Legislator Case Law & Legislation
1309/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the State's service of process was legally sufficient.

Case Number 1309/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding land expropriation compensation. The appellant argued the State failed to serve legal documents correctly, but the court found the service to the Minister of Finance complied with statutory requirements. Consequently, the court rejected the procedural defect claim and ordered the appellant to pay the State's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 126(1)(e) of the Code of Civil Procedure; The failure to serve legal documents to the State's authorized representative does not constitute a procedural nullity unless the law explicitly mandates such service as a condition for validity.

Keywords

AI generated
service of process State representation procedural nullity expropriation compensation appeal dismissal legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 126(1)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 159 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 5 of the Code of Laws on the Courts of the State
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 395/2004
Supreme Court Case 902/2008
Court of First Instance of Lamia Case 54/2009
Court of Appeal of Lamia Case 24/2011
Court of Appeal of Athens Case 8052/1997
Court of First Instance of Lamia Case 93/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1309 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1309/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 24-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τζιούβα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 17-5-2012 και με αριθμό καταθέσεως 39/2012 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 24/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004, ΑΠ 902/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ.

ε’ ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., "μόνον αι προς τον Υπουργών Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν. ΡλΡ’ γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας.

Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας, τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (Α.Ε.Δ. 27/2004, Ολομ.ΑΠ 34/1988, ΑΠ 1105/2005).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ’ και παρ. 3 περ. α’ του ν. 3086/2002 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", "Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α)... β)... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ. 1 περ.

γ’ )... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ. 3 περ. α’ ). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επίδοσης του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η επίδοση προς τον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού.

Οι διατάξεις αυτές, ως εξαιρετικές, αποκλείουν να γίνει επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς να υπογραφεί το αποδεικτικό επίδοσης από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, κατά συνέπεια, αποκλείουν και την επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο με θυροκόλληση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 129 του Κ.Πολ.Δ., με συνέπεια τυχόν γενομένη με θυροκόλληση επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο, ήτοι χωρίς να έχει υπογραφεί το αποδεικτικό επίδοσης από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, να είναι άκυρη ανεξαρτήτως βλάβης.

Ενόψει τούτων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που κήρυξε άκυρη τη συζήτηση της αντέφεσης του αναιρεσείοντος, επειδή αυτή δεν επιδόθηκε νόμιμα στο καθ’ ού η αντέφεση και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά επιδόθηκε σ’ αυτό με θυροκόλληση και χωρίς να υπογραφεί αποδεικτικό επίδοσης από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα και ο περί του εναντίου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β’ , 453 και 524 § 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση (Ολ.ΑΠ 14/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ., αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Εξ άλλου, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο αιτιολογίες, από τις οποίες η μία είναι πλεοναστική, η άλλη δε αυτοτελώς και επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της, ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την εκ περισσού εκφερόμενη αιτιολογία είναι αλυσιτελής (ΑΠ 363/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης και απορρίφθηκε καταψηφιστική αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης λόγω μείωσης αξίας εναπομενόντων τμημάτων ακινήτου του από απαλλοτρίωση, η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που προέκυπτε από τις με χρονολογία 22-7-2008 προτάσεις του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας, περί του ότι η ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος που απαλλοτριώθηκε περιλαμβάνεται στην απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την ΚΥΑ 1095388/5604/0010/26-7-1993 των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ και δεν περιλαμβάνεται στην απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την ΚΥΑ 1103062/6433/ 0010/5-10-1995 των ως άνω Υπουργών.

Όμως, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 9-3-2010 προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, σ’ αυτές δεν γίνεται επίκληση της ως άνω ομολογίας, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα εξής: Ότι η ιδιοκτησία του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, απαλλοτριώθηκε με την υπ’ αρ.

ΚΥΑ 1095388/5604/0010/26-7-1993 των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ και εμφαίνεται στα από 24-3-1993 σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα και κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης με αριθμό ..., ότι με την 8052/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έχει καθορίσει αμετάκλητα την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της ...

ιδιοκτησίας, δεν έχει καθορισθεί και ιδιαίτερη αποζημίωση για μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων της ως άνω ιδιοκτησίας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και ότι ο ενάγων ζητούσε την καταβολή της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων της ιδιοκτησίας του με βάση την ως άνω 8052/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία δε αυτή δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Και ναι μεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκε ότι απαλλοτριώθηκε εκ νέου με την ΚΥΑ 1103062/6433/0010/5-10-1995 των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ η ως άνω ... ιδιοκτησία του ενάγοντος και καθορίσθηκε με την 5016/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα της εν λόγω ιδιοκτησίας, η οποία ορίσθηκε σε ποσοστό 30% επί της ορισθείσας τιμής μονάδας των 60 ευρώ ανά τ.μ., πλην όμως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων δεν ζητούσε με την ένδικη αγωγή του την καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης με βάση την τελευταία 5016/2004 απόφαση, αλλά με βάση την προαναφερθείσα 8052/1997 απόφαση, η οποία δεν περιέχει ούτε συνάγεται ότι περιέχει διάταξη για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα της ...

ιδιοκτησίας του ενάγοντος, που απαλλοτριώθηκε με την ΚΥΑ 1095388/5604/0010/26-7-1993, πλεοναστικώς αναφέρει ότι απαλλοτριώθηκε εκ νέου η ανωτέρω ιδιοκτησία του ενάγοντος - αναιρεσείοντος με την ΚΥΑ 1103062/ 6433/0010/5-10-1995 και ότι καθορίσθηκε με την 5016/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα της ως άνω ιδιοκτησίας του.

Κατά συνέπεια, με τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η πλεοναστική αιτιολογία, ότι η ... ιδιοκτησία του ενάγοντος απαλλοτριώθηκε εκ νέου με την ΚΥΑ 1103062/6433/0010/5-10-1995 και ότι καθορίσθηκε με την 5016/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματά της, δοθέντος ότι και χωρίς την πλεοναστική αυτή αιτιολογία στηρίζεται επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης, ως προς την παραδοχή της έφεσης και την απόρριψη της αγωγής, με την, μη πληττόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιολογία, δηλαδή ότι η ...

ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε με την ΚΥΑ 1095388/5604/0010/26-7-1993 των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ και ότι δεν καθορίσθηκε με την 8052/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία και μόνο επικαλείται ο ενάγων για να θεμελιώσει το αγωγικό του δικαίωμα, και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα της ... ιδιοκτησίας.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως και του ότι η ομολογία που επικαλείται ο αναιρεσείων αναφερόταν σε γεγονός που δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση (ΑΠ 25/2011). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα του από 20-6-1996 κτηματολογικού πίνακα της (δεύτερης) απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε με την ΚΥΑ 1103062/6433/0010/5-10-1995 των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, με το να δεχθεί ότι περιλαμβάνεται στον πίνακα αυτό και στην απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την ως άνω ΚΥΑ και η ...

ιδιοκτησία του. Και με τον λόγο αυτό πλήττεται η προαναφερθείσα πλεοναστική αιτιολογία, ότι δηλαδή η εν λόγω ιδιοκτησία του ενάγοντος -αναιρεσείοντος απαλλοτριώθηκε εκ νέου με την ανωτέρω ΚΥΑ και ότι καθορίσθηκε με την 5016/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματά της.

Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ειδικότερα δε ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης και συγκεκριμένα της 8052/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με το να δεχθεί ότι με την ως άνω απόφαση δεν καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των ιδιοκτησιών, που ήταν μεν άρτιες και οικοδομήσιμες, πλην όμως δεν πληρούσαν τους όρους, λόγω περιορισμού του εμβαδού τους, για να υπαχθούν στο σύστημα της ιδιωτικής πολεοδόμησης του άρθρου 29 του ν. 1947/1991, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους νόμους 2052/1992 και 2160/1993, διακρίνοντας αυτές από τις ιδιοκτησίες, που ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες κατά τις διατάξεις του π.δ.

της 24-31/5/1985 και κατέστησαν μετά την απαλλοτρίωση μη οικοδομήσιμες κατά τις ίδιες διατάξεις. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διέλαβε σε σχέση με την προαναφερθείσα 8052/1997 απόφαση τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ. 8052/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, η οριστική τιμή μονάδος για την υπ’ αριθμ. ...

ιδιοκτησία του ενάγοντος ορίσθηκε σε 16.000 δραχμές ανά τ.μ. και για την υπ’ αριθμ. ... σε 19.000 δραχμές ανά τ.μ. Με την υπ’ αριθμ. 423/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος της ένδικης αγωγής και άλλων δικαιούχων, ο ενάγων αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίσθηκε προσωρινά με την υπ’ αριθμ. 93/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας καθώς και εκείνης που τυχόν θα καθοριζόταν οριστικά από το Εφετείο Αθηνών, η οποία και καθορίσθηκε με την ανωτέρω υπ’ αριθμ. 8052/1997 απόφασή του.

Στην απόφαση αυτή ουδόλως αναφέρεται ότι ο ενάγων δικαιούται ιδιαίτερης αποζημίωσης για την κατάτμηση της υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησίας του σε δύο τμήματα εμβαδού 27.050 και 14.050 τ.μ., λόγω του ότι τα τμήματα αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν πλέον αντικείμενο ιδιωτικής πολεοδόμησης, στην οποία ο ενάγων σκόπευε να προβεί αφού προηγουμένως του μεταβίβαζε το όμορο ακίνητό της, εμβαδού 7.031,85 τ.μ., ώστε συνυπολογιζομένου και του εμβαδού της ιδιοκτησίας του (43.361 τ.μ.), να πληρούται η προϋπόθεση του ελάχιστου εμβαδού για ιδιωτική πολεοδόμηση, η Δ.

Κ. του Α., όπως είχε συμφωνήσει μαζί της με το από 15-1-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό. Στο διατακτικό της απόφασης αυτής αναφέρεται ότι καθορίζεται ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα των εδαφικών εκτάσεων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και ενώ ήταν οικοδομήσιμες κατέστησαν με την απαλλοτρίωση και την κατάτμησή τους μη οικοδομήσιμες, ενώ και στο σκεπτικό της ίδιας απόφασης αναφέρεται ότι ιδιαίτερη αποζημίωση πρέπει να καθορισθεί για τα τμήματα ακινήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, μόνον εφόσον αυτά ήσαν οικοδομήσιμα και καθίστανται με την απαλλοτρίωση και την κατάτμησή τους μη οικοδομήσιμα, δεδομένου ότι "...μόνο τα ακίνητα αυτά υφίστανται σημαντική εκ της απαλλοτριώσεως υποτίμηση..." (βλ. 20° φύλλο ως άνω, υπ’ αριθμ. 8052/1997, απόφασης).

Στην περίπτωση του ενάγοντος τα ως άνω τμήματα της ιδιοκτησίας του και μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθούν να είναι άρτια και οικοδομήσιμα και κατά συνέπεια δεν περιλαμβάνονται στις σχετικές διατάξεις περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης που ορίζει η άνω απόφαση. Η ιδιοκτησία του ενάγοντος δεν περιλαμβανόταν ούτε στις διατάξεις περί ορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης της απόφασης υπ’ αριθμ. 93/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας των απαλλοτριουμένων ορίζοντας τα ακίνητα των οποίων η αξία μειώθηκε μετά την απαλλοτρίωση με τους ειδικούς αριθμούς του κτηματολογικού πίνακα, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται τα ακίνητα του ενάγοντος και ειδικότερα το υπ’ αριθμ. ...

για τη μείωση της αξίας του οποίου ζητεί να του καταβληθεί αποζημίωση...". Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της 8052/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει, ότι για το επίμαχο ζήτημα διαλαμβάνει στο σκεπτικό τα εξής: "...ενώ πρέπει να καθορισθεί και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα ακινήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, μόνον εφόσον αυτά ήσαν οικοδομήσιμα και καθίστανται με την απαλλοτρίωση και την κατάτμησή τους μη οικοδομήσιμα, δεδομένου ότι εν όψει του συνόλου των συνθηκών που λαμβάνονται επί του προκειμένου υπόψη, μόνο τα ακίνητα αυτά υφίστανται σημαντική εκ της απαλλοτριώσεως υποτίμηση, σε ποσοστό 40% επί του ποσού της αποζημιώσεως".

Στο δε διατακτικό της το Δικαστήριο "Καθορίζει επίσης ιδιαίτερη αποζημίωση για τους αιτούντες και παρεμβαίνοντες, για τα τμήματα των εδαφικών εκτάσεων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και ενώ ήσαν οικοδομήσιμες κατέστησαν με την απαλλοτρίωση και την κατάτμησή τους μη οικοδομήσιμες, ποσού σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί του ανωτέρω ποσού της αποζημιώσεως".

Όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή της προσβαλλόμενης απόφασης και του περιεχομένου της εν λόγω 8052/1997 απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή της, αλλά, αφού την ανέγνωσε σωστά, την συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης 39/12-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 24/2011 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ