Supreme Court allows appeal against bank's payment order based on abuse of right and bank's ten-year inaction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of First Instance's decision to partially annul a bank's payment order. The appellants argued that the bank abused its right by demanding full repayment after ten years of inaction, relying on Article 281 of the Civil Code. The Court found the bank's prolonged silence and the appellants' reasonable reliance on the initial agreement constituted an abuse of right, warranting the annulment of the specific payment order.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 580 of the Civil Code; A right is considered abused when its exercise is contrary to the principles of law and good morals, particularly when the holder has remained inactive for a prolonged period, thereby creating a legitimate expectation in the other party that the right would not be asserted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1309 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1309/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... Κρήτης, 2) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαδουράκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "E. A.E." ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Τ. Τ. ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Τ. Α.Τ.Ε.", διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "Τ Β. Α.Τ.Ε." (πρώην "A. B. A.T.E.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/10/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται με κλήση των αναιρεσειόντων προς συζήτηση η από 10-4-2017 αίτηση αναίρεσης μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τις δικασίμους, που είχαν ορισθεί προηγουμένως. Με την από 14-10-2013 ανακοπή τους οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες 1) Ε. Π. και 2) Ν. Π., στρεφομένοι κατά της οιονεί καθολικής διαδόχου της "Α.
Β. Α.Τ.Ε." τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Τ. Τ. Α.Τ.Ε.", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος κατέστη η αναιρεσίβλητη "Τ. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ζητούσαν την ακύρωση της 1307/1370/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ'ης η ανακοπή 50.337,22 ευρώ νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 266/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που τη δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη και κατ'ουσίαν (κατά τον δεύτερο λόγο της) και ακύρωσε εν μέρει για το ποσό των 35.851,48 ευρώ την ανωτέρω διαταγή. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκησε η καθ' ης η ανακοπή την από 10-7-2014 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Κρήτης, η οποία έγινε δεκτή με την 21/2017 απόφασή του, που εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την ανακοπή.
Με την κρινόμενη αίτησή τους ζητούν οι αναιρεσείοντες την αναίρεση αυτής της απόφασης. Η αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και παραδεκτώς (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019). Εάν, αντιθέτως, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας του ή ως μη νόμιμο, χωρίς να υπεισέλθει στην έρευνα της ουσίας του, σε αναιρετικό έλεγχο υπόκειται μόνον η ακραιφνώς, σ' αυτή την περίπτωση, νομική κρίση του περί του αν τα επικληθέντα προς θεμελίωση του ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά ήταν ορισμένα ή δυνάμενα να επιστηρίξουν τον ισχυρισμό πως συγκεκριμένη συμπεριφορά, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Επειδή ακριβώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο τον σχετικό λόγο εφέσεως της εκκαλούσας- καθ'ης η ανακοπή τράπεζας, απέρριψε ως μη νόμιμο τον προβληθέντα με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους και γενόμενο δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό των ανακοπτόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτής να απαιτήσει, δια της εκδόσεως της προσβληθείσας με την ανακοπή διαταγής πληρωμής, την εξόφληση στεγαστικού δανείου, που έλαβαν.
Εφόσον δε το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική κρίση του ανωτέρω ισχυρισμού, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο άνω κρίσιμο για την απόρριψη της ανακοπής τους ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, απαράδεκτος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της (ΟλΑΠ 2/2019).
Αντιστοίχως δε επί ανακοπής "πράγματα" αποτελούν και οι τυχόν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, όταν αυτοί, αποτελούντες ουσιαστικά ενστάσεις κατά της αξιώσεως, την οποία υποχρεώνεται να ικανοποιήσει με την προσβαλλόμενη δια της ανακοπής δικαστική ή εξώδικη πράξη (π.χ. διαταγή πληρωμής), συγκροτούν την ιστορική βάση λόγων της.
Το ορισμένο ή αόριστο και το νόμιμο ή μη του δικογράφου της αγωγής ή ανακοπής, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σ' αυτή και αποτελούν την ιστορική της βάση, εκτιμάται μεν κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν ανάγει σε λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, εάν όμως το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη γεγονότα εκτός της αγωγής ή αγνόησε τέτοια περιεχόμενα σ' αυτή, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη ως αναγκαία για τη νομιμότητά της, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό δε της τελευταίας διάταξης με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα αυτά πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος και πληροί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1703/2008, πρβλ και ΑΠ 524/2014, 430/2002). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανωτέρω ανακοπής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες παρέθεταν σ'αυτήν (μεταξύ άλλων) ότι:
Η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στηρίζεται σε οφειλή τους ύψους 50.337,22 ευρώ, προερχόμενη από την 39.996/11.9.2001 σύμβαση στεγαστικού δανείου ύψους 44.020,54 ευρώ (15.000.000 δραχμών), που συνήψε ο πρώτος απ'αυτούς με την "Α. Σ. Τ. Α.Ε.", ενώ η ευθύνη του δεύτερου κατά τις μεταξύ τους σχέσεις ήταν καθαρά εγγυητική της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρώτου από αυτό το δάνειο, παρότι εμφαίνεται και εκείνος ως πρωτοφειλέτης.
Ο πρώτος απ' αυτούς, προκειμένου να λάβει το δάνειο, το οποίο προόριζε για την ανοικοδόμηση ακινήτου του, επισκέφθηκε κατά το έτος 2001 διάφορες τράπεζες, μεταξύ των οποίων υπήρχε την περίοδο εκείνη μεγάλος ανταγωνισμός για την παροχή δανείων ιδίως αν υπήρχε ακίνητο, όπως συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, που κάλυπτε με την αξία του το ποσό του δανείου.
Ο ίδιος ήταν τότε ηλικίας 41 ετών, με βασική μόρφωση και η ζωή του ήταν ζωή εργατικού ανθρώπου, εντελώς ανεπιτήδειου και έχοντος παντελή άγνοια ως προς τα δάνεια και τα συστήματα εξόφλησης, ενώ δεν διατηρούσε οποιαδήποτε βλέψη πέραν της ανεύρεσης της πιο συμφέρουσας για ένα συνεπή και συνετό δανειολήπτη πρότασης.
Ότι κατά την επίσκεψή του στο κατάστημα της "A. B.", το στέλεχός της, που τον ανέλαβε για ενημέρωση, εξήρε τα διάφορα αποκλειστικά πλεονεκτήματα των στεγαστικών δανείων της τράπεζας και οι προταθέντες απ' αυτόν όροι ήταν πολύ καλοί σε σχέση με τα ανταγωνιστικά προϊόντα. Του εξηγήθηκε η ανάγκη εγγραφής υποθήκης και του αναλύθηκε διεξοδικά η διάρκεια αποπληρωμής, η συχνότητα και το ύψος καταβολής κάθε δόσης αποπληρωμής του δανείου, ενώ ως μέγιστο πλεονέκτημα του εκτέθηκε ότι, για την ασφάλεια του δανείου σε περίπτωση ανικανότητας αποπληρωμής του λόγω διαφόρων αιτιών, η τράπεζα προσέφερε ασφαλιστικό προϊόν, που είχε χαρακτήρα ασφάλισης ζωής του δανειολήπτη.
Το ποσό αποζημίωσης του ασφαλιστικού κινδύνου θα καθοριζόταν σε ύψος ίσο με το ποσό του δανείου. Έτσι κατά τη λήξη του ασφαλιστικού συμβολαίου, που συνέπιπτε με τη λήξη της προθεσμίας αποπληρωμής του στεγαστικού δανείου, αν στο μεταξύ δεν είχε επέλθει ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, το ποσό της φερόμενης ως ασφαλιστικής αποζημίωσης θα καταβαλλόταν στη δανείστρια τράπεζα ώστε να εξοφλείται η υποχρέωσή του.
Οι τόκοι του δανείου θα πληρώνονταν εκτός ασφαλιστικού συμβολαίου, για λόγους, που όπως του διευκρινίσθηκε, αφορούσαν αποκλειστικά ζητήματα φορολογικής πολιτικής του ομίλου και του αναφέρθηκε κατά προσέγγιση το ποσό, που θα κατέβαλε γι'αυτούς. Κατά τον τρόπο αυτό θα είχε δύο υποχρεώσεις: τη μηνιαία καταβολή 250 περίπου ευρώ και την εξαμηνιαία καταβολή ποσού 2150 ευρώ.
Οι μηνιαίες καταβολές θα γίνονταν αυτόματα με απόληψη από τον λογαριασμό, που θα ανοιγόταν γι'αυτό τον σκοπό στην τράπεζα, ενώ οι εξαμηνιαίες καταβολές θα μπορούσαν να γίνουν με τον ίδιο τρόπο ή, αν αυτό δεν ήταν εφικτό, λόγω του ότι δεν υπήρχε κατάστημα της A. B. στη ..., όπου διέμενε, με κατάθεση σε άλλη τράπεζα ή μέσω ταχυδρομείου στο όνομα της ασφαλιστικής εταιρίας του ομίλου.
Διαβεβαιώθηκε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος ήταν η μόνη δυνατή για τη λήψη του δανείου και ότι εξασφάλιζε τα συμφέροντά του, διότι τον κατοχύρωνε απολύτως, είχε φορολογικές ωφέλειες και δεν είχε καμία απολύτως διαφορά για εκείνον το να καταβάλει στην ίδια την τράπεζα ή στην ασφαλιστική εταιρία του ομίλου Α., δηλαδή στην Α.
Π.. Αυτό τονίσθηκε κατηγορηματικά μεταξύ υπαινικτικών αστείων για αδελφάκια, ρητών διαβεβαιώσεων, αναφορών στον ιδιοκτήτη Π. Ψ., ο οποίος ήταν τότε το μεγάλο νέο όνομα του τραπεζοασφαλιστικού χώρου και γενικώς του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, παρομοιώσεων με συγκοινωνούντα δοχεία με κοινή ταμιευτική δεξαμενή, ενώ παρουσιάσθηκε ως αυτονόητο ότι ο κολοσσός που ονομαζόταν ...
ήταν κράτος εν κράτει και ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο υπήρχε διαφορετική ονομασία μεταξύ τραπεζικής και ασφαλιστικής εταιρίας ήταν η απαίτηση του νόμου για αυτοτελή δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιριών. Όπως όμως ειπώθηκε, αυτό ήταν εντελώς τυπικό και του υπέδειξαν την ταυτοποίηση μεταξύ Ε. και Ε.
Α. και άλλων ασφαλιστικών οργανισμών, που ταυτίζονταν με αντίστοιχα τραπεζικά ιδρύματα. Χαρακτηριστικά του έδειξαν και διαγράμματα των εργασιών και αποτελεσμάτων του Ομίλου, τα οποία μολονότι δεν αντιλαμβανόταν τι ακριβώς σήμαιναν, σκοπό είχαν να τον εντυπωσιάσουν για την αυξανόμενη δύναμή του και την αδιαμφισβήτητη φερεγγυότητά του.
Του ειπώθηκε δε συγκεκριμένα ότι η σύνδεση μεταξύ της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας και της τράπεζας ήταν αυτό που δημιουργούσε προνόμιο έναντι του ανταγωνισμού, διότι με τη σύνδεση των προϊόντων, στεγαστικών και ασφαλιστικών, η ασφαλιστική εταιρία αποκτούσε δυνατότητα δυναμικών ασφαλιστικών τοποθετήσεων σε επενδυτικές αγορές, ώστε να δημιουργεί κέρδη, τα οποία επανατοποθετούνταν και έδιναν στη τράπεζα την ευχέρεια να χορηγεί δάνεια με τους ευνοϊκότερους όρους της αγοράς.
Χρησιμοποίησαν δηλαδή το επιχείρημα ότι η μεθοδευμένη αυτή πρακτική της διαμεσολαβητικής εξόφλησης μέσω της αδελφής ασφαλιστικής εταιρίας επέτρεπε στην τράπεζα να αποκτά ίδια ρευστότητα και προνομιακούς όρους χρηματοδότησης, προκειμένου να προσφέρει τα στεγαστικά της προϊόντα. Για τη σύναψη του δανείου δεν υπήρξε καμία άλλη ευχέρεια αποπληρωμής, τα δε στελέχη της τράπεζας κατά το διαπραγματευτικό στάδιο και κατά τη σύναψη της σύμβασης πρόβαλλαν τρία αξιωματικά γεγονότα:
α. Ότι υπήρχε πλήρης ταύτιση μεταξύ της "Α. Σ. Τ. Α.Ε." και "Α. Π. Α.Ε.Γ.Α.", β. Ότι κάθε καταβολή ασφαλίστρου που γινόταν στην "Α. Π. Α.Ε.Γ.Α." εξοφλούσε την αντίστοιχη οφειλή του δανείου που λαμβανόταν από την "Α. Σ. Τ. Α.Ε." και γ. Ότι η ολοκλήρωση της διάρκειας της ασφάλισης θα επέφερε την αποπληρωμή του δανείου. Βάσει αυτών ο πρώτος προέβη στη σύναψη του ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής (σύμβαση ασφάλειας ζωής- στέγης ζωής, ήτοι μικτή ασφάλεια με συμμετοχή στα κέρδη για αποπληρωμή στεγαστικού δανείου) με την "Α. Π. Α.Ε.Γ.Α." στις 5-9-2001 για ασφαλισμένο κεφάλαιο 44.020,54 ευρώ, δεκαετή διάρκεια συμβολαίου και ετήσιο ασφάλιστρο κατάβαλλόμενο σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις ύψους 2.133,75 ευρώ.
Με το όρο 9 του ασφαλιστικού συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι αυτό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη στεγαστικού δανείου και την εξόφληση του κεφαλαίου του. Η διαπραγμάτευση, η πρόταση και όλες οι προκαταρκτικές και τελικές ενέργειες για τη σύναψη του ασφαλιστικού συμβολαίου έγιναν στον χώρο της δανειοδοτούσας τράπεζας, που στεγαζόταν τότε στην ..., όπου γίνονταν και οι αντίστοιχες διαδικασίες για τη λήψη του δανείου, δεδομένου ότι δεν υπήρχε διαχωριστική επιφάνεια, αλλά οι σχετικές ενέργειες προχωρούσαν ως ένα ενιαίο διαδικαστικό πλέγμα που απλώς γινόταν κατά χρονικά στάδια, το καθένα από τα οποία προϋπέθετε το προηγούμενο.
Για όλες τις ενέργειες τόσο της δανειοδότησης όσο και της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης διαπραγματεύθηκε με ένα και το αυτό πρόσωπο, δηλαδή την υπάλληλο της Τράπεζας Μ. Τ., η οποία ήταν ο σύμβουλος και το επιτετραμμένο στέλεχος για τη συνολική διαδικασία. Μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως κατέστη δυνατό να συναφθεί και η 39.996/11.9.2001 σύμβαση στεγαστικού δανείου με την "Α.
Σ. Τ. Α.Ε.", που προέβλεπε ύψος δανείου 44.020,54 ευρώ και χρόνο εξόφλησης 10 ετών επίσης. Στα πλαίσια των συμφωνιών κατέβαλε, κατά τα αναλυτικώς παρατιθέμενα ποσά και ημερομηνίες καταβολής, δια μηναίων μεν καταβολών από 26.10.2001 μέχρι 26.9.2011 συνολικό ποσό 27.950,69 ευρώ στην τράπεζα και από 1.10.2001 μέχρι 26.8.2009 συνολικό ποσό 35.851,48 ευρώ στην "Α.
Π. Α.Ε.Γ.Α.", αυτά δε τα ποσά τα κατέβαλε επειδή η δανείστρια τράπεζα του δημιούργησε εδραία την πεποίθηση ότι κάθε ευρώ που κατέβαλε στην "Α. Π. Α.Ε.Γ.Α." απομείωνε και εξοφλούσε την αντίστοιχη οφειλή του από το δάνειο που είχε λάβει. Οι ανακόπτοντες με βάση αυτά τα περιστατικά ζητούσαν με τον πρώτο λόγο ανακοπής τους να θεωρηθεί το ποσό των 35851,48 που κατέβαλαν στην "Α, Π," ως καταβολή προς την ίδια τη δανείστρια τράπεζα.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής τους απορρίφθηκε λόγω της διαφοροποίησης μεταξύ των δύο νομικών προσώπων από το πρωτοβάθμιο ήδη δικαστήριο, του οποίου η απόφαση κατέστη ως προς το σχετικό κεφάλαιό της τελεσίδικη και αμετάκλητη, εφόσον δεν ασκήθηκε κατ'αυτού του κεφαλαίου της έφεση ή αναίρεση. Στη συνέχεια της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες, με τον δεύτερο λόγο αυτής, παραπέμποντας ρητώς στα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν με τον πρώτο προς αποφυγή επαναλήψεων, ισχυρίσθηκαν τα ακόλουθα: "Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η εξόφληση κατά τα ανωτέρω δεν συνιστούν εξόφληση προς την ίδια την καθ'ης, λόγω της -τυπικής- διαφοροποίησης ως προς τα νομικά πρόσωπα, τότε όμως ταυτόχρονα και αναπόδραστα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αξίωση της αντιδίκου ασκείται καταχρηστικά, διότι ακριβώς ασκείται καθ' υπέρβαση του δικαιώματός της.
Από όλες τις συνοδές συνθήκες, μία προς μία αλλά και συνολικά, με την έννοια του πλαισίου διαπραγμάτευσης- σύμβασης- μετασυμβατικής συμπεριφοράς αποδεικνύεται η κορυφαίας απαξίας καταχρηστική συμπεριφορά της αντιδίκου. Για να μην επαναλάβω όλα τα περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω θα εμμείνω μόνο στο ότι:
α. Κανένα συμφέρον δεν είχα για τη σύναψη δύο αυτοτελών συμβάσεων. Το μόνο μου ζητούμενο ήταν η λήψη δανείου και πρόθεσή μου η αποπληρωμή του. β. Η σύναψη δύο αυτοτελών συμβάσεων έγινε μετά από φορτική εμμονή της αντιδίκου (όπως τότε ήταν), δηλαδή της τραπεζικής εταιρείας Α,, προκειμένου να εξυπηρετήσει δικούς της αποκλειστικά σκοπούς, με το να επιτυγχάνει ασφαλιστικό έργο και χρηματοδότηση για την αδελφή εταιρεία του αυτού ομίλου Α.
Π. ΑΕΓΑ. γ. Καμία απολύτως γνώση και αντίληψη για την ύπαρξη αυτοτελών συμβάσεων με διαφορετικά αντικείμενα δεν υφίστατο από την πλευρά μου και η έλλειψη αυτή δεν ήταν υπ' ευθύνη μου. Η αντίδικος με παρώθησε να πιστεύω ότι εξοφλώντας την οφειλή μου προς την Α. ΑΕΓΑ εξοφλούσα την Α. Τ. και ότι υπήρχε ένας ενιαίος χαρακτήρας της όλης σχέσης.
δ. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα, από τη σύναψη και λήψη του δανείου μέχρι και την τελευταία καταβολή, κατέβαλα αδιαμαρτύρητα και με υποδειγματική συνέπεια κάθε οφειλόμενο ποσό κατά τον τρόπο που μου υποδείχθηκε. ε. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα και μετά τη σύμβαση δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τη διαφορετικότητα του χαρακτήρα των καταβολών και εν γένει των συμβάσεων, αφού η καθής συνέχισε να εξυπηρετεί ως ενιαία αντισυμβαλλόμενη την όλη ενιαία σχέση.
Είναι παραπάνω από φανερό ότι η αντίδικος με παραπλάνησε κατά το διαπραγματευτικό στάδιο αλλά και κατά τη σύναψη της σύμβασης, εμφανίζοντας την ταυτότητα εταιρειών και προϊόντων, έτσι ώστε να αποδεχθώ να καταβάλλω την οφειλή μου στη μία και όχι στην άλλη εταιρεία. Είναι επομένως φυσικό, λογικό και ηθικά ορθό να ζητήσω να επωμιστεί αυτή η ίδια το βάρος της επιλογής της ως προς τον τρόπο εξόφλησης του στεγαστικού δανείου το οποίο έλαβα από αυτήν.
Όπως είναι γνωστό την 21/9/2009 αποφασίστηκε η οριστική ανάκληση των αδειών λειτουργίας πέντε ασφαλιστικών εταιρειών (που) αποφάσισε η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (Α. Π. ΑΕΓΑ, Α. Π. ΑΕΑΖ, Γ. Έ., Γ. Π. και Α. Σ.). Το να επικαλείται εκ των υστέρων η Α. Β., με το πλεονέκτημα που της δίνει η λεοντή του νέου εταιρικού φορέα, ότι ευθύνομαι εγώ ο ίδιος για το τραπεζικό δάνειο που μου χορήγησε και για την επιλογή του επιβεβλημένου τρόπου εξόφλησής του, είναι εντελώς ανήθικο απ' όποια πλευρά και αν το δει κανείς.
Είναι εντελώς αδιανόητο να καλούμαι και πάλι να πληρώσω ποσό 35.851,48 ευρώ, με επίκληση της δήθεν αυτοτέλειας των συμβάσεων, οι οποίες όπως φαίνεται με απλή αντιπαραβολή και αντιπαράθεση, εξυπηρετούν ακριβώς έναν και μοναδικό σκοπό. Την εξόφληση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο αυτού ακριβώς του στεγαστικού δανείου το οποίο έλαβα.
Είναι επομένως προφανές ότι το δικαστήριο πρέπει να αποδεχθεί τη βασιμότητα του λόγου ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής που προσβάλλω και για τον λόγο της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, τόσο ως προς το ποσό των 35.851,48 ευρώ όσο και για κάθε ποσό με το οποίο με επιβαρύνει η συγκεκριμένη διαταγή καταλογίζοντας τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις σε κεφάλαιο, το οποίο ήδη έχω αποπληρώσει." Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό της ανακοπής ως μη νόμιμο με τις εξής παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες εστιάζουν την καταχρηστική συμπεριφορά της τράπεζας στο γεγονός ότι η συμπεριφορά της τελευταίας κατά το διαπραγματευτικό στάδιο αλλά και κατά τη σύναψη των συμβάσεων ήταν παραπλανητική, εμφανίζοντας τις εταιρείες ως ενιαίες καθώς και τα προϊόντα τους, έτσι ώστε ο ίδιος πείστηκε να αποδεχθεί και να καταβάλει την οφειλή του στη μία και όχι στην άλλη εταιρεία.
Τα επικαλούμενα και περιεχόμενα όμως στον προαναφερόμενο λόγο ανακοπής πραγματικά περιστατικά, χωρίς αναφορά άλλων, όπως το γεγονός ότι από τη συμπεριφορά της τράπεζας του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει ποτέ το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου σε περίπτωση μη πληρωμής εκ μέρους του σε συνδυασμό με τις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά της αυτή για τον ίδιο τον ανακόπτοντα και την περιουσία του σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη προαναφέρθηκαν, δεν περιάγουν την άσκηση του δικαιώματος σε αντίθεση προ στους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ".
Κατόπιν αυτών εξαφάνισε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης της εκκαλούσας- καθ'ης η ανακοπή την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τον ως άνω λόγο ως νόμιμο και βάσιμο κατ'ουσίαν, και απέρριψε την ανακοπή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των λόγων από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κατά την υπαγωγή σ'αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που επικαλούντο οι ανακόπτοντες, και μη λαμβάνοντας αθροιστικά υπόψη του όλα τα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, που θεμελίωναν τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της δανείστριας τράπεζας, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη.
Ειδικότερα οι ανακόπτοντες θεμελίωναν τον ισχυρισμό τους αυτό σε περισσότερα αυτοτελή και συνδυαζόμενα μεταξύ τους πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: Στη μορφωτική και επαγγελματική κατάσταση του πρώτου απ'αυτούς, που ήταν και ο μόνος ερχόμενος σε επαφή με την τράπεζα, στον αποκλειστικό του στόχο να λάβει στεγαστικό δάνειο 15.000.000 δραχμών, προκειμένου να ανεγείρει κατοικία επί ακινήτου του, χωρίς να εντάσσεται σ'αυτόν κατ' αρχήν η κατάρτιση οποιασδήποτε άλλης σύμβασης, στην προηγηθείσα των συμβάσεων παραπλανητική συμπεριφορά της αρμόδιας υπαλλήλου- προστηθείσας της δανείστριας τράπεζας, με την οποία διαπραγματεύθηκε τους όρους της δανειακής συμβάσεως, η οποία του παρέσχε διαβεβαιώσεις περί του τυπικού απλώς χαρακτήρα της σύναψης των δύο συμβάσεων (ασφαλιστικής και δανειακής) και ήταν η ίδια, που ενεργούσε και για λογαριασμό της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, στον ίδιο μάλιστα χώρο, ώστε να του δίδεται η εντύπωση ότι η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο εταιριών ήταν επιφανειακή, στην προϋπόθεση που του τέθηκε, να προβεί στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, προκειμένου να καταστεί δυνατό να λάβει το δάνειο, στην πεποίθηση που του δημιουργήθηκε, βάσει όλων των παραπάνω παραπλανητικών περιστατικών (τα οποία συνεπάγονται και έλλειψη ενημέρωσής του για τους κινδύνους που διέτρεχε με τη σύναψη των δύο διαφορετικών συμβάσεων και καταβολών σε δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα), ότι με τις καταβολές προς την ασφαλιστική εταιρία προέβαινε σε αντίστοιχη εξόφληση των δόσεων του δανείου, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα να καταγγείλει η τράπεζα τη σύμβαση δανείου, πεποίθησή του, που διατηρήθηκε επί σειρά ετών, και βάσει της οποίας ο ίδιος προέβαινε ανελλιπώς και με συνέπεια στην πληρωμή, εκτός των τόκων συνολικού ποσού 27.950,69 ευρώ, που συνέχισε να καταβάλει στην τράπεζα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, πιστεύοντας ότι συνέχιζε να ισχύει η συμφωνία όπως του είχε παρουσιασθεί, και του συνολικού ποσού των 35.851,48 ευρώ (ήτοι ποσού μεγαλύτερου από τα 3/4 του κεφαλαίου του δανείου), που κατέβαλε στην ασφαλιστική εταιρία μέχρι το 2009, θεωρώντας πως με τις προσδιοριζόμενες καταβολές εξοφλεί αντίστοιχο μέρος του κεφαλαίου του δανείου, χωρίς οποτεδήποτε να του αποσαφηνισθεί ότι αυτό δεν συνέβαινε, καθώς και στις δυσμενείς συνέπειες, που θα έχει εις βάρος του η ικανοποίηση του δικαιώματος της τράπεζας να απαιτήσει την εκ νέου πληρωμή ολόκληρου του ποσού του δανείου, το οποίο αυτός κατά 35.851 ευρώ θα κληθεί να πληρώσει για δεύτερη φορά, ενώ η οιονεί δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης χρησιμοποίησε την προπεριγραφόμενη και επιτευχθείσα παραπλανητικώς διευθέτηση της συνάψεως δύο συμβάσεων, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις εις βάρος του συνέπειες, προς εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων.
Τα περιστατικά αυτά, αληθή υποτιθέμενα και λαμβανόμενα υπόψη αθροιστικώς, καθιστούν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος νόμιμο, διότι πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ κατά τα προεκτιθέμενα, καθόσον καθιστούν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Το Εφετείο δε ουδόλως έλαβε υπόψη του για την κρίση της νομιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού των ανακοπτόντων τα επί μέρους αυτοτελή επικληθέντα με τον ως άνω λόγο ανακοπής περιστατικά της αδράνειας επί σειρά τουλάχιστον δέκα ετών της δανείστριας τράπεζας προς ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων για τον κίνδυνο, που διέτρεχαν να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου, απαιτώντας εκ νέου την καταβολή πλήρους του ποσού του, και των δυσμενών για τους αναιρεσείοντες και την περιουσία τους συνεπειών της άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 21/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Κρήτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατ'άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλη δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή.
Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων της αναιρετικής δίκης, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη 21/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλη δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ