Legislator Case Law & Legislation
1309/2017 AI generated

1309/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1309/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1309/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, με δεδομένο ότι το σημείο παράσυρσης ταυτίζεται με το σημείο έναρξης των ιχνών τροχοπέδησης, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό, αλλά και συμφωνεί με την πορεία της πεζής ενάγουσας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, και με δεδομένη την ταχύτητα του αυτοκινήτου όπως προσδιορίστηκε παραπάνω, συνάγεται κατ' άρθρ. 336 § 3 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1309 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1309/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5284/2009 μη οριστική και 4392/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2208/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και πέμπτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 9-11-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. …/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2208/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/ 2014, ΑΠ 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 2208/2014 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η πεζή Δ. Μ. παρασύρθηκε και τραυματίστηκε από το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11.5.2007 και ώρα 09:50 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, της κυριότητάς του, εκινείτο στη μονής κατευθύνσεως Λεωφ. Ειρήνης στο Πέραμα Πειραιά, με φορά από καζάνια διϋλιστηρίων προς λιμάνι Περάματος και στη δεξιά από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας αυτής. Ο καιρός ήταν αίθριος με φως ημέρας, η κατάσταση της οδού ξηρά, η οδός ευθεία και οριζόντια, με συνολικό πλάτος 8,00 m., η κυκλοφορία αυτοκινήτων πυκνή και δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα επί της λεωφόρου, όπως τούτο εμφαίνεται στο από 11.05.2007 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την υπό ίδια ημερομηνία έκθεση αυτοψίας του Αστ/κα Κ.

Δ. του Τ.Τ. Κορυδαλλού. Όταν αυτός έφθασε στο ύψος του ο.α. … της Λεωφόρου, όπου αυτή συμβάλλεται ισόπεδα με την προς τα δεξιά κατά τη φορά του κάθετη προς αυτήν οδό Δωδεκανήσου, η ενάγουσα, η οποία ήταν πεζή και βρισκόταν στο δεξιό κατά τη φορά του αυτοκινήτου πεζοδρόμιο της Λεωφ. Ειρήνης, σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και η κάθοδος στο οδόστρωμα εμποδιζόταν από κιγκλιδώματα ύψους 1,00 m., αυτή επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Λεωφ.

Ειρήνης προς το απέναντι πεζοδρόμιο, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, να παρασυρθεί απ' αυτό και να εκτιναχθεί σε απόσταση αρκετών μέτρων, από δε το κτύπημα που δέχθηκε από το αυτοκίνητο και από την επακόλουθη πτώση της στο οδόστρωμα να τραυματισθεί σοβαρά, υποστάσα κάταγμα-εξάρθρημα αριστερού ώμου και βραχιονίου οστού και συντριπτικό διπολικό κάταγμα αριστερής κνήμης.

Από το ίδιο πρόχειρο σχεδιάγραμμα αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος τροχοπέδησε επί 6,50 m. περίπου με ταυτόχρονο ελιγμό προς τα αριστερά του, αφού οι αριστεροί τροχοί του κατέλιπαν στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 9,00 m. με λοξή φορά, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το μήκος του μεταξονίου, δηλ.

της απόστασης μεταξύ μπροστινού και πίσω άξονα των τροχών (......) που στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο, μάρκας SEAT, τύπου Ibiza και έτους κυκλοφορίας 1991, είναι 2,50 m. περίπου, δεδομένου ότι στα ίχνη αυτά υπάρχει επικάλυψη του ίχνους του μπροστινού τροχού με αυτόν του πίσω από το σημείο που το ίχνος του πίσω τροχού φθάνει στην έναρξη του ίχνους του μπροστινού τροχού και εντεύθεν.

Με τα δεδομένα αυτά η ταχύτητα του αυτοκινήτου προσδιορίζεται σε 36 km/h περίπου.... Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την αναφορά στην έκθεση αυτοψίας ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, γεγονός που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν επέτρεπε την ανάπτυξη μεγάλων ταχυτήτων. Περαιτέρω από το σημείο έναρξης των ιχνών τροχοπέδησης συνάγεται ότι η ενάγουσα κατήλθε στο οδόστρωμα σε χρόνο που δεν επέτρεπε την έγκαιρη αντίδραση του πρώτου εναγομένου για την αποφυγή του ατυχήματος.

Ειδικότερα, με δεδομένο ότι το σημείο παράσυρσης ταυτίζεται με το σημείο έναρξης των ιχνών τροχοπέδησης, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό, αλλά και συμφωνεί με την πορεία της πεζής ενάγουσας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, και με δεδομένη την ταχύτητα του αυτοκινήτου όπως προσδιορίστηκε παραπάνω, συνάγεται κατ' άρθρ. 336 § 3 Κ.Πολ.Δ.

ότι η πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο απείχε απ' αυτήν περί τα 7,00 m., τα οποία διανύθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο κατά το χρόνο αντίδρασης (δηλ. το χρόνο που μεσολαβεί από την αντίληψή του ότι η πεζή είχε κατέλθει στο οδόστρωμα μέχρι να επενεργήσει στην πέδη του αυτοκινήτου του), και συνεπώς ο χρόνος αντίδρασής του ήταν αυτός του μέσου συνετού οδηγού (περί τα 3/4 του δευτερολέπτου).

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την προανακριτική απολογία του πρώτου εναγομένου, ο οποίος πειστικά κατέθεσε ότι είδε την ενάγουσα πλησιάζοντας στο σημείο του ατυχήματος, καθώς ότι και εκείνη τον είδε, αλλά πίστευε ότι προλάβαινε να περάσει το δρόμο και κατέβηκε αιφνίδια στο οδόστρωμα.

Δεν ανταποκρίνεται δε στην αλήθεια ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο πρώτος εναγόμενος στην προανακριτική απολογία του παραδέχθηκε ότι έτρεχε, δεδομένου ότι στη σχετική περικοπή της απολογίας του αναφέρεται ότι αυτή (ενάγουσα) του απάντησε ότι τον είδε, αλλά πίστευε ότι προλάβαινε να περάσει και ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, δηλ.

ο ισχυρισμός περί μεγάλης ταχύτητας δεν είναι παραδοχή του πρώτου εναγομένου, αλλ' εκτίμηση της ίδιας της ενάγουσας. Απ' όλα τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είναι υπαίτιος της πρόκλησης του ατυχήματος, αλλ' ότι ευθύνεται η ενάγουσα αποκλειστικά γι' αυτό". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 9.3.2012 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 4392/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, αφού απέδωσε το ατύχημα σε συγκλίνουσα αμέλεια της παθούσας και του οδηγού του αυτοκινήτου σε ποσοστό 60% της πρώτης και 40% του δευτέρου), δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ασκηθείσα με τις προτάσεις των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων αντέφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, δικάζοντας επί της ένδικης, από 7.11.2008 αγωγής, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις εφαρμοσθείσες από αυτό ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ., στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσεως, συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα: Α. Η απόσταση που διήνυσε η αναιρεσείουσα επί του οδοστρώματος πριν από την παράσυρσή της από το αυτοκίνητο, κινούμενη από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου. Β. Ποιο ήταν το ακριβές σημείο του οδοστρώματος, όπου έλαβε χώρα η παράσυρση της πεζής, ήτοι η απόσταση του σημείου αυτού από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού επί της οποίας εκινείτο το αυτοκίνητο.

Γ. Το τμήμα του αυτοκινήτου με το οποίο αυτή κτυπήθηκε και δη αν κτυπήθηκε με το αριστερό ή δεξιό, εμπρόσθιο ή πλαϊνό τμήμα αυτού, καθώς και το ακριβές σημείο του οδοστρώματος όπου σταμάτησε τελικά το αυτοκίνητο. Δ. Από πόση απόσταση η αναιρεσείουσα αντελήφθη ή μπορούσε να αντιληφθεί το αυτοκίνητο και Ε.

Ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε η πεζή, αν δηλαδή αυτή κινήθηκε γρήγορα ή αργά εντός του οδοστρώματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις για ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, χωρίς να είναι αναγκαίες, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των υπολοίπων λόγων αυτής, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα).

Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2208/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ