1309/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4868/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6523/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 20-10-2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1309/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Full text
Απόφαση 1309 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1309/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτρη Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4868/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6523/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 20-10-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1546/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρεί και παραπέμπει την προσβαλλόμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η 2278/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-10-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 25-11-2013 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη του δευτέρου λόγου και την αναίρεση της υπ' αριθ. 2278/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που,, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας;
που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2278/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (το οποίο δικάζοντας μετ' αναίρεση με την υπ' αριθ. 1546/2010 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, της προγενέστερης υπ' αριθ. 6523/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτότυπης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή του (αναιρεσίβλητου), ο οποίος τότε είχε κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του, κρίθηκε τελικά ο τελευταίος συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 50% και έγινε τελικά δεκτή η αγωγή του κατά ένα μέρος με την προσβαλλόμενη Εφετειακή μετ' αναίρεση απόφαση), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 23-11-2000 και περί ώρα 17.15' ο Σ.
Ξ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... IX. Φ. αυτοκίνητό του, στο οποίο επέβαινε ο ενάγων, κινείτο στη δεξιά λωρίδα της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας, με κατεύθυνση από Λαμία προς Κηφισιά. Μόλις το αυτοκίνητο έφθασε στο ύψος του 17ου χιλιομέτρου της ως άνω Εθνικής οδού, ο ενάγων ζήτησε από τον οδηγό του αυτοκινήτου να σταθμεύσει αυτό στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποβιβαστεί για σωματική του ανάγκη.
Πράγματι ο οδηγός στάθμευσε το όχημα του στο άκρο της δεξιάς λωρίδας, οπότε ο ενάγων κατέβηκε και, υπερπηδώντας τις μπάρες ασφαλείας που διαχωρίζουν τη Νέα Εθνική Οδό με τη βοηθητική παράλληλη οδό διέσχισε το χωμάτινο έρεισμα που μεσολαβεί μεταξύ της παράλληλης οδού και των μπάρων ασφαλείας και επεχείρησε να διασχίσει κάθετα την τελευταία οδό, προκειμένου να κατευθυνθεί σε παρακείμενους αγρούς.
Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ), ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο επί της ανωτέρω παράλληλης οδού, με κατεύθυνση από Κηφισιά προς Άγιο Στέφανο, με ταχύτητα 90 και (βλεπ.
την από 24-2-2001 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου στα αρμόδια όργανα του Τ.Τ. Κηφισιάς, σύμφωνα με την οποία η ταχύτητά του ήταν σύμφωνη με τα όσα ορίζονται με τις πινακίδες που βρίσκονται κατά μήκος της οδού). Η ανωτέρω οδός, είναι διπλής κατευθύνσεως, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,70 μ. και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι ενενήντα (90) χιλιόμετρα (αρθρ. 20 παρ.2 ΚΟΚ), οι δε συνθήκες φωτισμού κατά τον ανωτέρω χρόνο ήσαν επαρκείς. Μόλις ο οδηγός του ανωτέρω αυτοκινήτου έφθασε στο ύψος του 17ου χιλιομέτρου και ενώ κινείτο σε τμήμα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας λόγω αριστερής στροφής σε σχέση με την πορεία του, δεν μείωσε την ταχύτητά του κάτω από το νόμιμο ως άνω όριο, ούτε είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό που εκείνη τη στιγμή, έχοντας διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του Δ.Χ.Ε., είχε φθάσει στο μέσον της παράλληλης οδού, και να τον παρασύρει με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του, προκαλώντας σ' αυτόν σωματικές βλάβες.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του εξ' αυτού αποτελέσματος είναι τόσο ο οδηγός του ανωτέρω ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ), όσο και ο πεζός. Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγομένου οδηγού συνίσταται στο ότι αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, όπως όφειλε και μπορούσε υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, καθ' όσον δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή τροχαίου ατυχήματος και επιπλέον δε ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, μειώνοντας αυτή κάτω από το επιτρεπόμενο όριο των 90 km, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, αφού κινείτο σε τμήμα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας λόγω στροφής, που επέβαλε κατ' ανάγκη τη μείωση της ταχύτητάς του, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αντιληφθεί έγκαιρα τον ενάγοντα και να τον αποφύγει πραγματοποιώντας ασφαλή τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, αλλά να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει (αρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ).
Περαιτέρω, η αμέλεια του πεζού συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού σε σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια και ότι δεν παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων, λαμβανομένου υπόψη ότι στο τμήμα αυτό της οδού υπήρχε στροφή που περιόριζε την ορατότητα του, γεγονός που τον υποχρέωνε σε επίδειξη μεγαλύτερης προσοχής (αρθρ. 38 παρ. 4 εδαφ.
ε' ΚΟΚ). Το γεγονός ότι ο πεζός υπερπήδησε τις μπάρες ασφαλείας που διαχωρίζουν τη Νέα Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας και τον παρακείμενο παράδρομο, προκειμένου να εισέλθει σ' αυτόν, δε συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και δεν μπορεί να θεμελιώσει περαιτέρω παράβαση εκ μέρους του και της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 του ΚΟΚ, αφού τα εμπόδια αυτά στο σημείο εκείνο, αλλά και σε όλο το μήκος της Νέας Εθνικής Οδού έχουν τοποθετηθεί προκειμένου να απαγορεύουν την είσοδο των πεζών στην αποκλεισμένη επιφάνεια της Νέας Εθνικής Οδού και όχι του παράδρομου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω περιστατικά, για το ένδικο ατύχημα, το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τους ανωτέρω διαδίκους, οδηγό και πεζό ανέρχεται σε 50% για τον καθένα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί των ως άνω συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, της συμπεριφοράς των εμπλεκομένων σ' αυτό οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και πεζού και του είδους και του βαθμού της αμέλειας εκάστου, διαμορφώθηκε - λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής καθώς και τις συνήθειες που επικρατούν σε παρόμοιες περιπτώσεις, καθώς και από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα της από 25-11-200 έκθεσης αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Ερυθραίας, που συντάχθηκε από τον αρχιφύλακα Α.
Φ. και του συνοδεύοντος αυτή προχείρου σχεδιαγράμματος, στο οποίο αποτυπώνεται η πορεία του αυτοκινήτου και του πεζού. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πεζός, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος κατ' ουσίαν".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο Αθηνών δικάζοντας μετα' αναίρεση με τις προαναφερθείσες συνθήκες δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο αναιρεσίβλητος υπαίτιος αποκλειστικά του ένδικου τραυματισμού του, έκρινε τελικά τον ασφαλισμένο οδηγό στην αναιρεσείουσα, συνυπαίτιο του τραυματισμού του και δέχθηκε την αγωγή του κατά ένα μέρος, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ούτε με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 33, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα του οδηγού την ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η αναιρεσείουσα στον ένδικο τραυματισμό και η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητας του ίδιου οδηγού στον ένδικο τραυματισμό.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. και αλυσιτελώς από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, κρίνονται βάσιμα. Ειδικότερα δεν δικαιολογεί κατά την απόδοση ευθύνης συνυπαιτιότητας στον οδηγό του αυτοκινήτου, που κάλυπτε ασφαλιστικά η αναιρεσείουσα, εάν αυτός μπορούσε να προβλέψει την εμφάνιση και κίνηση κάθετα στην πορεία του πεζού προερχόμενου από την υπερκείμενη νέα εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, όταν μεταξύ των δύο οδών υπήρχε μπάρα ασφαλείας που απέκλειε την πρόσβαση πεζού από τη νέα εθνική οδό προς την βοηθητική παράλληλη οδό όπου εκινείτο το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, ύστερα μάλιστα και από υπερπήδηση ανεπίτρεπτη της πιο πάνω μπάρας, όσο και διάσχιση του κατωφερούς χωμάτινου ερείσματος που υπάρχει μεταξύ των δύο οδών.
Περαιτέρω, ενώ το Εφετείο για τη θεμελίωση της συνυπαιτιότητας του ίδιου οδηγού δέχεται ότι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον αναιρεσίβλητο πεζό, που εκείνη τη στιγμή έχοντας διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας (πλάτους 3,85 μέτρων) με κατεύθυνση από δεξιά προς τα' αριστερά σε σχέση με την πορεία του, είχε φθάσει στο μέσο της παράλληλης προς την εθνική οδό, με αποτέλεσμα χωρίς να ενεργήσει ούτε αποφευκτικό ελιγμό να τον παρασύρει με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του, εμφανίζει με τις παραδοχές αυτές λογικά κενά και αντιφάσεις που δεν δικαιολογούν επαρκώς το καταληκτικό συμπέρασμα για την ύπαρξη συνυπαιτιότητας, εφ' όσον, εάν πράγματι ο αναιρεσίβλητος πεζός είχε διασχίσει όλο το πλάτος του ρεύματος πορείας που εκινείτο το αυτοκίνητο που τον παρέσυρε και δεν διαλαμβάνεται η παραδοχή στην προσβαλλόμενη ότι το ίδιο αυτοκίνητο δεν εκινείτο κανονικά στο δεξιό του ρεύματος πορείας του, τότε ο αναιρεσίβλητος πεζός κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας που αιτιολογούν την αναγκαία αιτιώδη συνάφεια, θα είχε παρασυρθεί με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, και όχι με το εμπρόσθιο δεξιό φτερό του αυτοκινήτου, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, αλλά και προέκυψε από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης.
Επίσης, ενώ συνδέει τη διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα του οδηγού με το γεγονός ότι από έλλειψη της προσοχής του δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον αναιρεσίβλητο πεζό κατά το χρόνο που είχε διασχίσει κάθετα από δεξιά προς τ' αριστερά όλο το προαναφερθέν ρεύμα πορείας του, και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό, δεν διευκρινίζει, ούτε από ποια απόσταση αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ο ίδιος οδηγός τον αναιρεσίβλητο πεζό, αλλά και από ποια απόσταση μπορούσε έγκαιρα με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν (έξοδος του αυτοκινήτου από αριστερή στροφή) ν' αντιληφθεί για πρώτη φορά τον πεζό, ώστε να τον αποφύγει ασφαλώς με έγκαιρη τροχοπέδηση, ενώ παράλληλα δεν διευκρινίζονται ούτε οι κυκλοφοριακές συνθήκες, για να κριθεί εάν ο ίδιος οδηγός ασφαλώς και έγκαιρα μπορούσε ν' αποφύγει τον πεζό με αποφευκτικό προς τ' αριστερά ελιγμό και είσοδο στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και να παραπεμφθεί για περαιτέρω έρευνα κατ' ουσίαν σε ιδιαίτερη συζήτηση του ίδιου τμήματος, ώστε να τηρηθεί η αναγκαία προδικασία της διάταξης του άρθρου 524 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ, διαφοροποιούμενη από την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθρο 580 παρ. 3 τελ. Εδ. του Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στον καταθέσαντα έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2278/2013 απόφαση του εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση κατ' ουσίαν στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου (με αριθ. 4500648 διπλοτ.), που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30-5-2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12-6-2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ