1309/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1309/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση με βάση την ανακοπτόμενη από 27.11.2000 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της 6857/1996 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφορά αποζημίωσή του από τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 12.3.1993 και στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1309 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1309/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατσαφάρου-Χιντζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κατινιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2037/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3664/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 19-10-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 12-4-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού του ήδη Αντιπροέδρου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 933 παρ. 3 ΚΠολΔικ. αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 330. Κατά το τελευταίο τούτο άρθρο 330 ΚΠολΔικ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, από δε τις τελευταίες εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 933 ΚΠολΔικ, συνάγεται, ότι, στην περίπτωση που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις του ανακόπτοντος που αναφέρονται στην απαίτηση, προς ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, όπως είναι και αυτές που αναφέρονται στην απόσβεσή της, είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔικ., το οποίο εκτείνεται και στις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η εκτελούμενη απόφαση, εκτός από εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή.
Το δεδικασμένο δεν εκτείνεται στις μη προταθείσες ενστάσεις που δεν μπορούσαν να προταθούν, γιατί τα πραγματικά περιστατικά τα οποία τις θεμελιώνουν προέκυψαν το πρώτον μεταγενέστερα και επομένως δεν ισχύει γι'αυτές το εκ του άρθρου 933 παρ. 3 ΚΠολΔικ. απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 και 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή και του καταλαμβάνοντος τη θέση τούτου Επικουρικού Κεφαλαίου, παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ. η παραγραφή διακόπτεται δια της εγέρσεως της αγωγής και η διακοπείσα αυτή παραγραφή αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που έχει εφαρμογή και επί της ανωτέρω αξιώσεως, συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με έγερση αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής προς τη διακοπείσα, αρχίζει ανεξαρτήτως του είδους αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από της αγωγής, διακόπτεται δε με κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αρχίζει νέα τοιαύτη, ισόχρονη προς τη διακοπείσα, από τη νέα διαδικαστική πράξη και δύναται να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή χωρίς να μεσολαβήσει κάποια διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής πριν ή τελεσιδίκως περατωθεί η δίκη.
Εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή, στην οποία αυτή υπόκειται, δύναται να συμπληρωθεί και όταν απρακτούν οι διάδικοι, χωρίς όμως εξαιτίας τούτου να συνάγεται ότι χωρεί αναστολή της παραγραφής αυτής από τη λήξη της επιδικίας, δηλαδή από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης και μέχρις ότου αρχίσει νέα δίκη δι' ασκήσεως ενδίκου μέσου, αφού ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 261 ΑΚ.
την ύπαρξη επιδικίας. (ΑΠ ολομ. 1143/1983, ΑΠ 1130/1996). Μόνο αν η αξίωση βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό υπόκειται, κατά το άρθρο 268 ΑΚ, σε εικοσαετή παραγραφή και αν ακόμη η αξίωση αυτή, καθεαυτή, υπέκειτο σε βραχύτερη παραγραφή, εξαιρουμένων των αξιώσεων που αφορούν περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές, οι οποίες υπόκεινται στην βραχύτερη παραγραφή και μετά τη βεβαίωσή τους με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό.
Εκ τούτων συνάγεται ότι η προθεσμία προς άσκηση ενδίκων μέσων δεν επηρεάζει την παραγραφή της αξιώσεως, η δε παραγραφή εξακολουθεί να διέπεται από τις περί αυτής ως άνω διατάξεις και δεν συναρτάται προς το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ ολομ. 1143/1983, ΑΠ 1130/1996). Έτσι, ειδικότερα, εφόσον από τη δημοσίευση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, με την οποία αναγνωρίσθηκε και επιδικάσθηκε η δι' αγωγής ασκηθείσα αξίωση προς αποζημίωση του τρίτου ζημιωθέντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή ή του αντ' αυτού Επικουρικού Κεφαλαίου, παρήλθε η από το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976 οριζόμενη διετία χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, συμπληρώθηκε η διετής παραγραφή της αξιώσεως αυτής, χωρίς να την επηρεάζει η τρέχουσα και μη συμπληρωθείσα τριετής, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔικ., προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως ή η μετά τη συμπλήρωση της διετούς αυτής παραγραφής επίδοση της ως άνω οριστικής απόφασης.
Επομένως στην περίπτωση αυτή η παραπάνω αξίωση υποκύπτει στη διετή παραγραφή πριν ή καταστεί τελεσίδικη η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ο δε ασφαλιστής ή το Επικουρικό Κεφάλαιο κατά του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση μετά την, δια παρελεύσεως απράκτου της τριετούς προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, τελεσιδικία αυτής και με εκτελεστό τίτλο αυτή, παραδεκτώς δύναται να προτείνει ως λόγον ανακοπής την απόσβεση της απαιτήσεως δια παραγραφής, αφού η ένσταση αυτή, μη δυναμένη, ως οψιγενής, να προταθεί στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η εκτελούμενη απόφαση, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της επιταγής προς πληρωμήν του υπόλοιπου της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, ως αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής:
Η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση με βάση την ανακοπτόμενη από 27.11.2000 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της 6857/1996 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφορά αποζημίωσή του από τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 12.3.1993 και στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας "ΓΚΑΡΑΝΤΙ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε. Η αξίωση του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος υπαγόταν στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Η διετής αυτή παραγραφή διακόπηκε, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, στις 25-4-1995 με την άσκηση της σχετικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκτελούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 6857/1996, που δημοσιεύθηκε στις 20.11.1996. Η έκδοση της αποφάσεως αυτής, ως διαδικαστική πράξη, επέφερε τη διακοπή της παραγραφής, δεν επιδόθηκε δε και δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής από τους διαδίκους και συνεπώς μετά την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της έχει καταστεί τελεσίδικη.
Μετά την τελεσίδικη βεβαίωση, με την ανωτέρω απόφαση της επίδικης απαίτησης, χωρεί πλέον εικοσαετής παραγραφή για την απαίτηση αυτή, έστω και αν η αξίωση, καθεαυτή υπαγόταν σε βραχύτερη παραγραφή. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, με την ανακοπή του ότι η αξίωση για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποπέσει σε παραγραφή, ενόψει του ότι από τις 20.11.1996 που δημοσιεύθηκε η εκτελούμενη απόφαση, άρχισε να τρέχει εκ νέου η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/1976, η οποία συμπληρώθηκε στις 21.11.1998, δηλαδή πριν από την παρέλευση τριετίας, οπότε θα γινόταν τελεσίδικη η απόφαση, διότι δεν είχε λάβει χώραν επίδοσή της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Έτσι και μετά την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔικ. τριετούς προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως η εκτελούμενη απόφαση έχει γίνει τελεσίδικη. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ως άνω αντίστοιχο λόγο ανακοπής - εφέσεως του αναιρεσείοντος περί αποσβέσεως της επίδικης απαίτησης δια της παραγραφής, με την παραπάνω αιτιολογία ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμπλήρωση της διετούς παραγραφής σε επιδικία μέσα στην προθεσμία για την άσκηση εφέσεως...
ότι η ένσταση αυτή, ως οψιγενής μπορούσε να προταθεί από το αναιρεσείον ως λόγος εφέσεως και ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο της εκτελούμενης τελεσίδικης απόφασης, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης, του άλλου λόγου αναιρέσεως.
Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, προϋπόθεση για το παραδεκτό του αιτήματος για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, αποτελεί να έχει χωρήσει η εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρείται. Στην προκειμένη περίπτωση η προϋπόεθση αυτή δεν υφίσταται, διότι, όπως προαναφέρθηκε εκτελούμενη απόφαση είναι η υπ'αριθμ. 6857/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσβαλλόμενη δε και αναιρούμενη απόφαση είναι η 3664/2005 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση κατά της 2037/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά συνέπεια, το αίτημα που υποβάλλεται από το αναιρεσείον με τις προτάσεις στο παρόν δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3664/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ