα με το περιεχόμενο των ανωτέρω αποφάσεων (26 και 62/1996) και των, συνεπεία αυτών καταρτισθεισών υπ’ αριθ. 261/14.6.1996 και 518/1996 συμβάσεων, για τις οποίες δεν αποδείχθηκε διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, διαδικασία, που ακολουθήθηκε για τις άλλες υπαλλήλους καθαριότητας.

Από καμμιά μαρτυρική κατάθεση δεν προέκυψε με πειστικότητα τέτοια απασχόληση, αλλ’ ούτε και οι αποδοχές της κατά το διάστημα αυτό, καθόσον ακόμη και οι μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ότι απησχολείτο, ασαφώς και αορίστως αναφέρονται στην εργασία που παρείχε, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε συγκεκριμένο περί του τρόπου προσλήψεώς της.

Στη λήψη της υπ’ αριθ. 78/1997 αποφάσεως προέβησαν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι με σκοπό να προσπορίσουν στη συγκατηγορούμενή τους, Λ. Σ. παράνομο όφελος με την τοποθέτησή της σε υπαλληλική θέση, ενώ δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου. Στη συνέχεια δε, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 32 του Ν. 2508/1997, δεν είχε δικαίωμα μετατάξεως ή αποσπάσεως, ούτε μπορούσε να της ανατεθεί άλλο είδος απασχολήσεως επί μία πενταετία, ο κατηγορούμενος, Χ.

Σ., πατέρας της κατηγορουμένης, Λ. Σ., καίτοι γνώριζε τις άνω προϋποθέσεις του Ν. 2508/1997, ως μέλος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Φθιώτιδας, συμμετείχε στην έκδοση του από 12.7.2000 πρακτικού, με το οποίο παρείχε τη σύμφωνη γνώμη του για μετάταξη της υπαλλήλου, Λ. Σ., κατηγορίας ΥΕ κλάδου ΥΕ 16, σε όμοια κενή οργανική θέση από το Δήμου ...

στο Δήμο ..., προσπορίζοντας με τον τρόπο αυτό παράνομο περιουσιακό όφελος σε αυτήν, αφού αμοιβόταν με υψηλότερες αποδοχές. Εκτός αυτού η κατηγορουμένη θυγατέρα του δεν αποτέλεσε προσωπικό του Δήμου ..., από τον οποίο και δεν μισθοδοτήθηκε, όπως αναγνωρίζει και ο Δήμαρχος με το υπ’ αριθ. 107/24.1.2000 έγγραφό του, αλλ’ εξακολουθούσε να εξυπηρετεί τις ανάγκες του Κληροδοτήματος.

Ο Δήμαρχος ... με την υπ’ αριθ. .../11.10.1999 απόφασή του την είχε κατατάξει σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παρ’ ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου και στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. 3699/11.10.1999 απόφασή του τη μονιμοποίησε σε κενή οργανική θέση της κατηγορίας ΥΕ του κλάδου ΥΕ 16 με Δ’ βαθμό.

Περαιτέρω, οι 1ος, 2ος, 3ος και 4ος κατηγορούμενοι με την έκδοση στις 30.11.1997 των προχρονολογημένων υπ’ αριθ. 26 και 62/1996 αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου ... βεβαίωσαν ψευδώς, ότι αυτό είχε συνεδριάσει στις 14.6.1996 και 22.12.1996 αντίστοιχα, με σκοπό την έγκριση ανάθεσης με σύμβαση εργασίας καθαρισμού των κοινοτικών χώρων και κτηρίων και των χώρων του κληροδοτήματος για το χρονικό διάστημα από 14.6.1996 έως 30.6.1997, ενώ η αλήθεια είναι, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, ότι οι συνεδριάσεις αυτές έγιναν στις 30.11.1997.

Στην ενέργεια αυτή προέβησαν με σκοπό να εμφανίσουν ότι η συγκατηγορούμενή τους, Λ. Σ. είχε προσληφθεί ως καθαρίστρια πριν από 12 μήνες και έτσι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή της συμβάσεώς της σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η τελευταία, ενώ γνώριζε ότι το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών που την αφορούσε άμεσα, είναι ψευδές, προσκόμισε και επικαλέστηκε αυτές, καθώς και τις υπ’ αριθ. 19/2000 και 2990/2000 αποφάσεις του Δημάρχου ..., με τις οποίες βεβαιωνόταν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόσπασή της και εν συνεχεία μετάταξή της σε υπηρεσία του Δήμου ..., με σκοπό να επιτύχει τη μετάταξή της σε οργανική θέση του Δήμου ....

Τέλος, ο κατηγορούμενος Χ. Σ., στις 20.11.1997, 30.11.1997, 31.12.1997, 1.1.1998, 12.7.2000, 1.1.1999, 11.10.1999, 4.1.2000 και 5.7.2000, με πρόθεση προκάλεσε στους άνω συγκατηγορούμενος του Πρόεδρο και μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ... την απόφαση να εκτελέσουν τις πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος και ψευδούς βεβαιώσεως που παραπάνω αναφέρθηκαν, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι και η κατηγορουμένη, Λ.

Σ. προέβη στην ίδια πράξη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε κάτι σχετικό. Στη συνέχεια, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους: 1) Α. Π., 2) Χ. Μ., 3) Α. Ρ. και 4) Κ. Α. για: α) παράβαση καθήκοντος από κοινού και β) ψευδή βεβαίωση από κοινού, τον Χ. Σ. για: α) παράβαση καθήκοντος και β) ηθική αυτουργία στην ανωτέρω παράβαση καθήκοντος και στην παραπάνω ψευδή βεβαίωση των Α.

Π., Χ. Μ., Α. Ρ. και Κ. Α. και τη Λ. Σ., για χρήση ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση και τους επέβαλε, στους 1ο, 2ο, 3ο και 4ο συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, στον Χ. Σ. συνολική ποινή φυλακίσεως 13 μηνών και στη Λ. Σ., ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε επί τριετίαν.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ’ αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορίαν εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 1, 259 και 26 παρ. 1 εδ.

α’ του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως, γιατί ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως δεν είναι ο αναγραφόμενος στις υπ’ αριθ. 26/14.6.1996 και 62/22.12.1996 αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου ...

αντιστοίχως, δηλαδή 14.6.1996 και 22.12.1996, αντιστοίχως, κατά τους οποίους φέρονται ως εκδοθείσες οι αποφάσεις αυτές, επί του οποίου (χρόνου) οι αναιρεσείοντες στήριξαν τον απορριφθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελή περί παραγραφής του εν λόγω εγκλήματος ισχυρισμό τους, αλλά εκείνος της 30.11.1997 (αυτός αναγράφεται και στο κλητήριο θέσπισμα) με την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά, ότι οι ανωτέρω συνεδριάσεις έγιναν στις 30.11.1997, με το σκοπό να φέρεται ότι η εκ των κατηγορουμένων, Λ.

Σ., που είχε δήθεν προσληφθεί με σύμβαση μισθώσεως έργου από την Κοινότητα ... για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σ’ αυτήν, είχε προσληφθεί προ δώδεκα μηνών, για να πληρούνται, ενόψει του άρθρου 32 παρ. 2 του Ν. 2508/1997, οι προϋποθέσεις της μετατροπής της ανωτέρω συμβάσεως μισθώσεως έργου, σε σύμβαση μισθώσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ώστε να μη έχει περάσει η απαιτούμενη για τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του ειρημένου εγκλήματος πενταετία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, από της τελέσεως του εγκλήματος αυτού μέχρι της επιδόσεως στους αναιρεσείοντες του κλητηρίου θεσπίσματος.

Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου τελέσεως των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαιώσεως και παραβάσεως καθήκοντος, που τελέστηκαν εκ μέρους των κατηγορουμένων, Α. Π., Χ. Μ., Α. Ρ. και Κ. Α., στις 30.11.1997 και ως χρόνου τελέσεως της ηθικής αυτουργίας του εκ των αναιρεσειόντων, Χ.

Σ., πλην της ανωτέρω ημερομηνίας και άλλων μεταγενέστερων ημερομηνιών, καθόσον είναι πρόδηλον, όπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα, ότι οι λοιπές, πλην της πρώτης αναφερόμενες ημερομηνίες, αφορούν τον χρόνο τελέσεως της ηθικής αυτουργίας αυτού σε άλλες άδικες πράξεις, που τελέστηκαν από άλλους, πλην των ανωτέρω, κατηγορουμένους.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με τον πρώτο από αυτούς πλήττεται με την επίκληση, κατ’ επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, πρέπει, μετά την απόρριψη του προβαλλόμενου για έλλειψη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγου αναιρέσεως, αναφορικώς με την απορριπτική, του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου κρίση, σε σχέση με τον υποβληθέντα ενώπιον αυτού αυτοτελή, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, των εγκλημάτων, για τα οποία οι εκ των αναιρεσειόντων, Λ. Σ. και Χ. Σ. καταδικάστηκαν, ισχυρισμό, να απορριφθεί, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, με το να μη προχωρήσει στην οριστική παύση, συνεπεία παραγραφής, της ασκηθείσας εναντίον των εκ των αναιρεσειόντων 1) Λ. Σ. και 2) Χ. Σ., ποινικής διώξεως.

Κατά τη διάταξη του εδ. στ’ της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, προηγουμένη έγγραφη εξέταση κατά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται αξιόποινη πράξη κατά τη διάρκεια αυτής ή εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η μήνυση ή η έγκληση, που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 εδ. γ’ του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 3160/2003, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση επί κακουργημάτων και πλημμελημάτων αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, οπότε στην περίπτωση αυτή η ένορκη διοικητική εξέταση λειτουργεί ως υποκατάστατο της προκαταρκτικής εξέτασης, με την οποία και εξομοιώνεται.

Και ναι μεν, η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. στ’ του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσας ένορκης διοικητικής εξετάσεως, πλην όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3160/2003 ενόρκως ή και ανωμοτί, πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού και πριν ακόμη ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 72 του ΚΠΔ τρόπους, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ.

δ’ και 484 παρ. 1 περ. β’ του ΚΠΔ, διότι παραβιάσονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και ειδικότερα, το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως αυτού, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του να αρνηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠΔ, να καταθέσει περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.

Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα , που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο, είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητάς του αυτής (ΟλΑΠ 1/2004 και 11/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο Λαμίας, παρά τις αντιρρήσεις των αναιρεσειόντων, ανέγνωσε και αξιοποίησε αποδεικτικώς προς θεμελίωση της καταδικαστικής του κρίσεως, το από 25.1.2002 πόρισμα ένορκης διοικητικής εξετάσεως των Α. Π. και Α. Μ., από το περιεχόμενο του οποίου, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου του προβαλλόμενου σχετικώς λόγου αναιρέσεως, δεν προκύπτει ότι, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι κατά τη διενέργεια αυτής εξετάστηκαν ενόρκως και χωρίς να παρίσταται δικηγόρος, πριν απαγγελθεί σε βάρος τους κατηγορία, ομολόγησαν την ενοχή τους ή κατέθεσαν περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή τους για κάποια από τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιπροσθέτως, από το ίδιο πόρισμα, προκύπτει ότι οι καταθέσεις των αναιρεσειόντων κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ λήφθηκαν χωρίς προηγουμένως να τους γνωστοποιηθεί από τους ενεργήσαντες αυτήν το δικαίωμά τους να εξετασθούν ανωμοτί και η δυνατότητά τους να παρίσταται κατά τη λήψη αυτών δικηγόρος. Η με τον ανωτέρω όμως τρόπο λήψη των καταθέσεων των αναιρεσειόντων κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ, χωρίς δηλαδή να τους ανακοινωθεί από τους διενεργήσαντες αυτήν του δικαιώματός τους να εξεταστούν ανωμοτί και της δυνατότητάς τους να εξετασθούν με την παράσταση δικηγόρων, δεν παρήγαγε καμμία ακυρότητα της καταθέσεώς τους και εντεύθεν της ΕΔΕ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το πόρισμα, τούτο συντάχθηκε σε εκτέλεση της υπ’ αριθ.

ΕΠ 1634/27.3.2001 εντολής του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, προκειμένου να διερευνηθούν οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από την ημερομηνία πρόσληψης (14.6.1996) με σύμβαση έργου της Λ. Σ. του Χ. από την πρώην Κοινότητα ... έως και τη μετάταξή της στο Δήμο Λαμίας, δηλαδή πρόκειται για πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση, το αντικείμενο της οποίας, ούτε αποτέλεσε προανακριτικό υλικό για την κίνηση της ποινικής διώξεως (άρθρο 43 εδ.

γ’ ΚΠΔ), ούτε είχε άμεση σχέση με τα ένδικα εγκλήματα και όχι για πειθαρχική ανάκριση και επομένως, όπως από τα άρθρα 127 παρ. 1, 2 και 3 και 133 επ. Ν. 2683/1999 προκύπτει, η λήψη των καταθέσεων των αναιρεσειόντων με τον ανωτέρω τρόπο κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ, δεν παρήγαγε καμμιά ακυρότητα των ληφθεισών ως άνω καταθέσεών τους και εντεύθεν της ενεργηθείσας ΕΔΕ.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που επέφερε η ανάγνωση του από 25.1.2002 πορίσματος ένορκης Διοικητικής Εξετάσεως των Α. Π. και Α. Μ., είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 21 Ιουλίου 2005 αιτήσεις των: 1) Α. Π. του Α., 2) Α. Ρ. του Δ., Χ. Μ. του Ε., Κ. Α. του Α. (κοινή), 3) Λ. Σ. του Χ. και 4) Χ. Σ. του Φ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 155/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Απορρίπτει αυτές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ και δη, τους Α. Ρ. του Δ., Χ. Μ. του Ε. και Κ. Α. του Α., κατ’ ισομοιρίαν και τον καθένα από τους λοιπούς, Α. Π. του Α., Λ. Σ. του Χ. και Χ. Σ. του Φ..-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ