Legislator Case Law & Legislation
1309/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of fee claim for vague engineering study contract terms.

Case Number 1309/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision to reject a fee claim. The appellant sought payment for an engineering study but failed to provide specific quantities and unit prices in the complaint, relying instead on vague references to external documents. The court ruled that such omissions rendered the claim quantitatively indefinite and inadmissible under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure, finding no legal error in the lower court's assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; A claim is inadmissible if it lacks specific quantitative details and unit prices, and references to external documents cannot cure this defect.

Keywords

AI generated
inadmissible claim quantitative indefiniteness engineering fee dispute unit price requirement code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1309 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1309/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας "...." (δ.τ. "...", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Γ. και εδρεύει στη .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή. Της αναιρεσίβλητης: σύμπραξης μελετητικών γραφείων "..." και ήδη "...", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ν. Ζ. και εδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 8-10-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4524/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 626/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4524/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτείτο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2676/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-7-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2676/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Επί της από 7-5-2012 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Σύμπραξη μελετητικών γραφείων να της καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή της για την εκπόνηση της αναφερόμενης στην αγωγή μελέτης τεχνικών έργων, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας η 76/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν.

Μετά από έφεση της εναγομένης εκδόθηκε η 4524/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, κρίνοντας ότι η σύμπραξη μελετητικών γραφείων δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Στη συνέχεια, με την 626/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε ολικά η ανωτέρω 4524/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον κρίθηκε ότι η σύμπραξη μελετητικών γραφείων έχει την ικανότητα διαδίκου και ότι, συνεπώς, το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, παρέπεμψε δε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2676/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 225/2014, 119/2014), ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς. 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1152/2015 και 449/2014).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Εξάλλου, η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης έργου, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, με βάση την οποία ο μηχανικός έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμον ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το π.δ. 696/1974 (ΑΠ 214/2019, ΑΠ 1146/2012).

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Π.Δ. 696/1974, όπως τα άρθρα 2 και 3 αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 1 και 2 του Π.Δ. 515/1989 και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν δηλαδή από την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του ν. 3919/2011, προκύπτει ότι η αμοιβή για την εκπόνηση των μελετών των αναφερομένων στο άρθρο 1 κατηγοριών έργων (συγκοινωνιακών, υδραυλικών, κτιριακών) και εργασιών καθορίζεται κατά τμήματα και κεφάλαια, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους, ήτοι α) Σε ποσοστό επί τοις εκατό του προϋπολογισμού, β) Κατά μονάδα έργου (πχ.

χιλιόμετρο οδού, στρέμμα επιφάνειας κλπ), γ) Κατ' αποκοπή ή ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης, και δ) Κατά ειδικό τρόπο που καθορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του διατάγματος αυτού (άρθρο 2 παρ. 1) και, επίσης, ότι οι αμοιβές για τις μελέτες, που υπολογίζονται με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, προκύπτουν από τον προβλεπόμενο τύπο (άρθρο 2 παρ. 2 και 3).

Ο προϋπολογισμός, ο οποίος, κατά το άρθρο 3 παρ.1 εδ.α' του π.δ. 696/1974, λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, όπως εγκρίνεται από τον εργοδότη, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης (ΑΠ 994/2017, ΑΠ 279/2016, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 224/2014).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο ανωτέρω προϋπολογισμός αποτελεί οικονομικό μέγεθος, το οποίο διαμορφώνεται με βάση αφ' ενός τα "κονδύλια" του έργου και αφ' ετέρου τις "τιμές μονάδας εργασιών". Ως κονδύλια του έργου νοούνται οι συνεχόμενες προς την εκτέλεσή του, αναγκαίες υποδιαιρέσεις αυτού, οι οποίες είτε αποτελούν επί μέρους ζητήματα της μελέτης είτε συνίστανται σε κατ' ιδίαν εργασίες ή υλικά που διαμορφώνουν το κόστος (ΑΠ 1146/2012).

Δηλαδή, ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει την αξία των επιμέρους εργασιών που συνιστούν το έργο, η οποία προκύπτει από τις ποσότητες των εργασιών αυτών, που υπολογίζονται από το μηχανικό, και τις τιμές των εργασιών αυτών. Η συνολική αυτή δαπάνη του έργου, προϋπολογιζόμενη κατά το (αρχικό) στάδιο εκπόνησης των αναγκαίων μελετών, με βάση τους κανόνες που τίθενται για τον προσδιορισμό της στις ως άνω διατάξεις, αποτελεί την βάση υπολογισμού της αμοιβής του μηχανικού.

Στα συγκοινωνιακά έργα, στα οποία πραγματοποιούνται και τα έργα οδών και τα τεχνικά έργα αυτών (άρθρ. 1 παρ. 2 βα), η αμοιβή των ιδιωτών μηχανικών για την εκπόνηση των μελετών των εν λόγω έργων καθορίζεται σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των έργων, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο μαθηματικό τύπο (άρθρ. 28 επ).

Η αμοιβή αυτή, σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν κατά το κρίσιμο εδώ χρόνο, δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 648/2010). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 π.δ. 696/1974, ως τεχνικά έργα της οδού νοούνται οι κάθε λογής γέφυρες, οχετοί, πτερυγότοιχοι, τοίχοι αντεπιστροφής, τοίχοι αντιστηρίξεως, στραγγιστήρια, έργα προστασίας πρανών, σήραγγες κλ.π.

Για τον καθορισμό της αμοιβής του μελετητή τα πάσης φύσεως τεχνικά έργα της οδού κατατάσσονται, στο άρθρο 30, σε πέντε κατηγορίες. Κατά το άρθρο 31 παρ. 1, ο προϋπολογισμός ΣΑ των έργων της κατηγορίας Α υπολογίζεται αθροιστικώς κατά τμήματα οδού μήκους 3 χλμ., αρχής γενομένης από της συμβατικής αρχής της οδού, του τελευταίου τμήματος θεωρουμένου ως ακεραίου τοιούτου έστω και αν υπολείπεται των 3 χλμ, ενώ κατά το άρθρο 32 η αμοιβή για τις εργασίες του μελετητή τεχνικών έργων οδού ορίζεται βάσει ποσοστών προϋπολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 4, κατά τα προεκτεθέντα, με μαθηματικό τύπο, οι συντελεστές του οποίου συναρτώνται και με την κατηγορία κάθε έργου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 34, η κατανομή της αμοιβής μελέτης τεχνικών έργων οδού γίνεται κατά στάδια που είναι τα εξής: α) προκαταρκτική επεξεργασία και προγραμματισμός αναγκαιουσών ερευνών, β) προμελέτη και γ) οριστική μελέτη (ΑΠ 648/2010), πλην, όμως, στην παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι στα τεχνικά έργα κατηγορίας Α, τα στάδια 1 και 2 παραλείπονται.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραπάνω διατάξεις, για έργα της κατηγορίας Α του άρθρου 30 παρ. 1α π.δ. 696/74, στα οποία κατατάσσονται και οι τοίχοι αντιστήριξης, η σχετική μελέτη εκπονείται σε ένα στάδιο (ήτοι σε στάδιο οριστικής μελέτης), o δε προϋπολογισμός τους υπολογίζεται αθροιστικώς κατά τμήματα της οδού μήκους 3 χιλιομέτρων, ενώ η αμοιβή του μελετητή υπολογίζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό επί του προϋπολογισμού των τεχνικών που εμπεριέχονται σε κάθε τμήμα της οδού μήκους, με συντελεστές κ=0,90 και μ= 17,00.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται αμοιβή για μελέτη τεχνικών έργων οδού, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118, 216 και 680 Κ.Πολ.Δ., να περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αγωγής, ήτοι η σύμβαση μεταξύ μηχανικού και εργοδότη, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί, η εκτέλεση και παράδοση του έργου που ανατέθηκε (μελέτη) και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή από το νόμο προκύπτει, καθώς και όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του μελετητή (ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1152/2015, ΑΠ 1905/2014, ΑΠ 224/2014) και είναι το είδος των εργασιών κατά κατηγορία, οι επί μέρους εργασίες που συνιστούν το έργο και η συμφωνηθείσα αμοιβή ή, εφόσον δεν συμφωνήθηκε, η αμοιβή κατά το ως άνω ΠΔ (ΑΠ 994/2017, ΑΠ 969/2015), η οποία, όπως αναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τον προϋπολογισμό, για τη διαπίστωση του οποίου, όμως, είναι αναγκαίο να παρατίθενται τα κονδύλια του τεχνικού έργου, με την έννοια που αναφέρθηκε, και οι τιμές μονάδος των εργασιών (ΑΠ 1146/2012, πρβλ ΑΠ 1699/2007).

Ως εκ τούτου, στην αγωγή δεν αρκεί απλά ο προσδιορισμός του ύψους του προϋπολογισμού του αντικειμένου της μελέτης, αλλά είναι αναγκαία η παράθεση και όλων των ανωτέρω στοιχείων, βάσει των οποίων εξάγεται ο προϋπολογισμός του συγκεκριμένου έργου, ήτοι των κονδυλίων (εργασιών) και των τιμών μονάδος του έργου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 7-5-2012 αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, εξέθεσε τα εξής: α) Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμπραξη μελετητικών γραφείων, με την από 2-3-2004 σύμβαση, διεπομένη από τις διατάξεις του ν. 716/1997 και του π.δ. 696/1974, την οποία κατάρτισε με το Ελληνικό Δημόσιο, ανέλαβε ως ανάδοχος την υποχρέωση εκπόνησης της οριστικής μελέτης τεχνικών έργων της επαρχιακής οδού ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΟΔΟΣ ..., εκπονητέας σε τρία στάδια, το τρίτο από τα οποία ανέλαβε να εκπονήσει το μέλος της εναγομένης Δ.

Α., ο οποίος όμως από το Μάρτιο του 2006 είχε εισφέρει το πτυχίο του στην ενάγουσα-γεγονός γνωστό στην εναγομένη-και ο οποίος κατά την έναρξη εκπόνησης του τρίτου σταδίου της μελέτης κατά τον Ιανουάριο του 2011 ήταν ήδη σε διαδικασία συνταξιοδότησης, β) ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη νομίμως εκπροσωπουμένη ανέθεσε στην ενάγουσα και η τελευταία αποδέχθηκε την εκπόνηση της οριστικής μελέτης του τρίτου σταδίου, στην οποία συμπεριελήφθησαν τρία τμήματα τοίχων αντιστήριξης, δύο τμήματα των 3 χλμ και ένα με λιγότερο μήκος, καθ' υποκατάσταση του ανωτέρω αποχωρούντος Δ.

Α. έναντι της αναφερόμενης νόμιμης αμοιβής, με τους ειδικότερους διαλαμβανόμενους όρους, και με τη συμφωνία ότι, αν μετά από σχετική αίτηση της εναγομένης προς τη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας .... επετύγχανε την υποκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 14 ν. 716/1977, του Δ. Α. από την ενάγουσα, η αμοιβή της τελευταίας θα καταβαλλόταν απευθείας από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού στην περίπτωση αυτή η ενάγουσα θα είχε καταστεί μέλος της σύμπραξης, άλλως σε αντίθετη περίπτωση η εναγομένη σύμπραξη και τα μέλη της ατομικά ανέλαβαν την υποχρέωση να της καταβάλουν τη νόμιμη αμοιβή ταυτοχρόνως με την παράδοση της μελέτης, γ) ότι, αν και εκπόνησε προσηκόντως και εμπροθέσμως την αναληφθείσα μελέτη, συμμορφούμενη πλήρως προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δήλωσε προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης έτοιμη να παραδώσει την περαιωθείσα μελέτη υπό την προϋπόθεση ταυτόχρονης καταβολής της νόμιμης αμοιβής της, η τελευταία ενεργώντας αντισυμβατικά αρνήθηκε την καταβολή της, ενώ το πρώτον κατά μήνα Νοέμβριο 2011 την ενημέρωσε ότι είχε απορριφθεί από το Μάιο 2011 το αίτημα υποκατάστασης αυτής (ενάγουσας), και δ) ότι ο απαιτούμενος για τον υπολογισμό της αμοιβής της προϋπολογισμός του έργου ανήλθε στο ποσό των 2.256.610 ευρώ για το πρώτο τμήμα, στο ποσό των 2.026.850 ευρώ για το δεύτερο τμήμα και στο ποσό των 183.345 ευρώ για το τρίτο τμήμα, η δε αμοιβή της με βάση τον προβλεπόμενο μαθηματικό τύπο σε 38.362.37 ευρώ, 35.064,51 ευρώ και 5.023,65 ευρώ, αντίστοιχα.

Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 78.450,53 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αγωγή, με την οποία ζητείται η νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας για την ένδικη μελέτη μικρών τεχνικών έργων οδού, που υπολογίζεται, κατά τα ανωτέρω, βάσει ποσοστού επί του προϋπολογισμού, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής αφενός μεν οι ποσότητες των κονδυλίων με βάση αναλυτική προμέτρηση, ήτοι των επί μέρους εργασιών που συνιστούν το έργο, οι οποίες μάλιστα εργασίες περιγράφονται και αυτές κατά τρόπο γενικό και ασαφή, αφετέρου δε οι τιμές μονάδας των εργασιών αυτών, έστω με συνοπτική περιγραφή εκάστου αντικειμένου (π.χ.

χωματουργικών εργασιών, σκυροδέματος, οπλισμού κλπ) με παράθεση των αντίστοιχων τιμών, καθόσον με βάσει τα στοιχεία αυτά και το σχετικό μαθηματικό υπολογισμό προκύπτουν (εξάγονται) τα οικονομικά μεγέθη των επιμέρους τριών προϋπολογισμών (συνολικού ποσού 2.256.610 ευρώ, 2.026.850 ευρώ και 183.345 ευρώ, αντίστοιχα), επί των οποίων - προϋπολογισμών - υπολογίζεται ως ποσοστό αυτού η νόμιμη αμοιβή ανά τμήμα έργου και ως εκ τούτου είναι αναγκαία η παράθεση των εν λόγω στοιχείων (βλ.ΑΠ 1146/2012), αλλά, αντιθέτως, η ενάγουσα αναφέρει αορίστως, ότι o προϋπολογισμός εξάγεται "βάσει αναλυτικών τιμολογίων ΥΠΕΧΩΔΕ...", χωρίς ωστόσο να παραθέτει τα ανωτέρω απαραίτητα προσδιοριστικά στοιχεία, και, επίσης, ότι τα επικαλούμενα ποσά που αναφέρονται είναι "σύμφωνα με το παράρτημα Α του τεύχους προμέτρησης της μελέτης", προβαίνοντας με τον τρόπο αυτό, ανεπιτρέπτως, σε παραπομπή σε άλλα έγγραφα, η οποία, όμως, δεν μπορεί να θεραπεύσει τις ως άνω αναφερόμενες ελλείψεις της αγωγής.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε την αγωγή ποσοτικά αόριστη και απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση για παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2676/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ