Legislator Case Law & Legislation
1309/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on technical report distortion, ruling expert opinions are not appealable documents.

Case Number 1309/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding car repair damages. The appellant argued the lower court ignored his technical expert report and distorted the content of other documents, but the court held that expert opinions and technical reports are not appealable documents under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339, 432, 559(20) of the Code of Civil Procedure; Expert opinions and technical reports do not constitute documents whose distortion constitutes an appealable ground under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appealable documents technical expert report distortion of content inadmissible appeal legal costs court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Article 390 of the Code of Civil Procedure
Article 494(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1596/07
Supreme Court Case 44/2003
Supreme Court Case 1304/2014
Supreme Court Case 5/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1309 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1309/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ρ. του Θ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ράμμο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Η. , κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ντούγια με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/12/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 22/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρεσίβλητος στην 10/21-01-2009 αγωγή του ιστορούσε, ότι λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης του ανατεθέντος στον αναιρεσείοντα έργου επισκευής και συντήρησης του αναφερομένου σ’ αυτήν ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, προκλήθηκαν σ’ αυτό εκτεταμένες βλάβες κατά την οδήγησή του. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, για την αιτία αυτή, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 13.025 ευρώ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, αφού διέταξε πραγματογνωμοσύνη με την 262/2010 μη οριστική απόφασή του, στη συνέχεια με την 113/2012 απόφαση απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή. Κατ’ αυτής άσκησε την από ... -02-2013 έφεση ο αναιρεσίβλητος, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή, παραδεκτώς επισκοπούμενη (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων κατά το έτος 2005 αγόρασε ένα καινούργιο αυτοκίνητο στη Γερμανία, κατασκευής εργοστασίου ... , μοντέλο έτους 2002, με αριθ.

πλαισίου ... , και κυλινδρισμού 1595 κ.εκ., αντί τιμήματος 32.450 ευρώ, το οποίο αμέσως μετά εισήγαγε στην Ελλάδα και το ταξινόμησε με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ. Με τον εναγόμενο, ο οποίος έχει την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων και διατηρεί με νόμιμη άδεια, συνεργείο - ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών στην ... , ο ενάγων, ο οποίος κατάγεται από το χωριό ... , είχε για αρκετά χρόνια συνεργασία ως πελάτης του, και είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης αφού του ανέθετε τον ετήσιο έλεγχο του ως άνω αυτοκινήτου του.

Το Φεβρουάριο του έτους 2008 ο ενάγων πήγε το αυτοκίνητο στο συνεργείο του εναγομένου για αλλαγή λαδιών και τακάκια και επιδιόρθωση του συμπλέκτη λόγω του ότι αυτός είχε εμφανίσει σκληρότητα. Ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι χρειάζεται αλλαγή ο ιμάντας της μηχανής του αυτοκινήτου καθόσον πλησίαζε να φθάσει το όριο των 75.000 χιλιομέτρων.

Τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου 2008 ο ενάγων πήγε το αυτοκίνητο στο συνεργείο του εναγομένου έχοντας αυτό διανύσει μέχρι τότε περίπου 80.000 χιλιόμετρα, προκειμένου να του αλλάξει τον ιμάντα. Ο εναγόμενος άλλαξε τον ιμάντα της μηχανής, τα λάδια, τα μπουζιά και αντικατέστησε τα μπουζοκαλώδια με καινούργια και ο ενάγων παρέλαβε το αυτοκίνητο αφού του κατέβαλε ως αμοιβή το ποσό των 350 ευρώ.

Μετά από μία εβδομάδα περίπου το αυτοκίνητο παρουσίασε βλάβη κάνοντας παράξενο θόρυβο η μηχανή του σαν να κινιόταν σε χοντρό χαλίκι και κάποια στιγμή έβγαλε καπνό από την εξάτμιση και σταμάτησε να λειτουργεί ο κινητήρας. Ο ενάγων ειδοποίησε άμεσα τον εναγόμενο και εκείνος αφού το εξέτασε, του είπε ότι έχει πρόβλημα ο πολλαπλασιαστής, τον οποίο επισκεύασε κατόπιν εντολής του και του κατέβαλε ο ενάγων ως αμοιβή το ποσό των 160 ευρώ.

Μετά από δύο ημέρες το αυτοκίνητο εμφάνισε και πάλι πρόβλημα κάνοντας τον ως άνω χαρακτηριστικό ήχο (κίνηση επάνω σε χοντρό χαλίκι), που προερχόταν από τον κινητήρα του. Ο εναγόμενος αφού το ξαναήλεγξε, γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι δεν λειτουργούν καλά οι βαλβίδες του 4ου κυλίνδρου της μηχανής και ότι χρειάζονται αντικατάσταση.

Κατόπιν εντολής του ενάγοντος, αντικατάστησε και τις βαλβίδες και του παρέδωσε το αυτοκίνητο και ο ενάγων του κατέβαλε ως αμοιβή το ποσό των 250 ευρώ. Ο ενάγων παρέλαβε το αυτοκίνητο αλλά μετά από λίγες ημέρες τον προειδοποιούσε το λαμπάκι του κινητήρα στο ταμπλώ ότι υπάρχει μηχανικό πρόβλημα σ’ αυτόν.

Το ζήτημα αυτό το έθεσε υπόψη του εναγομένου αλλά αυτός τον καθησύχασε, λέγοντάς του ότι θα σβήσει το λαμπάκι. Τελικά όμως και ενώ το προειδοποιητικό λαμπάκι άναβε συνεχώς, το αυτοκίνητο σταμάτησε να λειτουργεί μετά από μερικές ημέρες, βγάζοντας καπνούς από τη μηχανή. Ο ενάγων απευθύνθηκε και πάλι στον εναγόμενο και μετέφερε το αυτοκίνητο συρόμενο από άλλο όχημα στο συνεργείο του, όπου το άφησε ώστε να το ελέγξει για άλλη μία φορά προκειμένου να εντοπίσει την αιτία της βλάβης.

Ο εναγόμενος για να εντοπίσει τη βλάβη, έβγαλε τη μηχανή από τη βάση της και κάποια μικροεξαρτήματά της χωρίς να προλάβει να την αποσυνθέσει. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς αυτόν για το ότι αποσυνέδεσε τη μηχανή από το αυτοκίνητο και αμέσως εκείνος την επανατοποθέτησε στη θέση της καθώς και τα μικροεξαρτήματα.

Τότε ο ενάγων αγανακτισμένος με τον εναγόμενο που δεν μπορούσε να επιδιορθώσει τη βλάβη, του δήλωσε ότι δεν θέλει πλέον να ασχοληθεί άλλο με το αυτοκίνητο του και στη συνέχεια το πήγε με οδική βοήθεια, στην αντιπρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από την επίσημη εισαγωγέα της κατασκευάστριας εταιρίας ... , στην Άρτα, εταιρίας με την επωνυμία "... " στις 20-10-2008.

Οι τεχνίτες της αντιπροσωπείας, διαπίστωσαν ότι ο κινητήρας του αυτοκινήτου είχε καταστραφεί κατά ένα μέρος και ότι έπρεπε να τοποθετηθούν καινούργια ανταλλακτικά. Ειδικότερα, όταν το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με οδική βοήθεια στο συνεργείο της ως άνω αντιπροσωπείας στην Άρτα, οι τεχνικοί της διαπίστωσαν ότι ήταν σπασμένη η μπιέλα από τον 4° κύλινδρο.

Για την αποκατάσταση της βλάβης αυτής, αντικατέστησαν τον κορμό του κινητήρα, την κυλινδροκεφαλή και διάφορα περιφερειακά εξαρτήματα. Συγκεκριμένα τοποθετήθηκαν τα εξής ανταλλακτικά:.... Επίσης, για εργασίες επισκευής κατέβαλε..... Σύμφωνα με την από 29-10- 2008 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της παραπάνω αντιπροσωπείας εξουσιοδοτημένου service, Τ.

Ά. , ληφθείσας υπόψη και της από 20-9-2008 προφορικής ενημέρωσης του ενάγοντος, τα προβλήματα του αυτοκινήτου άρχισαν μετά την αλλαγή ιμάντα εκκεντροφόρου, που πραγματοποιήθηκε (όπως αναφέρει) σε εξωτερικό συνεργείο (εννοεί εκτός του εξουσιοδοτημένου συνεργείου της αντιπροσώπου) και ότι πιθανόν η βλάβη να προέκυψε από λανθασμένο χρονισμό του κινητήρα.

Η εργασία αυτή, που είναι αρμοδιότητας μηχανικού αυτοκινήτων και όχι ηλεκτρολόγου, έγινε από τον εναγόμενο, όπως ο ίδιος συνομολογεί και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι είχε τη δυνατότητα να επιληφθεί τέτοιας βλάβης και ότι την εκτέλεσε σωστά και σύμφωνα με όλους τους κανόνες της τέχνης, διαθέτων και όλα τα σύγχρονα μηχανήματα και εργαλεία.

Το γεγονός ότι τα προβλήματα του κινητήρα ξεκίνησαν, από τότε που πραγματοποίησε ο εναγόμενος την αλλαγή του ιμάντα, συνάγεται από το ότι ο τελευταίος, μετά την πρώτη εισαγωγή του αυτοκινήτου στο συνεργείο του εναγομένου για αλλαγή ιμάντα την οποία αυτός του είχε συστήσει και που έγινε στις αρχές Σεπτεμβρίου 2008, και αφού παρέλαβε το αυτοκίνητο από το συνεργείο του εναγόμενου, αυτό παρουσίασε περίεργο θόρυβο στη μηχανή του, έβγαλε καπνό από την εξάτμιση και σταμάτησε να λειτουργεί.

Αυτά συνέβησαν εντός του ιδίου μηνός. Η δεύτερη επέμβαση που πραγματοποίησε ο εναγόμενος για να διορθώσει την βλάβη ήταν η αλλαγή πολλαπλασιαστή. Αφού όμως τοποθέτησε καινούργιο πολλαπλασιαστή, μετά από δύο ημέρες που πήγε ο ενάγων να παραλάβει το αυτοκίνητο, αυτό, μόλις το έθεσε σε λειτουργία "έμεινε" στο χώρο του συνεργείου του εναγομένου και το άφησε ο ενάγων προκειμένου να το ξαναελέγξει.

Από τότε και στο εξής μέχρι την 20-10-2008 ξαναπαρουσίασε βλάβες και άλλαξε ο εναγόμενος αρχές του Οκτωβρίου τις βαλβίδες της μηχανής και πάλι όμως περί τα μέσα Οκτωβρίου ξαναπαρουσίασε βλάβη αφού έπαψε να λειτουργεί βγάζοντας και πάλι καπνούς από τη μηχανή. Καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η προειδοποιητική ένδειξη για βλάβη στη μηχανή έδειχνε ότι υπάρχει πρόβλημα στον κινητήρα, για το οποίο ο ενάγων ανησυχούσε και το είχε επανειλημμένως γνωστοποιήσει στον εναγόμενο, ο οποίος όμως τον καθησύχαζε ότι δεν συμβαίνει τίποτα με τη μηχανή και ότι θα σβήσει το προειδοποιητικό λαμπάκι.

Όλα αυτά τα περιστατικά κατατέθηκαν και από το μάρτυρα απόδειξης, αποδεικνύονται δε και από τα προσκομισθέντα υπό του εναγομένου φύλλα εκ του βιβλίου εισαγωγής αυτοκινήτων που διατηρεί στο συνεργείο του. Άλλωστε ο ίδιος δεν αρνήθηκε ότι προέβη στις ανωτέρω επισκευές και αλλαγές ιμάντα, πολλαπλασιαστή και βαλβίδων.

Μάλιστα, την τελευταία φορά που ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο λόγω βλάβης του κινητήρα του, σε μικρή απόσταση από το συνεργείο του, αυτός αποσυνέδεσε τη μηχανή από το αυτοκίνητο προκειμένου να εντοπίσει τη βλάβη, χωρίς όμως να προλάβει να την αποσυνθέσει, γιατί ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε έντονα και αυτός άμεσα την επανατοποθέτησε στη θέση της, στη συνέχεια δε ο ενάγων πήγε το αυτοκίνητο για επισκευή στην ως άνω αντιπρόσωπο του εισαγωγέα της AUDI.

Ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 262/2010 μη οριστική του απόφαση, πραγματογνώμονας Β. Χ. , προκειμένου να γνωμοδοτήσει εάν η βλάβη του αυτοκινήτου προκλήθηκε από τις επισκευαστικές ενέργειες του εναγομένου, δεν μπόρεσε να εξάγει πόρισμα ως προς τα αίτια που προκάλεσαν τη βλάβη του κινητήρα όπως αναφέρει στην έκθεσή του, για το λόγο ότι ο υπ’ αυτού έλεγχος του αυτοκινήτου και δη του κινητήρα, έλαβε χώρα μετά την επισκευή του από την αντιπρόσωπο εταιρία και δεν του παραδόθηκε ο παλιός κινητήρας ώστε να τον εξετάσει γιατί ο ενάγων τον πέταξε όπως του δήλωσε, αφού του ήταν άχρηστος.

Κατέστη όμως σαφές εξ αυτής ότι το επίδικο αυτοκίνητο είχε βλάβη στον κινητήρα του ο οποίος κατέστη άχρηστος συνεπεία αυτής της βλάβης και αλλάχθηκε με καινούργιο. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο κινητήρας υπέστη βλάβη εξ αιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος της συγκεκριμένης παρτίδας της κατασκευάστριας εταιρίας που αφορούσε τους νεροχύτες του οι οποίοι, επειδή ήταν ελαττωματικοί, διοχέτευαν νερά στον κινητήρα με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί βλάβη και να καταστραφεί.

Μάλιστα, ισχυρίστηκε ακόμη ότι η κατασκευάστρια εταιρία ... ανακάλεσε αυτήν την παρτίδα των αυτοκινήτων παραγωγής της (Α4), με αριθμό πλαισίου ... , με την επανορθωτική εξόρμηση ... που εξέδωσε στις 10-8-2007 και ότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στην ανάκληση ώστε να πάει το αυτοκίνητο του για έλεγχο. Σύμφωνα με την από 13-10-2010 επιστολή της εταιρίας "... " που ήταν η επίσημη εισαγωγέας αυτοκινήτων AUDI στην Ελλάδα, και εστάλη, μετά από σχετικό ερώτημα, στην αντιπρόσωπο - συνεργάτιδα του service των εν λόγω αυτοκινήτων εταιρία "... .", η συγκεκριμένη επανορθωτική εξόρμηση αφορούσε το ενδεχόμενο, η εκροή του νεροχύτη του αυτοκινήτου, να είναι φραγμένη από βρωμιά και φύλλα οπότε σ’ αυτήν την περίπτωση το νερό της βροχής δεν θα μπορούσε να φύγει ελεύθερα με αποτέλεσμα να προκύψει υπερχείλιση στο νεροχύτη κα υγρασία στο χώρο των επιβατών.

Διευκρινίζει δε στη συνέχεια, ότι σε καμία περίπτωση η υγρασία αυτή δεν θα μπορούσε να έχει διοχετευθεί στην πλευρά της εισαγωγής του κινητήρα και να προξενήσει οποιαδήποτε ζημία σ’ αυτόν. Η επέμβαση που έπρεπε να γίνει στα πληττόμενα αυτοκίνητα (της πιο πάνω παρτίδας) συνίστατο στην αφαίρεση του προστατευτικού εκροής κάτω από τη μπαταρία στο νεροχύτη και να καθαριστεί ο νεροχύτης.

Επίσης, αναφέρει ότι η συγκεκριμένη επανορθωτική εξόρμηση δεν προέβλεπε ενεργό ειδοποίηση πελατών αλλά επισκευή των πληττομένων αυτοκινήτων στο πλαίσιο μίας, παραμονής στο συνεργείο. Τέλος καταλήγει ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντα διαπιστώθηκε ότι πλήττονταν από αυτήν την επανορθωτική εξόρμηση αλλά μετά από έλεγχο αυτού, στο συνεργείο της αντιπροσωπείας, βρέθηκε ότι ο νεροχύτης ήταν καθαρός και δεν υπήρχε ίχνος υγρασίας ούτε σ’ αυτόν ούτε στο σύστημα ενίσχυσης της πέδησης.

Εκ των ανωτέρω, συνάγεται αναμφίβολα ότι επρόκειτο για μία μικροεπισκευή ελαττώματος που δεν ήταν επικίνδυνο ώστε να προκαλέσει βλάβες στα αυτοκίνητα της ως άνω παρτίδας. Ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της κατασκευάστριας εταιρίας που είχε γίνει προ έτους περίπου ώστε να διορθωθεί το ως άνω ελάττωμα σε κάποιο από τα εξουσιοδοτημένα service αυτής στην Ελλάδα.

Όμως δεν αποδείχτηκε ότι η βλάβη του κινητήρα είχε σχέση με το ως άνω κατασκευαστικό ελάττωμα αλλά τούτο ήταν ζήτημα μίας μικροεπισκευής, άσχετης με τον κινητήρα. Τα υπό του εφεσιβλήτου υποστηριζόμενα ότι διορθώθηκε το ως άνω κατασκευαστικό ελάττωμα από το συνεργείο της αντιπροσωπείας και μάλιστα δεν κατέβαλε αμοιβή ο εκκαλών, προσκομίζοντας προς απόδειξη του ισχυρισμού του το από 29-10-2008 έγγραφο που αναφέρει έγιναν εργασίες επισκευής σε ό,τι αφορά το ως άνω κατασκευαστικό ελάττωμα χωρίς αμοιβή ως εμπίπτοντος στους όρους της εγγύησης του αυτοκινήτου, δεν αποκλείουν την επιδιόρθωση της βλάβης του κινητήρα και πολύ περισσότερο, δεν αποδεικνύεται εκ του ότι έγινε η διόρθωση του ελαττώματος των νεροχυτών, ότι εξ αυτού προκλήθηκε η βλάβη του κινητήρα αλλά ότι αυτό επισκευάστηκε επ’ ευκαιρία της βλάβης του κινητήρα ενόψει ότι ο ενάγων δεν το είχε πάει για διόρθωση.

Άλλωστε, δεν αποδείχτηκε ότι συνέβη και επί άλλων αυτοκινήτων της συγκεκριμένης παρτίδας, βλάβη στον κινητήρα τους κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και μάλιστα από την αιτία που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ήτοι από το έτος 2005 που αγόρασε ο ενάγων το αυτοκίνητο μέχρι το έτος 2008 ή αργότερα. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι το επικαλούμενο από τον εναγόμενο, κατασκευαστικό ελάττωμα, δεν ήταν τόσο σοβαρό ώστε να ανακληθούν τα αυτοκίνητα της συγκεκριμένης ελαττωματικής παρτίδας αλλά να προσέλθουν οι ιδιοκτήτες τους για μία απλή επιδιόρθωση.

Εκ των ανωτέρω, συνάγεται σαφώς ότι το ως άνω κατασκευαστικό πρόβλημα του αυτοκινήτου του ενάγοντος, δεν αποτέλεσε την αιτία της πρόκλησης της ως άνω βλάβης του κινητήρα και δη ότι ως εκ του ότι δεν θα μπορούσαν να διοχετευθούν τα νερά στον κινητήρα, ότι εξ αιτίας του προβλήματος των νεροχυτών, αυτό υπέστη ζημία.

Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η βλάβη του κινητήρα που είχε ως αποτέλεσμα αυτός να καταστραφεί, οφείλεται στο ανωτέρω κατασκευαστικό ελάττωμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντίθετα, οι εργασίες επισκευών που εκτέλεσε αυτός στον κινητήρα, και ειδικότερα η αλλαγή ιμάντος εκκεντροφόρου, εφόσον δεν εκτελέστηκε με τον ενδεδειγμένο τεχνικά, τρόπο, και έγινε λανθασμένος χρονισμός του κινητήρα, ήταν δυνατόν να επιφέρει βλάβη σε έτερα εξαρτήματα αυτού (βαλβίδες), όπως και επέφερε στις βαλβίδες εξαιτίας δικού του σφάλματος και αφού δεν διορθώθηκε η βλάβη αυτή αλλά συνέχισε να υπάρχει, δεδομένου ότι δεν μπόρεσε εξ υπαιτιότητάς του να τη διαγνώσει και να την επισκευάσει καταστράφηκε ο κινητήρας.

Προς το συμπέρασμα αυτό οδηγείται το δικαστήριο εκ του γεγονότος ότι η βλάβη αδιαμφισβήτητα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στον κινητήρα λίγο μετά την αλλαγή του ιμάντα από τον εναγόμενο, που σε περίπτωση μη σωστού χρονισμού, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη, προκαλεί τα ανωτέρω προβλήματα, ήτοι τις λοιπές βλάβες που ακολούθησαν και τελικά την καταστροφή του.

Συνεπώς, η ζημία που υπέστη ο κινητήρας του επιδίκου αυτοκινήτου τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πλημμελή επισκευή του υπό του εναγομένου και ειδικότερα λόγω του κακού (μη ορθού) χρονισμού του, συντελούσας και της επιδειχθείσας μετέπειτα αμελούς συμπεριφοράς αυτού, συνισταμένης στο ότι ενώ παρά επανειλημμένες επισκευές που διενεργούσε ο’ αυτό, δεν εξαλείφθηκε το πρόβλημα του κινητήρα, αυτός δεν παρέπεμψε τον ενάγοντα σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο για να προληφθεί μεγαλύτερη ζημία του κινητήρα αλλά συνέχισε να προσπαθεί να αποκαταστήσει τις όποιες βλάβες θεωρούσε ότι υπάρχουν χωρίς να έχει εντοπίσει την πραγματική αιτία της βλάβης, τα αντίθετα δε που αυτός υποστηρίζει είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εσφαλμένα συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η βλάβη οφείλεται σε πλημμελή επισκευή του αυτοκινήτου υπό του εναγομένου, δεδομένου ότι ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση ν’ αποδείξει ότι η βλάβη δεν οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, ισχυρισμό που εν προκειμένω, δεν απέδειξε.

Αντίθετα, αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος ήτοι της επελθούσας βλάβης αρχικά και στη συνέχεια της καταστροφής του κινητήρα, ότι αυτός επέδειξε αμελή συμπεριφορά, συνισταμένη στο ότι ενώ προειδοποιούσε για βλάβη στον κινητήρα το ενδεικτικό λαμπάκι στο ταμπλώ του επιδίκου αυτοκινήτου, όπως πολλές φορές του γνωστοποίησε ο ενάγων, το οποίο ξεκίνησε από τότε που άλλαξε τον ιμάντα, αυτός δεν επέδειξε το ανάλογο ενδιαφέρον ενώ όφειλε ως τεχνικός να αντιληφθεί ότι υπάρχει πρόβλημα στον κινητήρα με ενδεχόμενο να επιφέρει ζημία ανεπανόρθωτη σ’ αυτόν εφόσον συνεχιζόταν η κυκλοφορία του αυτοκινήτου και να συστήσει στον ενάγοντα να μη το θέσει σε κίνηση πριν βρεθεί και αποκατασταθεί η αληθής αιτία που προκαλούσε τη διακοπή της κίνησης και την εμφάνιση καπνού στο αυτοκίνητο, δεν έπραξε δε τα ανωτέρω ούτε εκτέλεσε τις απαιτούμενες και ενδεδειγμένες τεχνικά, επισκευαστικές εργασίας, ήτοι την αλλαγή ιμάντα, με επιμέλεια και σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες της τέχνης αλλά πλημμελώς ως προς τον χρονισμό του με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημίες και στις βαλβίδες εισαγωγής - εξαγωγής του κινητήρα (στράβωμα).

Επομένως, εφόσον από υπαιτιότητά του προκλήθηκε η ένδικη ζημία στο επίδικο αυτοκίνητο, είναι υπόχρεος προς αποζημίωση του ενάγοντος. Η κατά τα άνω οφειλομένη αποζημίωση προς τον ενάγοντα συνίσταται στη δαπάνη αποκατάστασης της βλάβης του κινητήρα μετά των συναφών εξαρτημάτων, η οποία ανήλθε, μετά των εργασιών επισκευής, στο ποσό των 6.265 ευρώ συνολικά".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση και αφού, στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε, εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδίκασε το ποσό των 6.265 ευρώ, καθώς και 1.300 ευρώ για τα δικαστικά του έξοδα.

ΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Αυτός, όμως ο αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Περαιτέρω, επί της αγωγής, από την διάταξη του άρθρου 690 του ΑΚ, εργοδότη περί αποζημίωσης που στηρίζεται στην ύπαρξη ελλείψεων του έργου, που εκτέλεσε ο εναγόμενος εργολάβος, ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων εργοδότης, γιατί οι ελλείψεις είναι αποτέλεσμα των οδηγιών του που έδωσε κατά την εκτέλεση του έργου, παρά τις αντιρρήσεις του εργολάβου, είτε κατ’ άλλο τρόπο, συνιστά ένσταση καταλυτική από την διάταξη του άρθρου 691 του ΑΚ, ενώ ο ισχυρισμός του ίδιου (εργολάβου), ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και ίδιον πταίσμα του ενάγοντος εργοδότη, συνιστά επίσης αυτοτελή ισχυρισμό, που θεμελιώνει ένσταση από την διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 2238/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του τον καταλυτικό, της ερειδομένης στο άρθρο 690 ΑΚ εναντίον του αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμό του, από το άρθρο 691 ΑΚ, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 99% του τελευταίου, κατ’ άρθρο 300 του ΑΚ, τον οποίον αυτός (ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος) παραδεκτώς και νομίμως προέβαλε στην πρωτοβάθμια δίκη και επανέφερε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του προς απόκρουση της ως άνω, εναντίον του, εφέσεως του ήδη αναιρεσίβλητου και ο οποίος είχε ως εξής: "...η δε βλάβη -μπιέλα- που προεκλήθη στο αυτ/το του αντιδίκου μου οφείλεται καθ’ ολοκληρίαν στην αποκλειστική δική του ευθύνη και αμέλεια, δεδομένου :

α) Ότι τοποθετούσε το αυτ/το του κάτω από την κληματαριά του σπιτιού του και τις εκεί ελιές του, από όπου έπεφταν φύλλα πάνω του και μαζί με διάφορα χώματα από σκόνες κλπ. βούλωσαν τις υδρορροές - λούκια - νεροχύτες του, με αποτέλεσμα τα νερά τόσον από το πλύσιμο του, όσο και τα βρόχινα να υπερχειλίζουν και οδηγούνται στη μηχανή του και όταν αυτός προσπαθούσε να βάζει μπροστά το αυτ/το του με την μίζα του, η μηχανή του τραβούσε από το σεβρό του μέσα τα νερά αυτά, με αποτέλεσμα να πάθει αυτό υδραυλική, να κολλήσει εντελώς η μηχανή και να υποστεί τελικά την μπιέλα.

Και, β) Ότι δεν συμμορφώθηκε με την οδηγία ανάκλησης του αυτ/του από την κατασκευάστρια εταιρεία του, δηλ. να το προσκομίσει βάσει του ρηθέντος κωδικού για τον έλεγχο του και την επανορθωτική εξέτασή του από το εργοστάσιο κατασκευής του ή στη δική του αντιπροσωπεία. Πράγμα βέβαια που έκανε, κατόπιν εορτής, ως αποδεικνύεται με το ειρημένο και προσαγόμενο με επίκλησή του με Σχ. 9 από 29/10/08 έγγραφο της αντιπροσωπείας του αυτ/του στην Άρτα.

Δηλ. από δική του αποκλειστική ευθύνη, προέβη στην άνω επανορθωτική, μετά την πρόκληση της βλάβης στο αυτ/το του από την αιτία αυτή (υδραυλική μηχανής του) και την επισκευή του από τη βλάβη της μπιέλας, ενώ θα έπρεπε να το είχε κάνει προ πολλών ετών γρηγορότερα (χρόνος μπιέλας η 14/10/2008), όπως το εργοστάσιο κατασκευής προ ετών είχε εντόπισει το κατασκευαστικό αυτό λάθος ή τρωτό σημείο του αυτ/του και ζητούσε την ανάκλησή του και των της αυτής σειράς αυτ/των που αυτή είχε κατασκευάσει. ...

Κατόπιν τούτων, ο αντίδικος ενάγων-εκκαλών, ουδεμίας αποζημιώσεως δικαιούται από εμένα, αφού όποια ζημία αυτός υπέστη, την υπέστη εκ της ιδίας αυτού ευθύνης και αποκλειστικής υπαιτιότητας του, ή διαφορετικά κατά κατά ποσοστό 99 %, το δε άλλο 1 % θα έπρεπε να το ζητήσει από την κατασκευάστρια εταιρεία του αυτ/του του, σύμφωνα και με την υποβληθείσα ένστασή μου πρωτοδίκως που καταχωρήθηκε νομίμως και στα Πρακτικά του Δικαστηρίου (βλ.

αντίγραφο επίσημο των πρωτόδικων προτάσεών μου, καθώς και επίσημο αντίγραφο των Πρακτικών του Μον. Πρωτ. Θεσπρωτίας Συνεδρίασης της 25-2-2010, επί της αριθ. 262/2010 απόφασής του) που την προτείνω και πάλι στην παρούσα δίκη.". Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, εκ του πράγματος, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του, απέκλεισε τη συνδρομή οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος (εργοδότη) και δέχθηκε ότι οι αναφερόμενες στην απόφασή του ελλείψεις του υπόψη έργου και η, εντεύθεν, ένδικη ζημία του τελευταίου, οφείλονται αποκλειστικά στην αμέλεια του πρώτου (αναιρεσείοντος, εναγομένου, εργολάβου), συνισταμένη, κατά τις ίδιες παραδοχές, στο ότι αυτός δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια, που όφειλε να επιδείξει ως τεχνικός, ώστε ν’ αντιληφθεί ότι υπάρχει πρόβλημα στον κινητήρα του ενδίκου αυτοκινήτου, με ενδεχόμενο κίνδυνο προκλήσεως σ’ αυτό ανεπανόρθωτης ζημίας και να συστήσει στον ενάγοντα να μη το θέσει σε κίνηση πριν βρεθεί και αποκατασταθεί η αληθής αιτία που προκαλούσε τη διακοπή της κίνησης και την εμφάνιση καπνού στο αυτοκίνητο, ούτε, περαιτέρω, εκτέλεσε τις απαιτούμενες και ενδεδειγμένες τεχνικά, επισκευαστικές εργασίας, ήτοι την αλλαγή ιμάντα, με επιμέλεια και σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες της τέχνης, αλλά πλημμελώς, με αποτέλεσμα να προκληθούν στο αυτοκίνητο του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντα, οι ένδικες ζημίες.

ΙΙΙ. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά (ΑΠ 481/13, ΑΠ 214/2012). Ως αποτελούντα, όμως, ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων ... ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων ... ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (… παρ.2, …). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2136/2007, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).

Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής, εν μέρει, βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, από την επανεκτίμηση: "....των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκτιμωμένων χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους αναλόγως του βαθμού αξιοπιστίας κάθε μάρτυρος, των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, της από 8-12- 2011 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την υπ’ αριθ. 262/2010 μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, της υπ’ αριθ.

…2009 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρος Α. Κ. , δοθείσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Παραμυθιάς, από πλευράς ενάγοντος εμπρόθεσμα και μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του και των υπ’ αριθ. ... /2010 ομοίων, των μαρτύρων του εναγομένου Γ. Κ. του Θ. Χ. Ν. του Ν. και Β. Σ. του Κ. που προσκομίστηκαν από τον εναγόμενο ληφθείσα/ νομότυπα και εμπρόθεσμα έπειτα από κλήτευση του ενάγοντος (βλ.

σχετικές εκθέσεις επίδοσης...), της υπ’ αριθ. ... -2-2014 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρος του ενάγοντος Η. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας που δόθηκε μετά από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την προσκομισθείσα με επίκληση υπ’ αριθ.... έκθεση επίδοσης της...) καθώς και εκ των ομολογιών περί ορισμένων κρισίμων περιστατικών που περιέχονται στις προτάσεις των διαδίκων....".

Από την γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλα τ’ άλλα αποδεικτικά μέσα και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο "..από ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ 2010 ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ" του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος Κ.

Κ. Κ. , μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού του ΕΜΠ, την οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και φέρεται αγνοηθείσα.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος για την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ παράβαση, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, είναι τα κατ’ άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν αποτελούν οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη (ΑΠ 1596/07, ΑΠ 44/2003), καθώς και οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων (ΑΠ 1304/2014, ΑΠ 5/2011).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της από 29-10-2008 τεχνικής έκθεσης του Τ. Ά. , τεχνικού συμβούλου της αντιπροσωπείας του ενδίκου αυτοκινήτου και, β) της από 8-12-2010 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την …/2010, μη οριστική απόφασή του, πραγματογνώμονα Β. Χ. , κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/12/2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 67/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ