1309/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3329/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/6/2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1309/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 99 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1309 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1309/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. χήρας Σ. Π., το γένος Ι. Ν., 2) Ά. Π. του Σ., 3) Δ.-Φ. Π. του Σ., 4) Δ. Π. του Σ., 5) Σ. Π. του Σ., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης μητρός της Ε. συζύγου Σ. Π., κατοίκων ..., 6) Η. Π. του Σ., για τον εαυτό του ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης μητρός του Ε. συζύγου Σ. Π., κατοίκου ..., 7) Ι. Ν. του Ν., 8) Δ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χατζηεμμανουήλ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3329/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/6/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1/10/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ.1 του Κώδ. Περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά τη διάταξη του άρθρ.92 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρ. 95 παρ.2 εδ.
α' του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του Εισ.ΝΚΠολΔ και συνεπώς επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως , σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ. 1 και 681 ΚΠολΔικ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔικ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 100/2005).
Σημειωτέον, ότι μόνο κατ' εξαίρεση η περί εργολαβίας δίκης συμφωνία πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρ. 92 του Κωδ. περί Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που πρόκειται για διαφορές από μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο μη ληφθείσης αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης και εν γένει κάθε απαίτηση αναγομένη στην εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών.
Επίσης, η τυχόν εγγράφως καταρτισθείσα συμφωνία δεν καθίσταται άκυρη αν δεν θεωρηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ, κατ' άρθρ. 8 παρ.1 β του Ν. 1882/90, διότι η ρύθμιση της διατάξεως αυτής, που θεσπίσθηκε για την περιστολή της φοροδιαφυγής, δεν αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 671 παρ.1α του ΚΠολΔ, η οποία ως ειδικότερη διάταξη ρυθμίζει το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων στην ειδική αυτή διαδικασία, επομένως και τη μη θεωρημένη από την αρμόδια ΔΟΥ σύμβαση εργολαβίας δίκης.
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 του Εισ.
Ν ΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τη δαπάνη που αυτός πραγματοποίησε προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση της, καθώς και την υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του ίδιου Κώδικα αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του. Το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο και να αφαιρέσει από αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τα άρθρα 167 και 724 του ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δηλαδή βουλήσεως, με την περιέλευσή της δε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται επέρχεται η λύση της εντολής.
Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο εκτιμώντας εκτός των άλλων τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τα λοιπά μέσα αποδείξεως που αναφέρει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι εν ενεργεία δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Στα πλαίσια του λειτουργήματος του, στις 2-10-1995, στη Θεσσαλονίκη, συνήψε με τους εναγομένους, όπως οι δεύτερος μέχρι και την όγδοη εκπροσωπήθηκαν από την πρώτη εξ αυτών, σύμβαση εργολαβίας δίκης, με την οποία έλαβε την εντολή να διεξαγάγει δίκη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." μέχρι τελεσιδικίας και να επιτύχει τη δικαστική αναγνώριση και τη διεκδίκηση αποζημίωσης για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιπλέον δε για τους τρεις πρώτους εξ αυτών και αποστέρησης διατροφής, που υπέστησαν συνεπεία του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος του Σ.
Π., συζύγου της πρώτης, πατρός του δεύτερου και της τρίτης, υιού της τέταρτης, ανιψιού της πέμπτης και του έκτου και γαμβρού του έβδομου και της όγδοης εξ αυτών, που συνέβη στις 14-9-1992 στις εγκαταστάσεις της ανώνυμης εταιρίας ΕΚΟ ΑΕ του υποσταθμού της στον Άγρα Πτολεμαΐδας. Κατά το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, ως αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε ποσοστό 20% επί του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) ποσού (κεφαλαίου και τόκων), την αμοιβή δε αυτή θα ελάμβανε ο εντολοδόχος και σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.
Ο παραπάνω όρος για την αμοιβή του ενάγοντος, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχούς εκτέλεσης της εντολής που του είχε ανατεθεί, δηλαδή της επιδίκασης τελεσιδίκως αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης και λόγω στέρησης διατροφής για την παραπάνω αιτία, σε κάθε εναγόμενο, σε περίπτωση δε μη επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης συμφωνήθηκε ότι δεν θα δικαιούταν αμοιβή.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι όλα τα έξοδα της δίκης θα αναλάμβανε ο ενάγων, με την επιπρόσθετη όμως συμφωνία ότι δεν θα προέβαινε στην καταβολή των αναλογούντων στο αντικείμενο της τελών δικαστικού ενσήμου και το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής που θα ασκούσε για λογαριασμό τους, θα το μετέτρεπαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο σε αναγνωριστικό.
Επειδή δε ο ενάγων ανέλαβε τα έξοδα της δίκης, συμφωνήθηκε να λάβει και τα τυχόν επιδικασθησόμενα στους εναγομένους δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας". Επίσης το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι αρνούνται τη σύναψη σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ αυτών και του ενάγοντος και επικουρικά ισχυρίζονται ότι και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι συνήφθη προφορικά τέτοια σύμβαση αυτή είναι άκυρη γιατί δεν καταρτίστηκε εγγράφως ούτε και θεωρήθηκε εμπρόθεσμα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 8 παρ. 1 εδ.
β. τελ. περίπτ. του ν. 1882/1990. Ο επικουρικός ισχυρισμός των εναγομένων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος". Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεχθείσα ότι η έλλειψη εγγράφου τύπου για τη σύναψη εργολαβίας δίκης μπορεί να αναπληρωθεί με καταθέσεις μαρτύρων έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, δηλαδή του άρθρου 95 παρ. 2 εδ.
α' του Κώδικα περί Δικηγόρων, αλλά και του άρθρου 8 του Ν. 1882/1990" και ότι η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με αρ. 8, 11, 12 και 19 του ίδιου άρθρου. Με το λόγο αυτόν αναιρέσεως εκτιμώμενο ότι υπό την επίκληση του άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι καταρτίσθηκε εγκύρως σύμβαση εργολαβίας δίκης χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και σχετική θεώρηση του σχετικού εγγράφου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 8 του ν. 1882/90.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν στοιχειοθετούνται οι ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες επί παραβάσεως δικονομικών διατάξεων. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔικ. είναι αβάσιμος, γιατί το Δικαστήριο έλαβε στην προκειμένη περίπτωση επιτρεπτά μέσα αποδείξεως της συμφωνίας εργολαβίας δίκης, όπως είναι οι μάρτυρες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι λόγω της φύσεως της διαφοράς, που αφορά επιδίκαση λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών θανόντος συνεπεία εργατικού ατυχήματος, δεν συνέτρεχε λόγος καταρτίσεως έγγραφης συμφωνίας εργολαβίας δίκης κατ' άρθρο 92 παρ. 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ουδέ επιβαλλόταν για την εγκυρότητά της η κατ' αρθρ. 8 παρ.1 β του Ν. 1882/90 θεώρηση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη του από τους αριθμούς 8, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος και ειδικότερα: α) ο από τον αριθμό 8, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ο αυτοτελής ισχυρισμός (πράγμα) που προτάθηκε παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας και δεν λήφθηκε υπόψη ή που αν και δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο λήφθηκε παρά το νόμο υπόψη, β) ο από τον αριθμό 12 διότι δεν αναφέρονται ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποιά η αποδεικτική δύναμη, που αποδόθηκε σε αυτά από το Εφετείο, διαφορετική από εκείνη, που τους προσδιορίζει ο νόμος και γ) ο από το άρθρο 19, λόγω επίσης της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου.
Ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση), όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα και αν ο τελευταίος ήταν ο εκκαλών, πρέπει αυτός να εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του που θεμελιώνει το λόγο υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 525/1993), διαφορετικά, αν δηλαδή στο αναιρετήριο δεν αναγράφεται ότι τα "πράγματα" προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστος και απορριπτέος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν, κατ' επίκληση παραβιάσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ήτοι την υπ' αριθμ. 5334/7-2-95 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την 17047/95 απορριπτική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Ο λόγος όμως αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας, του είναι αβάσιμος, διότι τα ως άνω έγγραφα δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί. Ομοίως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου.
O από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 439 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Εξάλλου, έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔικ ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων, που έγιναν πριν από τη δίκη ή και ανεξάρτητα από αυτήν. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως δεν θεωρούνται έγγραφα οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Χ. Γ., χωρίς να αναφέρουν ενώπιον ποίου (Ειρηνοδίκη ή Συμβ/φου) δόθηκε. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας, του είναι αβάσιμος, διότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση των Ν. χήρας Σ. Π. κλπ. για αναίρεση της 428/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ