Supreme Court dismisses appeal claiming bank distorted evidence regarding contract signing fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected an appeal filed by a debtor against a bank's judgment regarding a mutual credit account contract. The appellant argued the lower court distorted evidence and ignored documents proving he signed under duress or fraud. The court held that the appellate court's evaluation of evidence and rejection of the fraud claim were within its discretion and did not constitute a distortion of the record.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 11γ' of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of evidence is inadmissible unless the lower court's decision relies exclusively on documents that were actually distorted or contradicts the document's content with a manifestly different factual scenario.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1309 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1309/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του,στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (πρώην AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ) και το διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 28-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση για υπόθεση ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος κατά διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ των διαδίκων.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003).
Πρέπει δε, η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχτηκε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν, όμως, το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 686/2005). Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικού περιστατικού από εκείνα, που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005).
Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ότι ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (σχ. Ολ.ΑΠ 1/1999). Εδώ, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 44/17-2-1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, δεχθείσα, πως αυτός (αναιρεσείων), σύμφωνα με όσα αναφέρονται σ' αυτή, συναίνεσε να εγγραφεί προσημείωση σε ακίνητά του υπέρ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της, από τη λειτουργία και το κλείσιμο της σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό (αρχικής και πρόσθετης) και όχι μόνο της αρχικής, όπως ο αναιρεσείων προβάλλει.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, πως η απόφαση δεν μνημόνευσε πως η προσημείωση δόθηκε στο 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου του, και όχι και για άλλα ακίνητά του. Όμως, υπό τα προεκτεθέντα: Δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά για στήριξη των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, περί της μη πλάνης του αναιρεσείοντος, κατά την υπογραφή, από μέρους του, ως εγγυητού της πιο πάνω σύμβασης, στο σύνολό της.
Το ότι στην απόφαση αναφέρεται προσημείωση σε "ακίνητα", και όχι σε "ακίνητο" ή ποσοστό αυτού, δεν συνιστά παραμόρφωση εγγράφου, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Τούτο δε διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, την ουσιαστική για την υπόθεση, κρίση του, εξήγαγε, όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, αλλά και από άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, άλλες δικαστικές αποφάσεις μετά των οικείων πρακτικών τους, έγγραφα, ενόρκουςς βεβαιώσεις), τα οποία και συνεκτίμησε.
Άρα, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, την οποία καθορίζει, δεσμευτικά, για το δικαστήριο, ο νόμος (ΑΠ 150/2003, ΑΠ 30/2005, ΑΠ 189/2006, ΑΠ 540/2006). Δεν ιδρύεται, όμως, αν το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα, ισοδύναμα, κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1225/2002, ΑΠ 30/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση και υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου στην ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, "για τα γεγονότα που βεβαιώνει, όπως η παροχή προσημείωσης ... στο 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου και μόνο για 13.000.000 δραχμές" Ο λόγος αυτός (δεύτερος) είναι αβάσιμος, διότι - όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει - το Εφετείο δεν προσέβλεψε στο ακριβές περιεχόμενο της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά καθ' εαυτό στο γεγονός, ότι ο αναιρεσείων παρέσχε την συναίνεσή του για την εγγραφή προσημείωσης.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 α' και γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που, αυτεπαγγέλτως, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο (αρθρ. 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που ανάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., βλ.
Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 337/1998). Αυτά είναι δυνατόν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης, μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004), ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό που εφαρμόζεται, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες βλ.
και ΑΠ 821/2007, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν η έλλειψη του νομικού συλλογισμού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995).
Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι, εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση.
Ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστού, που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 32/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στην υπ' αριθμ. 31/2004 έκθεση αυτού ..., από όλες τις επικαλούμενες και νομίμως προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις μετά των οικείων πρακτικών τους, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν αυτοί (οι διάδικοι), μερικά των οποίων αναφέρονται κατωτέρω, η γνησιότητα των οποίων (επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων) δεν αμφισβητείται και τέλος από όλες ανεξαιρέτως τις επικαλούμενες και νομίμως προσκομιζόμενες υπ' αυτών (διαδίκων) ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ τους και χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα εξής:
Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../22-5-1996 συμβάσεως, που καταρτίσθηκε στην Σπάρτη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ..."ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", και του Δ. Κ. ..., η πρώτη χορήγησε στον δεύτερο πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 30.000.000 δραχμών ... Στις 10-2-1997 (ημέρα της εβδομάδος Δευτέρα ...) δυνάμει της υπ' αριθμ. .../10-2-1997 προσθέτου συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων ..., το ποσό της πιστώσεως αυξήθηκε σε εκείνο των 40.000.000 δραχμών.
Την καταβολή δε του ποσού αυτού και του καταλοίπου εκ του κλεισίματος της συμβάσεως αυτής εγγυήθησαν ως πρωτοφειλέτες αφ' ενός μεν οι ... εγγυητές Ν. Η. Κ. και Κ. Η. Κ. και επίσης ο εν προκειμένω διάδικος και ανακόπτων Δ. Χ. ..., δυνάμει σχετικής συμβάσεως, που ενεσωματώθη στο έγγραφο της προσθέτου αυτής συμβάσεως και υπεγράφη και υπό του τελευταίου τούτου (ανακόπτοντος).
Εκτός δε αυτού και με την από 10-2-1997 δήλωση τους προς την πιστοδότρια τράπεζα οι ως άνω εγγυητές, και μεταξύ αυτών και ο ανακόπτων, δήλωσαν εγγράφως ότι εγγυώνται ως πρωτοφειλέτες την καταβολή προς σ' αυτήν (πιστοδότρια τράπεζα) οποιουδήποτε καταλοίπου ήθελε προκύψει από την λειτουργία και το κλείσιμο δια καταγγελίας υπό της τελευταίας της εν λόγω συμβάσεως (αρχικής και προσθέτου).
Διότι δε ο ως άνω πιστούχος δεν εξεπλήρωσε τις εκ των ανωτέρω συμβάσεων, αρχικής και προσθέτου, υποχρεώσεις του, στις 18-11-1998 η πιστοδότρια τράπεζα, ως είχε, με βάση τις συμβάσεις αυτές, δικαίωμα, κατήγγειλε την σύμβαση και έκλεισε τον λογαριασμό, ο οποίος ... της ενεφάνισε κατάλοιπο, μη αμφισβητούμενο, 41.645.059 δραχμών.
Το γεγονός αυτό γνωστοποίησε στον πιστούχο και στους εγγυητές και ζήτησε την βάσει των ως άνω συμβάσεων καταβολή του εν λόγω καταλοίπου. Επειδή, όμως οι ως άνω οφειλέτες και μεταξύ αυτών και ο ανακόπτων ως εγγυητής δεν έστερξαν στην καταβολή του, η πιστοδότρια τράπεζα ζήτησε και με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις έλαβε την υπ' αριθμ. 159/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποίαν οι ανωτέρω πιστολήπτης και εγγυητές και μεταξύ αυτών και ο ανακόπτων υπό την ιδιότητα του εγγυηθέντος ως αυτοφειλέτη, υπεχρεώθησαν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ανωτέρω τράπεζα το συνολικό ποσό των 41.645.059 δραχμών, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων...
Μετά τούτο και αφού η πιστοδότρια τράπεζα του επέδωσε για δεύτερη φορά την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, ο ως άνω εγγυητής άσκησε παραδεκτώς (Κ.Πολ.Δ. 633 παρ.2) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης την ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποίαν η ανακοπή αυτή, κατά τα εκτεθέντα, έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής.
Ειδικότερον με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση έγινε δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο μόνος λόγος ανακοπής, με τον οποίον ο ανακόπτων ισχυρίζετο ότι η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι ο ίδιος ουδέποτε εγγυήθηκε την καταβολή του καταλοίπου των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων (αρχικής και προσθέτου) μεταξύ της πιστοδότριας τραπέζης και του πιστολήπτη, η δε υπ' αυτού υπογραφή της ως άνω συμβάσεως εγγυήσεως εγένετο ενώ ευρίσκετο σε πλάνη, ένεκα της οποίας υπέγραψε το έγγραφο, που του ενεφάνισε ο τότε διευθυντής του υποκαταστήματος Σπάρτης της πιστοδότριας τράπεζας ...
και ήταν λευκό κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, υπολαμβάνοντας ότι αφορά άλλη σύμβαση και ειδικότερα το υπέγραψε πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του διευθυντού τούτου ότι, αφορά την παροχή υπ' αυτού εγγυήσεως στην πιστοδότρια τράπεζα για την καλή λειτουργία της υπ' αριθμ. .../1997 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 40.000.000 δραχμών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πιστοδοτρίας τραπέζης και της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Μ.
Σ. - Μ. Χ. ΟΕ", στην οποίαν μετείχε ως ομόρρυθμος εταίρος η σύζυγος του (ανακόπτοντος) Μ. Χ., και όχι την παροχή εγγυήσεως υπέρ του Δ. Η. Κ.. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι είναι ουσία βάσιμος και τούτο ανεξαρτήτως του ακριβούς χρόνου καταρτίσεως της ως άνω υπ' αριθμ. .../1997 συμβάσεως μεταξύ της πιστοδοτρίας τραπέζης και της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Μ.
Σ.-Μ.Χ. ΟΕ" και της αποδεικνυομένης μη υπογραφής αυτής υπό τούτου. Αντιθέτως αποδεικνύεται, ότι ο ανακόπτων εγνώριζε ότι υπογράφει την ανωτέρω επίδικη σύμβαση εγγυήσεως, βάσει της οποίας υποχρεούται στην καταβολή του δια της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής επιτασσομένου να πληρώσει χρηματικού ποσού.
Η τοιαύτη κρίση στηρίζεται στα εξής, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνυόμενα, πραγματικά περιστατικά: α) Ο ανακόπτων, όντας ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Μ. - Δ. Χ. και ΣΙΑ ΟΕ", που είχε αντικείμενο την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής και αντιμετωπίζουν περί τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 1996 έντονη οικονομική δυσχέρεια, με παρέμβαση του ως άνω Δ.
Η. Κ. ήλθε σε επαφή με τον τότε διευθυντή του υποκαταστήματος Σπάρτης της καθ' ης Ν. Κ., οποίος του συνέστησε να συνάψει τόσον ο ίδιος (ο ανακόπτων) όσον και η προαναφερομένη εταιρεία "Μ. Σ. - Μ. Χ. ΟΕ", στην οποίαν, όπως προαναφέρεται, μετείχε ως ομόρρυθμος εταίρος η σύζυγος του (ανακόπτοντος) Μ. Χ., δύο συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με την τράπεζα αυτή, παραχωρώντας προς εξασφάλισή της προσημείωση υποθήκης εφ' όλων των ακινήτων του, ώστε έτσι να μπορεί να προβαίνει σε εκταμίευση χρηματικών ποσών προς αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών του.
Πράγματι στις 9-1-1997 καταρτίσθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθ' ης η ανακοπή η υπ' αριθμ. .../9-1-1997 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία παραχώρησε στον πρώτο πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 10.000.000 δραχμών. Την δε καλή λειτουργία αυτής και την καταβολή του καταλοίπου, που τυχόν ήθελε προκύψει, εγγυήθηκε, δυνάμει ενσωματωθείσης στην σύμβαση αυτή άλλης σχετικής συμβάσεως μεταξύ αυτού και της πιστοδοτρίας τραπέζης, ο ως άνω Δ.
Κ. του Η.. Στις δε 10-2-1997 η ανωτέρω πίστωση με νέα -πρόσθετη- σύμβαση αυξήθηκε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών, επίσης υπό την εγγύηση του προαναφερομένου εγγυητού. Αποδεικνυομένου επομένως εκ τούτων ότι ο ανακόπτων και ο εν λόγω Δ. Η. Κ. είχαν σχέσεις και ο ένας διευκόλυνε τον άλλον στις οικονομικές του δραστηριότητες, β) Ο ανακόπτων αυτοπροσώπως παραστάς στις 17-2-1997 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, συνήνεσε ρητώς και δυνάμει της υπ' αριθμ. 44/17-2-1997 αποφάσεως του τελευταίου τούτου δικαστηρίου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης σε ακίνητα του, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της καθ' ης από την λειτουργία και το κλείσιμο της προαναφερόμενης συμβάσεως, αρχικής και προσθέτου (και όχι μόνον αρχικής όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται ότι αναφέρεται στην απόφαση αυτή), πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συναφθεί μεταξύ της τελευταίας (καθ' ης τραπέζης) και του Δ.
Η. Κ., για την οποίαν ο ίδιος είχε εγγυηθεί, όπως προαναφέρεται. Εάν πράγματι όμως ο ανακόπτων δεν είχε παράσχει την εγγύηση αυτή οπωσδήποτε θα ηρνείτο την παροχή της τοιαύτης συναινέσεως του. Εκ τούτων, συνδυαζόμενων προς την συναγόμενη εκ της ειρημένης επαγγελματικής δραστηριότητος του πείρα και γνώση του, αποδεικνύεται ότι είχε σαφή γνώση και αντίληψη της παροχής υπ' αυτού της εν λόγω εγγυήσεως υπέρ του ανωτέρω Δ.
Κ. και απεδέχετο αυτήν, όπως και αυτός (Δ. Κ.), κατά τα εκτεθέντα, είχε πράξει προηγουμένως για τον ίδιον, γ) Ο ανακόπτων αυτοπροσώπως παραστάς στις 12-2-1997 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, συνήνεσε ρητώς και δυνάμει της υπ' αριθμ. 39/12-2-1997 αποφάσεως του τελευταίου τούτου δικαστηρίου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης στα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ακίνητα του, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της καθ' ης από την λειτουργία και το κλείσιμο της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. .../12-2-1997 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συναφθεί μεταξύ της τελευταίας (καθ' ης τραπέζης) και της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Μ.Σ. - Μ.Χ.
ΟΕ", για την οποίαν ο ίδιος είχε εγγυηθεί, όπως προαναφέρεται. Συνάγεται δ' εκ τούτου ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο ο ανακόπτων εγνώριζε και απεδέχετο την παροχή υπ' αυτού εγγυήσεως προς εξασφάλιση της αντιδίκου του εκ της αμέσως προειρημένης αιτίας. Η δε μη υπογραφή υπ' αυτού της για την ανωτέρω δανειακή σύμβαση σχετικής συμβάσεως παροχής υπ' αυτού εγγυήσεως, δεν μπορεί άνευ άλλου τινός, να οδηγήσει σε κρίση ότι ενώ η θέληση και η βούληση του ήταν να παράσχει εγγύηση υπέρ της ανωτέρω εταιρείας της συζύγου του, εν τούτοις πλανηθείς ή εξαπατηθείς κλπ από τους αρμοδίους υπαλλήλους της καθ' ης η ανακοπή τραπέζης παρέσχε εγγύηση για τον ανωτέρω Δ.
Κ., υπογράφοντας άλλα αντί άλλων έγγραφα, αφού με την εκδοχή αυτή είναι αδικαιολόγητη η συναίνεση του για την προσημείωση υποθήκης που διατάχθηκε με την υπ' αριθ. 44/1997 απόφαση του Μον.Πρ.Σπάρτης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, αφού δεν αποδεικνύεται ο μόνος ως άνω λόγος ανακοπής, η τελευταία είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα ...".
Με τις παραπάνω, παραδοχές: Α) Το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τεκμήριο ανύπαρκτο, δηλαδή, δεν εξήγαγε, από το γεγονός της πιο πάνω απόφασης για προσημείωση υποθήκης σε "ακίνητα" αντί σε "ακίνητο", και μάλιστα σε εξ αδιαιρέτου τμήμα αυτού, ανεπίτρεπτο αποδεικτικό πόρισμα, για την μη ύπαρξη πλάνης του, ως προς την υπογραφή, από μέρους του, της σύμβασης εγγύησης, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.
Β) Στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς αναφέρεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν την εισηγητική έκθεση στην οποία περιέχονται (και) οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με πρόταση του αναιρεσείοντος. Επομένως, αβασίμως υποστηρίζεται από αυτόν το αντίθετο με τον έκτο αναιρετικό λόγο. Γ) Ωσαύτως, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γίνεται μνεία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη (και) "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι".
Εξ αυτού και σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και τα φερόμενα, με τον έβδομο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' Κ.Πολ.Δ.) λόγο, ως αγνοηθέντα δύο έγγραφα του αναιρεσείοντος. Δ) Με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την αβασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι υπέγραψε την ένδικη σύμβαση ως εγγυητής λόγω πλάνης που προκλήθηκε σ' αυτόν από τον "εκπρόσωπο" της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.
Έτσι, καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άρθρων 140, 141 και 147 Α.Κ. Εξάλλου το ότι η απόφαση δεν έχει μείζονα πρόταση δεν συνιστά αναιρετικό λόγο (ΑΠ 21/2000, ΑΠ 353/2004), όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Σημειώνεται: (1) Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ρητά, πως δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, για ύπαρξη πλάνης του, όσον αφορά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης.
Πρόδηλα δε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό, με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες, το ότι δεν διέλαβε τις αιτιολογίες που ο αναιρεσείων θεωρεί πως έπρεπε να διελάβει (αν υπέγραψε σε κενό έγγραφο, αυτό συμπληρώθηκε εκ των υστέρων), δεν συνιστά παραδοχή. 2) Ότι το γεγονός, ότι το Εφετείο, δεν αναφέρθηκε, αναλυτικά, στις συνθήκες υπογραφής της ένδικης σύμβασης, στον τρόπο που συντάχθηκαν τα επίμαχα έγγραφα, αν ο αναιρεσείων υπέγραψε σε κενό έγγραφο, αν υπήρχαν δύο διαφορετικές γραμματοσειρές, αν δεν αρκεί η μνεία των παραδοχών της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά έπρεπε το Εφετείο να επανέλθει σχετικά, και όχι απλά να τους αντικρούσει, για τις ακριβείς συνθήκες της υπογραφής του, για την ύπαρξη ή μη "μεθόδευσης", από τους υπεύθυνους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αν το Εφετείο, προσδίδει διαφορετική έννοια και εκτίμηση σε ισχυρισμούς και γεγονότα, από αυτή που ο αναιρεσείων εκτιμά, πως είναι ορθή, δε συνιστά προφανώς, αντίθετη αξιολόγηση, των ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τέταρτος και όγδοος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω διατάξεων. Αβάσιμος είναι, επίσης, υπό τα προεκτεθέντα, ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον (ουσιώδη) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αυτός επλανήθη (κατόπιν απάτης) κατά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης.
Τέλος, ο ένατος αναιρετικός λόγος σύμφωνα με τον οποίο "ένεκα της αντιφατικότητας των ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτου, αυτά (ισχυρισμοί της) δέον όπως απορριφθούν... προεχόντως ως απαράδεκτοι", προβάλλεται εντελώς αόριστα, αφού δεν είναι σαφές, ποιο νομικό σφάλμα αποδίδεται δι' αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση. Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της η αναίρεση, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/6/2009 αναίρεση του Δ. Χ. Χ. κατά της με αριθμό 267/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ