Legislator Case Law & Legislation
1309/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim filed as subsidiary argument after primary denial.

Case Number 1309/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding engineer fees. The appellant argued that the lower court failed to declare inadmissible a subsidiary claim of abuse of right, but the court found this argument was improperly filed as a subsidiary claim after the primary claim was rejected. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 14 of Section 559 of the Code of Civil Procedure: A claim of abuse of right must be presented as a primary argument; if rejected, it cannot be validly raised as a subsidiary argument to challenge the denial of the primary claim's legal basis.

Keywords

AI generated
abuse of right subsidiary argument appeal admissibility engineer fees good faith principles

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 14 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1309 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1309/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκατάστατου των διπλωματούχων μηχανικών: α)Α. Β., διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού, κατοίκου ... και β)Γ. Χ., διπλωματούχου ηλεκτρολόγου μηχανικού, κατοίκου ..., που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Νταή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παρ.2, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Καπούδα, με δήλωση του 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 4451/2013 μη οριστική και 4482/2017 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 19-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8687/826/23-09-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1755/2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), με αριθμό 4482/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 26-02-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1980/05-03-2010 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 23/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 29-06-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121578/332/03-07-2009 αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο την καταβολή αμοιβής μηχανικού, για την κατάρτιση μελέτης στους υποκαθιστάμενους από αυτό μηχανικούς.

Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της έφεσης αυτής, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 23-09-2019, ήτοι πριν από την επίδοση, στις 04-06-2020, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (βλ. την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Χ.

Α. Σ., επί του αντιγράφου της ως άνω απόφασης). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, προκύπτει ότι και η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή / και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.

Με τη σύμβαση αυτή, ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή / και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου, δικαιούται, δε, παραδίδοντας τούτο (άρθρο 694 του Α.Κ.), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν, κατά το κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, πριν τη κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών, με το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, η αμοιβή αυτή δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ/τος 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν, κ.λπ." (ΦΕΚ Α' 301) όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ/μα 515/1989 (ΦΕΚ Α' 219), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 59 του ν.δ/τος της 17.07/16.08.1923 "Περί σχεδίων πόλεων, κ.λπ." και του άρθρου μόνου του ν.δ/τος 2726/1953, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 περ.

δ' του Ν. 3316/2005 (ΦΕΚ Α' 42) (Α.Π. 82/2016, Α.Π. 77/2011, Α.Π. 648/2010, Α.Π. 579/2009, Α.Π. 743/2000). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων μόνο του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2726/1953, 1 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974 και 174 του Α.Κ. συνάγεται ότι, τα κατώτατα όρια αμοιβών των μηχανικών διπλωματούχων ανωτάτων σχολών, για την εκπόνηση μελετών και τη διενέργεια επιβλέψεων/ παραλαβών και εκτιμήσεων των αναφερομένων σε αυτά έργων, αποτελούν κατώτερη διατίμηση, υποχρεωτική για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, κάτι που καθιστά άκυρη τη συμφωνία για αμοιβή κατώτερη από τη νόμιμη, κατά το υπολειπόμενο από τα όρια αυτά μέρος της (Α.Π. 72/2015, Α.Π. 1257/2002, Α.Π. 853/1997).

Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, ο μηχανικός δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή, που καθορίζεται από το ως άνω π.δ/μα 696/1974, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και ισχύει (Α.Π. 362/2020, Α.Π. 819/2019, Α.Π. 1146/2012, Α.Π. 1699/2007). Την ως άνω αμοιβή δύναται να αξιώσει, είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού, κατά τις διατάξεις του β.δ/τος 30/31.05.1956 και του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ/τος 242/1984, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (Α.Ε.Δ. 26/1993, Α.Π. 1113/2017, Α.Π. 1152/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 παρ. 2 εδαφ. 1 του παραπάνω π.δ/τος (όπως αυτό ίσχυε πριν την ισχύ από 03-07-2011 του Ν. 3919/2011), το οποίο όριζε ότι: "Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκριση ή έκδοσιν της τυχόν απαιτουμένης αδείας", προκειμένου περί ιδιωτικών έργων, η αμοιβή της μελέτης πρέπει να κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό του Τεχνικού Επιμελητηρίου, για λογαριασμό του μηχανικού και το σχετικό παραστατικό της παρακατάθεσης αυτής υποβάλλεται μαζί με τη μελέτη στην πολεοδομική υπηρεσία, για την έγκριση και έκδοση της απαιτούμενης άδειας.

Με τη διάταξη αυτή, για την πληρωμή της αμοιβής του μηχανικού, εισάγεται παρέκκλιση από την, από το άρθρο 694 του Α.Κ., καθιερωμένη αρχή, κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται συγχρόνως με την παράδοση του έργου και ορίζεται ότι η καταβολή της αμοιβής του μηχανικού για την εκπόνηση μελέτης προς έκδοση αδείας ανεγέρσεως οικοδομής γίνεται μόλις ολοκληρωθεί η μελέτη και πριν αυτή υποβληθεί στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία προς έκδοση της άδειας.

Δεν καταβάλλεται μάλιστα αυτή (αμοιβή) στα χέρια του μηχανικού, αλλά κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό του, μετά την κατάθεση δε αυτής ο μηχανικός υποβάλλει το φάκελο, μαζί με την απόδειξη προκαταθέσεως της αμοιβής του στην Πολεοδομική Υπηρεσία. Εάν δεν προσκομίσει την απόδειξη αυτή, ο φάκελος θεωρείται ελλιπής και δεν επιτρέπεται να εκδοθεί άδεια.

Συνεπώς, η αμοιβή του μηχανικού είναι καταβλητέα, δηλαδή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, μόλις αυτός ολοκληρώσει την μελέτη, η ολοκλήρωση δε της παράδοσης αυτής (του έργου), γίνεται με την υποβολή της μελέτης στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την έκδοση της άδειας, οπότε και θεωρείται το εν λόγω έργο εκτελεσμένο και παραδομένο, εφόσον βέβαια τούτο έχει εκτελεστεί προσηκόντως και κατά τα συμφωνηθέντα (Α.Π. 445/2019, Α.Π. 1363/2019, Α.Π. 686/2007, Α.Π. 552/2007 Α.Π. 225/2003).

Περαιτέρω, στη μεταξύ του εργολάβου - μηχανικού και του εργοδότη σύμβαση έργου εφαρμόζονται και οι λοιπές διατάξεις των άρθρων 681 επ. του Α.Κ., μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 686 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι: "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει, με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.

Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Όπως προκύπτει από την άνω ρύθμιση του άρθρου 686 εδ. α' του Α.Κ., για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, εκ μέρους του εργοδότη, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, όπως σε ευθύνη τρίτου ή ακόμη και σε ανώτερη βία.

Επίσης, δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. του Α.Κ., γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του Α.Κ. (Α.Π. 77/2011, Α.Π. 1035/2010). Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 686 εδ. α', 387 παρ. 2, 389 και 390 του Α.Κ.

προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, με την κατά τη διάταξη αυτή δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισής της (ex tunc), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή, που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επόμ.

Α.Κ.), για αιτία που έληξε (Α.Π. 997/2010, Α.Π. 1031/2004). Στην περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ληφθέντος αντικειμένου, ο οφειλέτης αποδίδει το γι' αυτό ληφθέν αντάλλαγμα. Επί παροχής έργου, αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του μέρους του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. (Α.

Π. 77/2011). Η δήλωση του εργοδότη ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση είναι απρόθεσμη και δεν υπόκειται σε παραγραφή, για την εγκυρότητα δε αυτής είναι αδιάφορο αν κατά το χρόνο που αυτή έλαβε χώρα έχει εκτελεσθεί ένα μεγάλο μέρος του ανατεθέντος έργου. Είναι τελείως διαφορετικό ότι στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης έχει, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από το τμήμα του έργου που δεν έχει εκτελεσθεί, κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οπότε ο εργοδότης οφείλει στον εργολάβο μόνο την αντίστοιχη αμοιβή για το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο, με βάση τη σύμβαση (Α.Π. 1035/2010) και να μην υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση.

Το παρεχόμενο με το άρθρο 686 εδ. α' του Α.Κ. δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί να ασκηθεί και μετά τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του έργου, αν δεν πληρώθηκαν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης αυτού οι από το άρθρο 686 εδ. α' του Α.Κ. υποχρεώσεις του εργολάβου για την έγκαιρη έναρξη και για τη μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου, κατά τρόπο, που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού κατ' εξοχή στη περίπτωση αυτή, προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη ολοκλήρωση και παράδοση του έργου (ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1113/2017, Α.Π. 652/2008, Α.Π. 1619/1996).

Περαιτέρω, στη περίπτωση που η μη έγκαιρη έναρξη του έργου ή η επιβράδυνση των εργασιών οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, τότε τα δικαιώματα του εργοδότη από την υπερημερία του εργολάβου διατηρούνται ακέραια, σύμφωνα με το εδάφιο β' της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 686 του Α.Κ. και, κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 686 εδ.

β', 343 παρ. 2, 383, 385, 389 παρ. 2 και 390 του Α.Κ., ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου (Α.Π. 1378/2010) και μάλιστα χωρίς να τάξει στον υπερήμερο εργολάβο εύλογη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, αν από την όλη στάση του τελευταίου προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο εργοδότης δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.

Οι σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπαναχώρηση εκ μέρους του δικαιούχου συνιστά μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα η δε δήλωση αυτής, ρητή ή και σιωπηρά, δεν υπόκειται σε τύπο, είναι απρόθεσμη και μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής (Α.Π. 1113/2017, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 1376/2012, Α.Π. 1759/2009, Α.Π. 652/2008).

Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη περί υπαναχώρησης από τη σύμβαση, αποτελεί ένσταση, που προτείνεται από αυτόν κατά της αγωγής του ενάγοντος εργολάβου. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του Α.Κ. προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο.

Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος έχει τα αναφερόμενα στα άρθρα 688, 689 και 690 του Α.Κ. δικαιώματα και μπορεί να ασκήσει τις περιοριστικώς προβλεπόμενες αξιώσεις του προς διόρθωση του έργου μέσα σε εύλογη προθεσμία, ή προς ανάλογη μείωση της αμοιβής, ή προς υπαναχώρηση από τη σύμβαση, ή προς καταβολή αποζημίωσης (Α.Π. 1487/2017, Α.Π. 5/2016, Α.Π. 597/2015 Α.Π. 713/2015, Α.Π. 877/2013) ενώ δεν έχει ούτε τις, κατά τις γενικές διατάξεις, ενστάσεις της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρο 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ.

και 383 επ., σε συνδυασμό προς τα άρθρα 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 του Α.Κ., για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου, σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου) εκτός αν: α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο, το οποίο παραδόθηκε ή προσφέρθηκε, είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της προαναφερόμενης ρύθμιση, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 1019/2020, Α.Π. 5/2016, Α.Π. 877/2013).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 688, 689, 690 του Α.Κ. ορίζονται τα δικαιώματα του εργοδότη μετά την εκτέλεση του έργου. Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 688 αναφέρεται στην περίπτωση των επουσιωδών ελαττωμάτων και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να απαιτήσει είτε τη διόρθωσή τους, μέσα σε εύλογη προθεσμία, εφόσον η διόρθωση δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε ανάλογη μείωση της αμοιβής.

Η διάταξη του άρθρου 689, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3043/2002, αναφέρεται στην περίπτωση των ουσιωδών ελαττωμάτων, που καθιστούν το έργο άχρηστο και στην έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων. Συγκεκριμένα ορίζει ότι, αν το έργο που εκτελέστηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης έχει, αντί για τα δικαιώματα του προηγούμενου άρθρου το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Στην περίπτωση δε υπαναχώρησης ή μείωσης της αμοιβής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 541, 546 έως 549, 551 έως 553, που ισχύουν για την πώληση. Η διάταξη του άρθρου 690 του Α.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3043/2002, ορίζει ότι ο εργοδότης, έχει δικαίωμα, αντί για υπαναχώρηση ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου.

Από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 688, 689 και 690 του Α.Κ. προκύπτει ότι τα παρεχόμενα στον εργοδότη δικαιώματα προϋποθέτουν έργο, που εκτελέστηκε, παρέχονται δηλαδή μετά την περάτωση του έργου. Η άσκηση όλων των ανωτέρω αξιώσεων των άρθρων 688, 689, 690 του Α.Κ., δύναται να ενασκηθεί είτε με αγωγή, είτε και να προβληθεί κατ' ένσταση στην αγωγή του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής (Α.Π. 449/2019, Α.Π. 375/2012).

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, σκοπώντας την πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος και, για το λόγο αυτό, έχοντα έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και επί δικαιωμάτων που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, εφόσον οι γενικά συντρέχουσες περιστάσεις εμφανίζουν τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ως υπερακοντίζουσες καταδήλως τα παραπάνω όρια.

Τέτοια δε δημόσιας τάξης διάταξη, που προσπορίζει δικαιώματα, κατά την άσκηση των οποίων μπορεί να αντιταχθεί η ένσταση από το άρθρο 281 του Α.Κ., είναι και η του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν.δ/τος 2726/1953, με την οποία απαγορεύεται και κηρύσσεται άκυρη κάθε συμφωνία περί μειώσεως της νόμιμης αμοιβής πολιτικού μηχανικού, ή νομικού προσώπου αποτελούμενο από μηχανικούς, διπλωματούχους ανώτατης ή ανώτερης σχολής, όπως η αμοιβή αυτή καθορίζεται με το π.δ/μα 696/1974 περί καθορισμού των αμοιβών των ιδιωτών μηχανικών κ.λπ. (Α.Π. 247/2014, Α.Π. 1413/2006, Α.Π. 1257/2002).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οπότε υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 10/2012, Ολ.

Α.Π. 8/2001, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 174/2016, Α.Π. 441/2016). Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αποκλείεται από τις διατάξεις των άρθρων 688, 689 και 690 του Α.Κ., με τις οποίες ορίζονται τα δικαιώματα του εργοδότη, σε περίπτωση που το εκτελεσθέν έργο έχει επουσιώδη ή ουσιώδη ελαττώματα ή ελλείπουν οι συμφωνηθείσες ιδιότητες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ.

α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], προκειμένου να προβεί στην κατασκευή ενός ανελκυστήρα εμπορευμάτων, σε υπάρχον τετραώροφο κτίριο, κείμενο επί της οδού ..., στον Πειραιά, όπου βρίσκεται η έδρα της, κάλεσε, κατά τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2007 τον υποκαθιστάμενο από το ενάγον [ήδη αναιρεσείον] Τ.Ε.Ε., πολιτικό μηχανικό, Α.

Β., να επισκεφθεί το άνω κτίριο και να υποβάλει τη σχετική πρότασή του, ζητώντας ειδικότερα από αυτόν να προσδιορίσει με ακρίβεια το ύψος της νόμιμης αμοιβής του, για την εκπόνηση των οριστικών μελετών, για την πραγματοποίηση του παραπάνω έργου, το οποίο απαιτούσε και την έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας, από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, καθώς και χρόνο που θα απαιτούνταν για την έκδοση της αδείας αυτής, καθόσον η εναγομένη επειγόταν για την εκτέλεση του έργου τούτου, γεγονός που ανέφερε στον άνω μηχανικό.

Πράγματι, ο εν λόγω υποκαθιστάμενος μηχανικός επισκέφθηκε το ανωτέρω κτίριο και πραγματοποίησε αυτοψία στο χώρο του, προκειμένου να διαπιστώσει με ακρίβεια το είδος και το εύρος των εργασιών που απαιτούνταν, ενώ επιφυλάχθηκε να απαντήσει, μετά από μελέτη των σχετικών στοιχείων, για τα ανωτέρω ζητήματα, που τέθηκαν από την εναγομένη, σχετικά με το κόστος και το χρόνο εκδόσεως της οικοδομικής αδείας.

Ακολούθως, στις 02-02-2007 ο άνω υποκαθιστάμενος Α. Β., σε σχετική συνάντηση που είχε με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης Ν. Ζ., παρουσία και του λογιστή της τελευταίας Α. Π. (και μάρτυρα ανταποδείξεως) τους διαβεβαίωσε ότι το συνολικό κόστος για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, για την κατασκευή του ως άνω ανελκυστήρα στο οποίο περιλαμβανόταν η νόμιμη αμοιβή του ίδιου και των συνεργατών αυτού, για την εκπόνηση των σχετικών οριστικών μελετών, ανερχόταν στο ποσό των 4.000 ευρώ συνολικά, πλέον Φ.Π.Α., που αναλογούσε στο ποσό αυτό, καθώς και ότι ο χρόνος που θα απαιτούνταν για την έκδοση της αδείας θα ήταν τρεις (3) με τέσσερις (4) μήνες.

Κατόπιν αυτών, η εναγομένη, έχοντας πεισθεί τόσο ότι το συνολικό κόστος των νομίμων αμοιβών, για την εκπόνηση όλων των σχετικών απαιτούμενων οριστικών μελετών, για την έκδοση της άνω αδείας, θα ανερχόταν στο ποσό των 4.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., όσο και ότι το απαιτούμενο χρονικό διάστημα εκδόσεως της εν λόγω αδείας ήταν αυτό που της ανέφερε ο άνω υποκαθιστάμενος, προέβη στις 02-02-2007 στην κατάρτιση σύμβασης έργου, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στους άνω υποκαθιστάμενους από το ενάγον Τ.Ε.Ε., διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό Α.

Β. και διπλωματούχο μηχανολόγο μηχανικό Γ. Χ., ο οποίος ήταν συνεργάτης του πρώτου (Α. Β.), την εκπόνηση των απαιτούμενων οριστικών μελετών για την έκδοση αδείας, για την πραγματοποίηση του παραπάνω έργου, οι οποίοι αποδέχθηκαν την ανάθεση αυτή και ανέλαβαν την εκτέλεσή του, έναντι συνολικής αμοιβής ποσού 4.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

Έτσι, την ίδια ημέρα η εναγομένη προκατέβαλε στον άνω υποκαθιστάμενο Α. Β. το μισό της ανωτέρω αμοιβής και ειδικότερα το ποσό των 2.000 ευρώ, με τον Φ.Π.Α. που αναλογούσε, ύψους 380 ευρώ και συνολικά 2.380 ευρώ, ενώ ο τελευταίος εξέδωσε το με αριθμό …/02-02-2007 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών το ποσό δε αυτό κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για λογαριασμό του άνω μηχανικού, προκειμένου το σχετικό παραστατικό, ήτοι η με αριθμό .../02-02-2007 απόδειξη είσπραξης της άνω Τράπεζας, να υποβληθεί, μαζί με τις σχετικές μελέτες, στην πολεοδομική υπηρεσία, για την έγκριση και έκδοση της απαιτούμενης άδειας.

Κατόπιν αυτών, οι ανωτέρω μηχανικοί εκπόνησαν τις απαιτούμενες οριστικές μελέτες και ειδικότερα την αρχιτεκτονική μελέτη και τη στατική μελέτη ο πρώτος και τη μηχανολογική μελέτη ο δεύτερος και ο σχετικός φάκελος συμπεριλαμβανομένου και του ανωτέρω παραστατικού παρακατάθεσης της άνω αμοιβής, υποβλήθηκε στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία Πειραιά στις 05-02-2007, η σχετική δε αίτηση για την έκδοση της άδειας έλαβε αριθμό .../2007.

Ακολούθως, όμως, παρά το γεγονός ότι παρήλθε το άνω χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών, το οποίο ο πρώτος υποκαθιστάμενος μηχανικός είχε διαβεβαιώσει την εναγομένη ότι θα απαιτούνταν για την έκδοση της αδείας και παρά το γεγονός, επιπλέον, ότι η εναγομένη είχε επισημάνει στους άνω μηχανικούς ότι το έργο κατασκευής του άνω ανελκυστήρα έχει επείγοντα για αυτή χαρακτήρα και τους είχε ζητήσει να επισπεύσουν, όσο εξαρτάτο από αυτούς, τις σχετικές διαδικασίες έκδοσης της σχετικής αδείας (όπως άλλωστε ανέφερε στη χωρίς όρκο κατάθεσή του ο άνω δεύτερος υποκαθιστάμενος μηχανικός), η οικοδομική άδεια καθυστερούσε πολύ να εκδοθεί, χωρίς να δίδονται επαρκείς εξηγήσεις προς τούτο από τους υποκαθιστάμενους μηχανικούς.

Έτσι, λοιπόν, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Ν. Ζ., γνωρίζοντας ότι, σύμφωνα με το νόμο, οι οικοδομικές άδειες εκδίδονται εντός προθεσμίας εννέα (9) μηνών από την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοσή τους, μετά δε την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής επιστρέφεται από την πολεοδομία ο φάκελος και αφού πλησίαζε ήδη η συμπλήρωση οκτώ (8) μηνών, από την υποβολή της ανωτέρω αίτησης και από την κατάθεση του σχετικού φακέλου στην Πολεοδομία, χωρίς, όμως, να έχει εκδοθεί η εν λόγω οικοδομική άδεια, ενόψει του ενδεχόμενου και χρονικά αμέσου πλέον κινδύνου να συμπληρωθεί και να παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία των εννέα μηνών από την υποβολή της άνω αιτήσεως και να επιστραφεί ο φάκελος από την πολεοδομία, χωρίς να έχει εκδοθεί η εν λόγω άδεια, μετέβη ο ίδιος στις 13-09-2007 στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο Πειραιά, προκειμένου να ενημερωθεί για τους λόγους και τα αίτια της μεγάλης αυτής καθυστέρησης.

Εκεί, διαπιστώθηκε από την εναγομένη ότι τότε, ήτοι μόλις ενάμισυ περίπου μήνα πριν από τη λήξη της άνω εννεάμηνης προθεσμίας, από τα τέσσερα (4) στάδια ελέγχου που απαιτούνταν για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τα οποία συγκεκριμένα κατά σειρά ήταν ο έλεγχος της αρχιτεκτονικής μελέτης, ο έλεγχος της στατικής μελέτης, ο έλεγχος της μηχανολογικής μελέτης και ο έλεγχος των φορολογικών (μεταξύ των οποίων και οι αμοιβές των μηχανικών) είχαν, στην ένδικη περίπτωση, ολοκληρωθεί μόνο τα δύο πρώτα στάδια εκδόσεως της οικοδομικής αδείας και ειδικότερα είχε ολοκληρωθεί μόνο ο έλεγχος της αρχιτεκτονικής μελέτης και ο έλεγχος της στατικής μελέτης, ενώ η μηχανολογική μελέτη και τα φορολογικά δεν είχαν ελεγχθεί.

Ας σημειωθεί ότι έπρεπε να προηγηθεί ο έλεγχος και η έγκριση της μηχανολογικής μελέτης (ήτοι της μελέτης ανυψωτικών μηχανημάτων του άνω δευτέρου υποκαθιστάμενου) και μετά να ακολουθήσει ο έλεγχος των φορολογικών, χωρίς δε την προηγούμενη έγκριση της μηχανολογικής μελέτης, δεν μπορούσε να επακολουθήσει το επόμενο στάδιο του φορολογικού ελέγχου.

Επιπλέον, όμως, τότε η εναγομένη διαπίστωσε ότι και στα άνω στάδια, που είχαν ήδη εγκριθεί από την Πολεοδομία, της αρχιτεκτονικής και της στατικής μελέτης, υπήρχαν σοβαρότατα λάθη και ελλείψεις, από αποκλειστική υπαιτιότητα του άνω υποκαθιστάμενου μηχανικού Α. Β., ο οποίος στα σχέδια που είχε καταθέσει και είχαν εγκριθεί, είχε αποτυπώσει την κατάσταση του κτιρίου διαφορετική από αυτή που ήταν στην πραγματικότητα, με συνέπεια η άδεια που θα εκδιδόταν με βάση τα λανθασμένα και ελλιπή αυτά σχέδια, να καθίσταται " άχρηστη ", καθόσον έπρεπε να εκδοθεί νέα οικοδομική άδεια, στην οποία να εμφαίνεται η υπάρχουσα κατάσταση του κτιρίου, όπως ήταν στην πραγματικότητα.

Ειδικότερα, ο ανωτέρω υποκαθιστάμενος πολιτικός μηχανικός Α. Β. (όπως και κάθε μηχανικός στην ένδικη περίπτωση) που είχε αναλάβει τη διαδικασία εκδόσεως της ως άνω αδείας, έπρεπε να καταθέσει στην αρμόδια Πολεοδομία δύο κατόψεις του κτιρίου, στο οποίο επρόκειτο να κατασκευασθεί ο ανελκυστήρας και συγκεκριμένα μία κάτοψη αποτύπωσης, όπου αποτυπώνεται η υπάρχουσα κατάσταση του κτιρίου και μία κάτοψη πρότασης, όπου προτείνονται - αποτυπώνονται οι αλλαγές που πρόκειται να γίνουν στην κάτοψη, από την εκτέλεση του επίμαχου έργου.

Ο εν λόγω μηχανικός, όμως, τόσο στις κατόψεις αποτύπωσης, όσο και στις κατόψεις πρότασης που κατέθεσε στην αρμόδια Πολεοδομία Πειραιά, αποτύπωσε την υπάρχουσα κατάσταση του κτιρίου διαφορετικά από ότι ήταν στην πραγματικότητα και πιο συγκεκριμένα σε όλες τις ανωτέρω κατόψεις αποτύπωσε το κλιμακοστάσιο του κτιρίου στη δεξιά πλαϊνή πλευρά της κατόψεως του κτιρίου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό βρίσκεται στην αριστερή πλαϊνή πλευρά της κατόψεως του κτιρίου, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια των με αριθμό 1523/1966 και 5853/1966 οικοδομικών αδειών του κτιρίου της Πολεοδομίας Πειραιά, επίσης ο ήδη υπάρχων ανελκυστήρας του κτιρίου δεν αποτυπωνόταν καθόλου στις εν λόγω κατόψεις και, επιπροσθέτως, η κεντρική είσοδος του κτιρίου αποτυπωνόταν, σε διαφορετικό σημείο, από αυτό που βρίσκεται στην πραγματικότητα.

Στην ως άνω λανθασμένη και ελλιπή αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του κτιρίου προέβη ο ανωτέρω υποκαθιστάμενος Α. Β., εντελώς αυθαίρετα και χωρίς καμία σχετική γνώση της εναγομένης, από την οποία μάλιστα απέκρυψε τις ως άνω πλημμέλειες των κατόψεων, που είχε καταθέσει στην πολεοδομία και έτσι η εναγομένη, μη γνωρίζοντας τίποτε για αυτές, ανέμενε καλόπιστα την έκδοση, χωρίς λάθη και παραλείψεις, της σχετικής αδείας και δη μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2007 (ειδικότερα 13-09-2007), οπότε έλαβε γνώση των πλημμελειών αυτών στο πολεοδομικό γραφείο, όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης μετέβη με δική του πρωτοβουλία.

Από την ως άνω λανθασμένη και ελλιπή αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του κτιρίου, στην οποία προέβη ο ανωτέρω υποκαθιστάμενος πολιτικός μηχανικός, προκαλούνται εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για την εναγομένη, τόσο από πλευράς του χρόνου εκτελέσεως του έργου, όσο και από πλευράς δαπανών. Ειδικότερα, η χρήση του ανωτέρω κτιρίου της εναγομένης είναι βιοτεχνική - βιομηχανική και για τη νόμιμη λειτουργία της επιχειρήσεώς της, που ασκείται σε αυτό, απαιτούνται εγκρίσεις και από άλλες Υπηρεσίες και συγκεκριμένα έγκριση πυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και έγκριση εγκαταστάσεως μηχανημάτων από την αρμόδια Νομαρχία.

Για τη λήψη των εγκρίσεων αυτών, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει την τελευταία οικοδομική άδεια μαζί με τα εγκεκριμένα σχέδια, με βάση τα οποία εκδόθηκε αυτή, ενώ ακολούθως αρμόδιοι υπάλληλοι των ως άνω Υπηρεσιών πραγματοποιούν αυτοψία στο κτίριο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είναι σύμφωνος ο χώρος με τα εγκεκριμένα από την πολεοδομία σχέδια.

Όμως, στην ένδικη περίπτωση, τα ανωτέρω εγκεκριμένα από την πολεοδομία σχέδια (κατόψεις), τα οποία περιλαμβάνονταν στο φάκελο, που είχε καταθέσει ο άνω υποκαθιστάμενος πολιτικός μηχανικός, δεν αποτύπωναν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την υπάρχουσα κατάσταση του κτιρίου, όπως ήταν στην πραγματικότητα αλλά με τα σημαντικά ως άνω λανθασμένα και ελλιπή στοιχεία, οπότε εάν εκδιδόταν η άδεια με βάση τα σχέδια αυτά, η εναγομένη με βεβαιότητα δεν θα μπορούσε να λάβει τις άνω απαραίτητες, για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς της, εγκρίσεις, από τις προαναφερόμενες Υπηρεσίες και, έτσι, θα έπρεπε να ακολουθήσει τη διαδικασία και πάλι έκδοσης νέας οικοδομικής αδείας, προκειμένου να εμφαίνεται πλέον η υπάρχουσα κατάσταση του κτιρίου όπως ήταν στην πραγματικότητα, και προκειμένου, ακολούθως, να λάβει τις προαναφερόμενες απαιτούμενες εγκρίσεις των άλλων ανωτέρω Υπηρεσιών, ώστε να λειτουργεί, με όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις και εγκρίσεις, η στεγαζόμενη στο άνω κτίριο επιχείρησή της, όλα αυτά δε είχαν ως συνέπεια τόσο την πολύ μεγάλη χρονική καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, για το οποίο θα απαιτούνταν νέα οικοδομική άδεια και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν επείγοντος χαρακτήρα για την εναγομένη και αυτό ήταν γνωστό στους άνω μηχανικούς, όσο και την πολύ σημαντική επιβάρυνσή της με νέες δαπάνες εκδόσεως άλλης, χωρίς λάθη και παραλείψεις, αδείας.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως από την κατάθεση του άνω μάρτυρα ανταποδείξεως, σε συνδυασμό και με τις από 18-11-2009 και από 25-02-2010 ιδιωτικές γνωματεύσεις του αρχιτέκτονα - μηχανικού Μ. Δ., που με επίκληση προσκομίζει η εναγομένη - εκκαλούσα (εκτιμώμενες κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ), οι οποίες δεν αναιρούνται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο.

Άλλωστε, το ενάγον δεν αμφισβητεί ειδικά, ρητά και κατηγορηματικά, ούτε ότι υπήρχαν τα ανωτέρω λάθη και ελλείψεις στα σχέδια, που είχε καταθέσει ο άνω υποκαθιστάμενος πολιτικός μηχανικός και εγκρίθηκαν από την πολεοδομία, στα οποία αποτύπωνε διαφορετική την πραγματικά υφιστάμενη κατάσταση του κτιρίου, ούτε και τις δυσμενείς συνέπειες της λανθασμένης και ελλιπούς αυτής αποτύπωσης, στις μεταγενέστερες εγκρίσεις των άλλων ανωτέρω Υπηρεσιών τις οποίες η εναγομένη έπρεπε να λάβει για τη νόμιμη λειτουργία της επιχειρήσεώς της και οι οποίες (εγκρίσεις), δεν θα χορηγούνταν στην εναγομένη, εξαιτίας των πλημμελειών αυτών αλλά αυτή θα υποχρεωνόταν σε έκδοση νέας αδείας".

Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: " Μετά τις ανωτέρω διαπιστώσεις της εναγομένης ότι ενάμισυ περίπου μήνα προ της λήξεως της εννεάμηνης προθεσμίας, είχαν ολοκληρωθεί μόνο τα δύο πρώτα στάδια εκδόσεως της αδείας και όχι το τρίτο στάδιο του μηχανολογικού έργου, καθώς και ότι τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αποτύπωναν λανθασμένα και ελλιπώς την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση του κτιρίου της η εναγομένη κάλεσε τον άνω υποκαθιστάμενο πολιτικό μηχανικό να δώσει σχετικές εξηγήσεις καθώς και να διορθώσει τις πλημμέλειες και να επισπεύσει τη διαδικασία, ενόψει του ότι πλησίαζε η λήξη της άνω προθεσμίας.

Αντί αυτών, όμως, ο άνω υποκαθιστάμενος πολιτικός μηχανικός μετέβη τον Οκτώβριο του 2007 και λίγες ημέρες πριν λήξει η εν λόγω προθεσμία στην εναγομένη και παρέδωσε σε αυτή τον από 29-09-2007 "πίνακα αμοιβών και φορολογικών για την έκδοση οικοδομικής αδείας", με τον οποίο αξίωνε πολύ μεγαλύτερη αμοιβή από αυτή των 4.000 ευρώ, στην οποία είχε διαβεβαιώσει την εναγομένη ότι θα ανερχόταν το κόστος των νομίμων αμοιβών και δύο ως άνω μηχανικών, για την εκπόνηση των μελετών και την έκδοση της αδείας και ειδικότερα αξίωσε, για την τελευταία αυτή αιτία το ποσό των 6.571,63 ευρώ, ενώ περαιτέρω ζήτησε το ποσό των 4.422,53 ευρώ για την επίβλεψη του έργου και συνολικά 10.994,19 ευρώ.

Η αξίωση της μεγαλύτερης αυτής αμοιβής έγινε παρά το γεγονός ότι ο άνω υποκαθιστάμενος γνώριζε ότι τα σχέδια που είχε καταθέσει και είχαν εγκριθεί από την πολεοδομία ήταν λανθασμένα και ελλιπή (γεγονός που το γνώριζε τότε πλέον και η εναγομένη), έτσι ώστε αυτός και πλημμελή εκπόνηση των άνω μελετών να έχει πραγματοποιήσει και μεγαλύτερη αμοιβή να επιδιώκει.

Παράλληλα, όμως, με την αξίωση πολύ μεγαλύτερης αμοιβής της άνω συμφωνημένης, για την εκπόνηση των εν λόγω μελετών (ήτοι 6.571,63 ευρώ αντί των 4.000 ευρώ), οι άνω υποκαθιστάμενοι ούτε στη διόρθωση των άνω πλημμελειών προέβη ο πρώτος, ούτε στην επίσπευση του ελέγχου για την έγκριση της μηχανολογικής μελέτης ο δεύτερος, η οποία τελικά ουδέποτε εγκρίθηκε από την πολεοδομία (όπως άλλωστε προκύπτει και από τη χωρίς όρκο κατάθεση του δεύτερου υποκαθισταμένου) με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η άνω εννεάμηνη προθεσμία και να επιστραφεί ο φάκελος στην εναγομένη, χωρίς την έκδοση της αδείας.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος - εφεσιβλήτου Τ.Ε.Ε. ότι είχαν ολοκληρωθεί όλα τα στάδια εκδόσεως της αδείας, πλην αυτού των φορολογικών και ότι απέμενε μόνο η καταβολή των φορολογικών για να εκδοθεί η άδεια αλλά ματαιώθηκε, εξαιτίας της άρνησης της εναγομένης να καταβάλει τις αιτούμενες αμοιβές των μηχανικών, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον πλήρως αποδείχθηκε ότι είχαν εγκριθεί, κατά τη λήξη της άνω εννεάμηνης προθεσμίας, μόνο τα δύο πρώτα στάδια εκδόσεως της αδείας και όχι το τρίτο, ήτοι αυτό του ελέγχου και εγκρίσεως της μηχανολογικής μελέτης, το οποίο προηγείται των φορολογικών και, επομένως εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί ο προηγούμενος έλεγχος και η έγκριση της μηχανολογικής μελέτης (η οποία άλλωστε δεν φέρει σφραγίδα εγκρίσεως από την πολεοδομία), δεν ήταν δυνατόν η άδεια να βρίσκεται στο επόμενο στάδιο των φορολογικών, κατά το χρόνο λήξης της άνω προθεσμίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το ενάγον, αλλά, αντίθετα, τότε βρισκόταν ακόμα στο ως άνω προηγούμενο στάδιο ελέγχου της μηχανολογικής μελέτης, οπότε η μη έκδοσή της δεν ανάγεται στην μη καταβολή των φορολογικών από την εναγομένη, αφού, κατά την εκπνοή της άνω προθεσμίας, δεν είχε επέλθει ακόμα το στάδιο αυτό.

Αντίθετα, η μη έκδοση της ανωτέρω αδείας, οφείλεται στην όλη προαναφερόμενη συμπεριφορά των υποκαθιστάμενων μηχανικών, οι οποίοι, από υπαιτιότητά τους, δεν φρόντισαν, όπως είχαν υποχρέωση, από τη μεταξύ αυτών και της εναγομένης συμφωνία, να εκδοθεί η άδεια αυτή εντός της ανωτέρω προθεσμίας, αλλά, κατά τη λήξη αυτής, η εν λόγω άδεια βρισκόταν ακόμα στο στάδιο του ελέγχου της μηχανολογικής μελέτης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε εγκρίθηκε, ενώ άλλωστε και οι προηγούμενες μελέτες του πρώτου υποκαθιστάμενου που είχαν εγκριθεί, ήταν πλημμελείς και δεν φρόντισε ο τελευταίος για τη διόρθωση και συμπλήρωσή τους, εντός της ανωτέρω προθεσμίας.

Έτσι, κατόπιν όλων αυτών, η εναγομένη υπέστη, χωρίς δική της υπαιτιότητα, πολύ δυσμενείς συνέπειες, εξαιτίας της προεκτιθέμενης συμπεριφοράς των υποκαθιστάμενων μηχανικών, καθόσον αναγκάστηκε να αναθέσει την εκπόνηση νέων μελετών σε άλλους μηχανικούς, προκειμένου να αποτυπωθεί πλέον ορθώς και πλήρως το κτίριό της, για την κατασκευή του ανωτέρω ανελκυστήρα, υποβαλλόμενη, εκ νέου, σε όλες τις δαπάνες εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής άδειας και καθυστερώντας έτσι πολύ σημαντικά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, που είχε, όπως προαναφέρθηκε, επείγοντα για αυτή χαρακτήρα και για το οποίο εκδόθηκε τελικά, μετά την ανάθεση σε άλλους, κατά τα προαναφερόμενα, μηχανικούς η με αριθμό .../03-12-2010 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Πειραιά.

Ήδη, με την ένδικη αγωγή ζητείται η καταβολή για το ανωτέρω έργο υπερτριπλάσιας της συμφωνημένης αμοιβής και ειδικότερα το ποσό των 13.394,31 ευρώ, η οποία μάλιστα (αμοιβή) έχει διαμορφωθεί με προϋπολογισμό έργου ποσού 61.709,44 ευρώ, ο οποίος όμως έχει συνταχθεί με βάση τις τιμές του Πίνακα ΑΤΟΕ και ΑΤΗΕ, ο οποίος αφορά στα δημόσια έργα, στα οποία σαφέστατα δεν εντάσσεται το επίμαχο έργο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω υποκαθιστάμενοι μηχανικοί δραστηριοποιούνταν στον τομέα κατασκευής ανελκυστήρων και μάλιστα ο πρώτος είχε προηγουμένως αναλάβει και εκτελέσει την κατασκευή ανελκυστήρα, σε γειτονικό κτίριο του ανωτέρω κτιρίου της εναγομένης και, ως εκ τούτου, διέθεταν εμπειρία και γνώση, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών των μηχανικών για τέτοιου είδους έργα, επιπλέον και οι δύο είχαν επισκεφθεί και είχαν πραγματοποιήσει αυτοψία στο ανωτέρω κτίριο της εναγομένης και είχαν ενδελεχώς διαπιστώσει όλες τις απαιτούμενες εργασίες και το μέγεθος αυτών, για την κατασκευή του ως άνω ανελκυστήρα, λόγω δε και της προαναφερομένης εμπειρίας και γνώσης τους, μπορούσαν να προσδιορίσουν με ακρίβεια, όπως τους ζητήθηκε από την εναγομένη και, σε κάθε περίπτωση, με μεγάλη προσέγγιση, όπως απαιτείται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, το ύψος του ποσού της όλης νόμιμης αμοιβής τους, για το έργο της εκπόνησης των άνω μελετών, το οποίο ανερχόταν τελικά στο αναφερόμενο στον ως άνω από 29-09-2007 "πίνακα αμοιβών και φορολογικών για την έκδοση οικοδομικής αδείας" ποσό των 6.571,63 ευρώ (και όχι στο αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό των 13.394,31 ευρώ, που υπολογίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, με βάση τις τιμές του Πίνακα ΑΤΟΕ και ΑΤΗΕ δημοσίων έργων, ενώ το επίμαχο δεν είναι δημόσιο έργο).

Ας σημειωθεί ότι το γεγονός πως και ο δεύτερος υποκαθιστάμενος είχε επισκεφθεί το χώρο του έργου, το αναφέρει και ο ίδιος στη χωρίς όρκο εξέτασή του. Πλην, όμως, οι ανωτέρω υποκαθιστάμενοι, κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, ζήτησαν από την εναγομένη το μικρότερο ποσό των 4.000 ευρώ και τη διαβεβαίωσαν ότι σε αυτό ανέρχεται η όλη νόμιμη αμοιβή τους, προκειμένου να αναλάβουν οι ίδιοι το επίμαχο έργο, αν και γνώριζαν, συνεπεία όλων των προαναφερομένων (ήτοι της εμπειρίας τους, της γνώσης των τιμών, της αυτοψίας του χώρου και μελέτης των στοιχείων και των απαιτούμενων σχετικών εργασιών) ότι το ύψος των νομίμων αμοιβών τους ήταν σημαντικά μεγαλύτερο, ενώ η εναγομένη, έχοντας πεισθεί στην άνω διαβεβαίωση των υποκαθιστάμενων, περί του με ακρίβεια προσδιορισμού, όπως δικαιολογημένα πίστευε, του ποσού των νομίμων αμοιβών τους στο ανωτέρω ποσό των 4.000 ευρώ, τους ανέθεσε το προαναφερόμενο έργο.

Αλλά και μετά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί, αποσιώπησαν το ύψος της νόμιμης αμοιβής τους και συγκεκριμένα ούτε κατά το χρονικό διάστημα εκπόνησης των μελετών, ούτε κατά το χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως για την έκδοση της αδείας, ούτε κατά το χρόνο ελέγχου των μελετών από την πολεοδομία, ενημέρωσαν την εναγομένη για το ύψος της νόμιμης αμοιβής, ούτε όχλησαν αυτή για καταβολή μεγαλύτερου ποσού και μόνο τον Οκτώβριο του 2007 και λίγες ημέρες πριν εκπνεύσει η ανωτέρω προθεσμία των εννέα μηνών, της γνωστοποίησαν το μεγαλύτερο ύψος της νόμιμης αμοιβής τους και αξίωσαν την καταβολή αυτού, υπό την ασφυκτική πίεση της λήξεως της άνω προθεσμίας και του άμεσα επικείμενου κινδύνου μη εκδόσεως της πολεοδομικής αδείας, για την οποία επειγόταν η εναγομένη, πράγμα που αυτοί γνώριζαν.

Έτσι, υπό τις δυσμενείς αυτές και ανυπαίτιες για την εναγομένη συνθήκες, οι υποκαθιστάμενοι αξίωναν την άνω μεγαλύτερη αμοιβή, κακόπιστα, διότι συγχρόνως αυτοί γνώριζαν, ότι του μεν δεύτερου υποκαθιστάμενου η μηχανολογική μελέτη δεν είχε εγκριθεί, του δε πρώτου υποκαθιστάμενου τα εγκεκριμένα σχέδια περιείχαν τις ανωτέρω πλημμέλειες, που εάν δεν αποκαθίσταντο, θα υποχρέωναν αναμφίβολα την εναγομένη να λάβει νέα οικοδομική άδεια, με βάση νέες μελέτες, που θα αποτύπωναν ορθώς και πλήρως την πραγματική κατάσταση του κτιρίου της, υποβαλλόμενη και πάλι σε νέα δαπάνη αμοιβής μηχανικών και έκδοσης νέας αδείας.

Κατά το χρόνο δε αξίωσης της μεγαλύτερης αμοιβής, ήδη η εναγομένη, μόλις πριν από λίγες ημέρες, είχε λάβει γνώση των ανωτέρω πλημμελειών και της μη έγκρισης της μηχανολογικής μελέτης από το σχετικό φάκελο της πολεοδομίας (και όχι από τους υποκαθιστάμενους, οι οποίοι της αποσιώπησαν ομοίως τα ανωτέρω περιστατικά) και, αν και όφειλαν, κατόπιν όλων αυτών, να διορθώσει τις πλημμέλειες ο πρώτος και να μεριμνήσει για την έγκριση της μηχανολογικής του μελέτης ο δεύτερος, σε καμία σχετική ενέργεια δεν προέβησαν, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η άνω εννεάμηνη προθεσμία και να επιστραφεί ο φάκελος στην εναγομένη, χωρίς την έκδοση της αδείας ".

Περαιτέρω, το Εφετείο, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου Τ.Ε.Ε., κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., την οποία παραδεκτώς προέβαλε η εναγομένη - εκκαλούσα, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναπτύχθηκε αναλυτικά στις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της και την οποία επανέφερε, επίσης, παραδεκτώς, με τον σχετικό δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: "Έτσι, η προαναφερόμενη αντισυμβατική και αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά των υποκαθιστάμενων, επέφερε επαχθέστατες συνέπειες στην εναγομένη, η οποία, χωρίς υπαιτιότητά της και την οικοδομική άδεια δεν έλαβε, με βάση τις μελέτες των υποκαθιστάμενων και αναγκάστηκε να ακολουθήσει και πάλι από την αρχή την όλη διαδικασία εκδόσεως αδείας, κατόπιν ανάθεσης της εκπόνησης νέων μελετών σε άλλους μηχανικούς, με επακόλουθο, όπως προαναφέρθηκε, την πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου και την υποβολή σε νέες δαπάνες εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής αδείας, οι ιδιαιτέρως δε επαχθείς για την εναγομένη αυτές συνέπειες, τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την όλη προηγηθείσα κακόπιστη συμπεριφορά των υποκαθιστάμενων μηχανικών και ανάγονται σε αυτή.

Επιπλέον, η αιτούμενη από το ενάγον, με την ένδικη αγωγή καταβολή στους υποκαθιστάμενους αμοιβής, πλέον της καταβληθείσας, παρά την όλη ανωτέρω επιδειχθείσα αντισυμβατική και αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά αυτών, συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη, αφού θα υποχρεωθεί να καταβάλει και δεύτερη αμοιβή (ήτοι πλην αυτής, που ήδη κατέβαλε στους άλλους μηχανικούς, που εκπόνησαν νέες μελέτες, με βάση τις οποίες εκδόθηκε τελικά η άνω με αριθμό .../03-12-2010 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Πειραιά), για το ίδιο έργο στους υποκαθιστάμενους με βάση τις μελέτες των οποίων ούτε άδεια από υπαιτιότητά τους εκδόθηκε, αλλά ακόμα και αν είχε εκδοθεί θα ήταν, όπως προαναφέρθηκε "άχρηστη", καθόσον θα έπρεπε να εκδοθεί νέα οικοδομική άδεια, στην οποία να εμφαίνεται η κατάσταση του άνω κτιρίου, όπως ήταν στην πραγματικότητα.

Σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η όλη προαναφερόμενη συμπεριφορά των υποκαθιστάμενων μηχανικών, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός τους περί λήψης αμοιβής πλέον της άνω καταβληθείσας, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, καθόσον αντικειμενικά εκτιμώμενη, παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του ενδίκου δικαιώματος και αποβαίνει καταχρηστική, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. ... ".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και αφού το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί υπαναχώρησής της, κατά τη διάταξη του άρθρου 686 του Α.Κ. από την ένδικη σύμβαση και περί άσκησης των δικαιωμάτων της από το άρθρο 689 του Α.Κ., ως απαράδεκτους, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος υπερέβαινε τα όρια της καλής πίστης και προσέκρουε στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και, ως εκ τούτου, ασκείτο καταχρηστικά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση αυτή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ακολούθως είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, κατ' αποδοχή του δευτέρου λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως καταχρηστική, κατά παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της σχετικής ένστασης.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ.

Οι επικαλούμενες εκ μέρους του αναιρεσείοντος πλημμέλειες, με τις οποίες αυτό επιχειρεί να θεμελιώσει τον, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, παραλλήλως, πλήττουν τα πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Ειδικότερα, ουδεμία αντίφαση περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ύψος της αμοιβής των υποκαθισταμένων από το αναιρεσείον μηχανικών η οποία είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών στις 02-02-2007, στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, με την παραδοχή ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί αξίωσαν, τον Οκτώβριο του 2007, ως νόμιμη αμοιβή τους, το ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (6.571,63), όπως τούτο προέκυπτε από τον από 29-09-2007 "πίνακα αμοιβών και φορολογικών για την έκδοση οικοδομικής αδείας".

Η αναφορά στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται σε συνάρτηση με την παραδοχή ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί θα μπορούσαν, κατά το χρόνο της συμφωνίας, να υπολογίσουν το ύψος της νόμιμης αμοιβής τους, κατά προσέγγιση, σε 6.571,63 ευρώ και όχι σε συνάρτηση με το ότι (δήθεν) δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη αμοιβή μεταξύ των μερών όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, απορριπτομένου του πρώτου σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ότι δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή οφείλεται βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στο τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, ερείδεται, επίσης, επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο δεν προσδιόρισε την αμοιβή των υποκαθισταμένων μηχανικών "κατά προσέγγιση", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον αλλά δέχθηκε ότι οι μηχανικοί, λόγω της εμπειρίας και γνώσης τους, μπορούσαν να προσδιορίσουν με ακρίβεια, όπως τους ζητήθηκε από την εναγομένη και, σε κάθε περίπτωση με μεγάλη προσέγγιση, όπως απαιτείται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, το ύψος της νόμιμης αμοιβής τους, η οποία ανερχόταν στο αναφερόμενο στον ως άνω " πίνακα αμοιβών και φορολογικών για την έκδοση οικοδομικής αδείας ", ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (6.571,63).

Επίσης, δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθότι, ενώ το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η πέραν των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) αμοιβή των υποκαθισταμένων μηχανικών ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη, εν τούτοις, δεν επιδίκασε το υπόλοιπο της αμοιβής τους, δηλαδή το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, αλλά απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

Και τούτο διότι, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και αντισυμβατική συμπεριφορά των ως άνω μηχανικών, αφορά το σύνολο της συμπεριφοράς τους, όπως αυτή αναλύεται διεξοδικά στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που καθιστά την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς, τα τασσόμενα από το άρθρο 281 του Α.Κ.

όρια και ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας έκρινε καταχρηστική την αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή του πέραν του (προ)καταβληθέντος στους υποκαθιστάμενους μηχανικούς ποσού των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ και όχι μόνο την αξίωσή τους για την πέραν της συμφωνηθείσας αμοιβής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 686 εδαφ. α', 689 και 690 του Α.Κ., σε συνδ. με το άρθρο 281 του Α.Κ. Ειδικότερα, απέρριψε ως απαράδεκτους τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί υπαναχώρησής της, κατά τη διάταξη του άρθρου 686 του Α.Κ. από την ένδικη σύμβαση και περί ασκήσεως των δικαιωμάτων της από το άρθρο 689 του Α.Κ., όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε και, περαιτέρω, με επάλληλη (αν και εσφαλμένη) αιτιολογία, έκρινε ότι μετά την υποβολή των μελετών στην Πολεοδομία (05-02-2007), η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, κατ' άρθρο 686 εδαφ.

α' του Α.Κ. Ωστόσο, ακόμα και στην περίπτωση απόρριψης των ως άνω ισχυρισμών της εναγομένης, όπως εν προκειμένω, τα πραγματικά περιστατικά που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνολικώς εκτιμώμενα θεμελίωναν την ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία παραδεκτώς προέβαλε η εναγομένη, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και αναπτύχθηκε αναλυτικά στις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της και την οποία επανέφερε, επίσης, παραδεκτώς, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, της οποίας η εφαρμογή δεν αποκλείεται από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του Α.Κ., που ρυθμίζουν τα δικαιώματα του εργοδότη, σε περίπτωση που το εκτελεσθέν έργο έχει επουσιώδη ή ουσιώδη ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο ή ελλείπουν οι συμφωνηθείσες ιδιότητες.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης ότι η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. δεν ευρίσκει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής, καθότι η αναιρεσίβλητη είχε τα, κατά τα άρθρα 686 εδαφ. α', 689 και 690 του Α.Κ. δικαιώματα, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις" προκύπτει ότι, ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.

Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλαδή αντιφάσκουν μεταξύ τους, η αντιφατικότητα δε αυτή έχει ως συνέπεια ότι κρίνεται ως απαράδεκτος ο κατά σειράν προβολής μεταγενέστερος ισχυρισμός.

Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαράδεκτη η ένσταση, όταν η αντίφαση δεν υπάρχει προς άλλα επικαλούμενα γεγονότα, αλλά μόνο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό αυτών των άλλων γεγονότων. Έτσι, συγχωρείται η επικουρική προβολή ενστάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 του Α.Κ.), για την περίπτωση, που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής και νομικής βάσεως της αγωγής (Α.Π. 439/2013).

Το αναιρεσείον με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του ότι το Δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης καταχρηστικής άσκησης του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος του αναιρεσείοντος, την οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν, καθόσον η ένσταση αυτή ασκήθηκε σωρευτικά, με τους λοιπούς αρνητικούς ισχυρισμούς.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης και της έφεσης, που αυτή άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης, την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως, προέβαλε όχι σωρευτικά, αλλά επικουρικά, για την περίπτωση, δηλαδή που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής.

Ειδικότερα, δε, στις πρωτόδικες προτάσεις της, αναφέρεται σ' αυτές, μετά την αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής, η ακόλουθη περικοπή: "... Πέραν τούτου, η συμπεριφορά του υποκαθιστάμενου μηχανικού ήταν όλως αντισυμβατική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών..." (βλ.

σελ. 7 και 8 των πρωτόδικων προτάσεων). Με τα δεδομένα αυτά, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της, καθισταμένου πλέον άνευ αντικειμένου του, δια των προτάσεων, υποβληθέντος αιτήματος του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αναφορικά με την επιδικασθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτέλεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8687/826/23-09-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1755/2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4482/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Απορρίπτει την υποβληθείσα, αίτηση του αναιρεσείοντος, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ