Supreme Court partially allows appeal against Athens Court of First Instance judgment regarding inheritance compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by two companies against a judgment involving inheritance compensation. While the appeal was dismissed against the first and third defendants, it was accepted regarding the second defendant, who successfully argued for the return of compensation funds. The court ruled that the lower court erred in denying the second defendant's claim, necessitating a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559 of the Code of Civil Procedure; Article 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a substantive legal rule is violated, and where such a violation exists, the judgment must be partially annulled and remanded for retrial on the affected portion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1308 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1308/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Β. Α.Ε. Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Η. του Γ., 3) Α. Α. του Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα-Μαρία Νικολοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. Β. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕΒΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Β.-Π. Π. του Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Μήτσαινα και δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Σωτηρίας Νάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Β. Π. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, ως μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος Κ. Π. του Β., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Μήτσαινα και δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Σωτηρίας Νάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2010 αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 8/6/2010 αγωγή της τρίτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2858/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4765/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16/1/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά την έννοια δε του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 20/2011, ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 279/2019).
Περαιτέρω, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Ο σεβασμός, δηλαδή, του "τεκμηρίου αθωότητας", που κατοχυρώνεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας και κατ' επέκταση της αρχής της δίκαιης δίκης και δημιουργείται, συνεπώς, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλούμενη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, από την υπ' αριθμό …/….04.2015 ένορκη βεβαίωση που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες της 19.04.2010 (αρ.
εκ. κατ. 77178/4364/2017) αγωγής που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας - Αικατερίνης Γασπαρινάτου και λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων, όπως αποδεικνύεται από τις με ημερομηνία 1828/27-03-2015, 1829/27-03-2015 και 1830/27-03-2015 αντίστοιχα, εκθέσεις τον δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α.
Γ., από την υπ' αριθμ. …/…-04-2015 ένορκη βεβαίωση, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων..., από τις υπ' αριθμό …/….04.2012, …/….04.2012, …/….04.2012, …/….04.2012 ένορκες βεβαιώσεις, που οι εναγόμενοι αμφοτέρων των αγωγών και λήφθηκαν, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων..., οι οποίες νομίμως προσκομίστηκαν, καθόσον οι εναγόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις 270 παρ. 2 ΚΠολΔ είχαν δικαίωμα να προσκομίσουν μέχρι έξι ένορκες βεβαιώσεις αφού έχουν εισαχθεί προς κρίση με ιδιαίτερα δικόγραφα δύο κύριες αγωγές των οποίων η συνεκδίκαση διατάχθηκε με την παρούσα απόφαση και συνεπώς κάθε διάδικο μέρος έχει δικαίωμα να επικαλεστεί μέχρι τρεις ένορκες για κάθε αγωγή, απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγόντων της από 19.04.2010 (αρ.
εκ. κατ. 77178/4364/2017) αγωγής περί υπέρβασης του νομίμου αριθμού αυτών ως μη νόμιμου, και από όλα τα έγγραφα, πού οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένης σε αυτά και της με ημερομηνία 08-02-2008 πραγματογνωμοσύνης του ηλεκτρολόγου μηχανικού Κ.
Γ., που διατάχθηκε στο στάδιο της προανάκρισης, τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια της αποτύπωσης..., λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη ενάγουσα της από 19.04.2010 (αρ. εκ. κατ. 77178/4364/2017) αγωγής, εταιρεία παραγωγής φανταιζί νημάτων ασκούσε την παραγωγική της δραστηριότητα εντός βιομηχανικού οικοπέδου κειμένου στο ..., επί της ..., επί του οποίου υφίσταντο 17 χώροι προοριζόμενοι για βιομηχανική χρήση κυριότητας της πρώτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β.
Β. Α.Ε Σ." εκ των οποίων είχε μισθώσει τα υπό στοιχεία Ζ, Η, Ξ κτίρια, συνολικού εμβαδού 2.500 τετραγωνικών μέτρων, ουσιαστικά πρόκειται για τρία συνεχόμενα κτήρια που έχουν ενωθεί. Η οικοδομή η οποία είναι ισόγεια με ορισμένα εσωτερικά πατάρια έχει φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και οροφή μεικτή με σκελετό ξύλινο ή μεταλλικό και κάλυψη οροφής από φύλλα λαμαρίνας ή αμιαντοτσιμέντου ή κεραμιδιών.
Τα κτίρια Ζ και Η είχε μισθώσει με το από 29.03.1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ισχύς του οποίου είχε παραταθεί επανειλημμένως και το κτίριο Ξ το οποίο είχε μισθώσει με το από 15.03.1975 μισθωτήριο συμβόλαιο, η ισχύς του οποίου είχε παραταθεί επανειλημμένως και τα ως άνω μισθωτήρια είχαν καταστεί αορίστου χρόνου. Η πρώτη ενάγουσα εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείτο στο χώρο επεξεργασίας και εμπορίας νήματος για πλεκτική είχε αναπτύξει την παραγωγική της δραστηριότητα σε οκτώ, χωροθετημένα κατά τις ανάγκες της, μερικότερα τμήματα (χώρους), όπως απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα της υπ' αριθμό …/07 ημερομηνία 23-06-2008 έκθεσης ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, της εταιρείας Ε.
ΑΕΕΓΑ ως εξής: Στο χώρο 1 βρίσκονταν τα γραφεία της και ο χώρος δειγματισμού, στο χώρο 2 τα μηχανήματα πλεκτικών μηχανών παραγωγής δειγμάτων και αποθήκης πρώτων υλών, στο χώρο 3 τα μηχανήματα χνουδιάσματος και αποθήκη πρώτων υλών και ημιετοίμων προϊόντων, στο χώρο 4 μηχανήματα παραγωγής νήματος από μάζα, αποθήκη πρώτων υλών και ημιετοίμων, στο χώρο 5 μηχανές στριψίματος, ατμίσματος και αποθήκη έτοιμων προϊόντων, στο χώρο 6 ο ατμολέβητας, στο χώρο 7 δεξαμενές πετρελαίου, και στο χώρο 8, που ήταν υπόστεγο αποθήκευσης παλαιών μηχανημάτων και υλών.
Τα μερικότερα κτίρια συναποτελούσαν το παραπάνω ενιαίο ισόγειο κτίριο, αφού είχαν ενωθεί, ως συνεχόμενα και λειτουργούσε σε αυτά τη μονάδα επεξεργασίας διαφόρων νημάτων, ως κλωστήριο μάλλινου. Στο αυτό το βιομηχανικό οικόπεδο υπήρχαν και άλλα επτά κτίρια, το κτίριο 2 όπου λειτουργούσε μηχανουργείο τρίτων, το κτίριο 3 όπου λειτουργούσε βιοτεχνία σόλας υποδημάτων τρίτου, το κτίριο 4 όπου στεγαζόταν αποθήκη κορδελών τρίτων, το κτίριο 5 όπου στεγαζόταν αποθήκη αναψυκτικών τρίτων, το κτίριο 6 που αποτελούσε το χώρο υποσταθμού της ΔΕΗ για όλα τα άλλα κτίρια, το κτίριο 7 όπου αποθηκεύονταν παλαιά μηχανήματα της επιχείρησης της πρώτης ενάγουσας και το κτίριο 8 όπου βρισκόταν το φυλάκιο του όλου βιομηχανικού οικοπέδου, όπως αυτά απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα της υπ' αριθμό … με ημερομηνία 23-06-2008 έκθεσης ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, της εταιρείας Ε.
ΑΕΕΓΑ. Την 14 Δεκεμβρίου 2007, περί ώρα 20:25, εκδηλώθηκε στους χώρους των κτιρίων αυτών πυρκαγιά με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα υπό στοιχεία Ζ, Η κτίρια, όπου ασκούσε την παραγωγική δραστηριότητα η πρώτη ενάγουσα. Ως προς τα αίτια της πυρκαγιάς διενεργήθηκε ανάκριση στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ειδικό πραγματογνώμονα τον Κ.
Γ., Ηλεκτρολόγο - Μηχανικό Α.Π.Θ. Ο ως άνω πραγματογνώμονας που συνέταξε την από 08.02.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαπίστωσε ότι η τοιχοποιία των δύο αυτών κτιρίων ήταν από πέτρα και τσιμεντόλιθους και η στέγη τους ξύλινη δύριχτη με αυλακωτή λαμαρίνα. Όπως φαίνεται σε παλαιότερες φωτογραφίες και στα καμένα κομμάτια της οροφής κάτω από τη λαμαρίνα είχαν στερεωθεί σανίδες των 20, 25 cm πλάτος.
Μεταξύ της λαμαρίνας και της σανίδας βρέθηκε χνούδι και υποπροϊόντα βάμβακος (αιωρήματα κατά την επεξεργασία βαμβακιού) σε μορφή στρώσης (παχύ στρώμα μάκας), στα ξύλα της στέγης δεν ανευρέθηκαν ίχνη επίστρωσης συντηρητικού ξύλου ή επιβραδυντικού καύσης. Ο φέροντας οργανισμός ήταν από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Οι μηχανές παραγωγής τροφοδοτούνταν με ηλεκτρική ενέργεια από αυτόνομο υποσταθμό της ΔΕΗ μέσω ηλεκτρικής εγκατάστασης που περιελάμβανε έναν πίνακα κεντρικό ΧΤ τροφοδοτούμενο από ανεξάρτητη παροχή απευθείας από τα γενικό ηλεκτρικό πίνακα ΧΤ, ο οποίος βρισκόταν εντός υποσταθμού υποβιβασμού τάσης σε άλλο χώρο της επιχείρησης της πρώτης ενάγουσας και δύο υποπίνακες αυτού, ο ως άνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ο ίδιος ότι ο κεντρικός διακόπτης ήταν στη θέση ΟFF, αναφέρει δε στην έκθεση του ότι σύμφωνα με δήλωση του ιδιοκτήτη της ενάγουσας εταιρείας ήταν πάγια τακτική το κατέβασμα του διακόπτη ύστερα από την αποχώρηση των εργαζομένων από το εργοστάσιο.
Όσον αφορά τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε ότι οι καταναλώσεις κίνησης προς τα μηχανήματα ήταν τοποθετημένες εντός μεταλλικών σωλήνων και επίτοιχα επί σταθερών δομικών στοιχείων. Οι τελικές οριζόντιες οδεύσεις προς τις καταναλώσεις γίνονταν υποδαπέδια εντός χαλυβδοσωλήνων ή σωλήνων ηλεκτρολογικού τύπου κατάλληλης διατομής.
Όσον αφορά την καύσιμη ύλη που τροφοδότησε την πυρκαγιά εκτός επίπλων και εξοπλισμών διαπιστώθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα για την παραγωγή των προϊόντων της, χρησιμοποιούσε ως πρώτες και βοηθητικές ύλες, ακρυλικά, μάλλινα, polyester, polymide, nylon, νήματα διαφόρων χρωματισμών με ίνες μήκους 100 έως 120 mm. Ο πραγματογνώμονας επισήμανε ότι αυτά τα υλικά καίγονται συρρικνωμένα δίχως φλόγα, η ταχύτητα διάδοσης και ο ρυθμός καύσης έχουν σχετικά μικρές τιμές.
Κατά τη διάρκεια των ερευνών και της αυτοψίας, εντοπίστηκε από τον πραγματογνώμονα ένα καλώδιο, το οποίο βρίσκονταν πάντα υπό τάση, υπό την έννοια ότι ξεκινούσε από τον υποσταθμό της πρώτης ενάγουσας και όχι μετά το γενικό πίνακα κάποιου κτιρίου, οπότε θα ήταν δυνατό να απομονωθεί με το κατέβασμα του γενικού διακόπτη, διέσχιζε την οροφή του κατεστραμμένου κτιρίου, ριγμένο επί αυτής, πάνω από τις λαμαρίνες, σε ένα σημείο, όπου οι λαμαρίνες είχαν μετατοπιστεί, διέρχονταν κάτω από την επιφάνεια τους και μετά από λίγο έβγαινε και συνέχιζε πάνω από αυτές και κατέληγε στο κτίριο Ν-17, τροφοδοτώντας με ηλεκτρικό ρεύμα την βιοτεχνία Κ..
Το καλώδιο αυτό διέρχονταν την οροφή του κτιρίου χωρίς προστατευτικό κάλυμμα ή στήριξη που να εμποδίζει τη μετακίνηση του. Το καλώδιο, τύπου ΝΥΥ 3Χ35 + 16 mm, ξεκινούσε από το μετασχηματιστή ΜΤ του συγκροτήματος των κτιρίων (όχι από τον μετασχηματιστή της επιχείρησης Α. Π. ΑΕΒΕ) και κατέληγε για να τροφοδοτήσει το διπλανό, του κατεστραμμένου, κτίριο.
Η ως άνω περιγραφόμενη κατάσταση απεικονίζεται στην αεροφωτογραφία του έτους 2002 που ο πραγματογνώμονας προμηθεύτηκε από τη γεωγραφική υπηρεσία Στρατού. Ο πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το απαιτούμενο ποσό θερμότητας για την ανάφλεξη της πυρκαγιάς παράχθηκε από υπερθέρμανση ή βραχυκύκλωμα του καλωδίου αυτού συνεπεία φθοράς ή βραχυκυκλώματος σε συγκεκριμένο σημεία μάλιστα έμπαινε κάτω από τις λαμαρίνες, όπως απεικονίζεται στην αντίστοιχη αεροφωτογραφία ΓΥΣ που είχαν ιδιαίτερα αιχμηρές άκρες, δίχως να είναι στερεωμένο, και μετά από κάποια απόσταση εξερχόταν και πάλι πάνω από αυτές.
Στα σημεία εισόδου κάτω από τις λαμαρίνες και εξόδου πάνω από τις λαμαρίνες, το καλώδιο λόγω της τριβής και επαφής του με τις αιχμηρές άκρες αυτών, εφθάρη. Στο τμήμα κάτω από τις λαμαρίνες το καλώδιο ήταν σε επαφή με το υλικό (μείγμα βάμβακος με αιωρήματα και έλαια) το οποίο είχε συγκεντρωθεί μεταξύ λαμαρίνας και σανίδων που δημιούργησε ένα ιδιαίτερα εύφλεκτα στρώμα μάκας μεταξύ της λαμαρίνας και των σανίδων της οροφής, η ύπαρξη τον υλικού αυτού αιτιολογεί την ταχύτητα και το ρυθμό (ένταση) εξάπλωσης της πυρκαγιάς, όπως επισημαίνει ο ως άνω πραγματογνώμονας.
Περαιτέρω επισήμανε ότι λόγω του χρόνου κατασκευής του κτιρίου 1944 και της λειτουργίας του μέχρι το έτος 1980 ως βαμβακουργία τα υλικά που ήταν εγκλωβισμένα μέσα στη στέγη αλλά και το ίδιο το υλικό της στέγης (ξύλο) είχαν αποξηραθεί και ήταν έτοιμα να περάσουν στο δεύτερο στάδιο της απόσταξης. Το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη εντοπίζεται στην οροφή του κτιρίου.
Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι την 14-12-2007 και περί ώρα 20:25 η ανάφλεξη του ευρισκόμενου κάτω από τις λαμαρίνες εγκλωβισμένου υλικού υπολειμμάτων, αποτελούμενο από μείγμα βάμβακος, άλλων αιωρημάτων και ελαίων είχε σχηματίσει μια ενιαία στρώση μεταξύ των ξύλινων σανίδων και λαμαρίνας στο πέρασμα των δεκαετιών, αφού ήδη το κτήριο αυτό από το έτος 1944, χρησιμοποιήθηκε και ως κλωστήριο βάμβακος μέχρι περίπου το έτος 1980.
Η ρύπανσή του με έλαια που χρησιμοποιούνταν στις διαδικασίες παραγωγής, επεξεργασίας, αλλά και στις μηχανές παραγωγής, έτοιμα να προσλάβουν οξυγόνο μετά τη σχηματοποίηση ακόρεστων δεσμών, με τη θερμοκρασία ανάφλεξης τέτοιου υλικού, περίπου στους 180 βαθμούς C, χαμηλότερη ακόμη και από τη θερμοκρασία αυτανάφλεξης βενζίνης, που τοποθετείται στους 200 βαθμούς C, αυτοαναφλέχθηκε, προκαλώντας την έναρξη της φωτιάς στην οροφή του κτιρίου και την ταχύτατη επέκταση της σε όλη την έκταση της στέγης, σε χρόνο 30 λεπτών, μέσα από το στρώμα της εγκλωβισμένης μάκας μεταξύ της λαμαρίνας και των τελείως αποξηραμένων και ασυντήρητων σανίδων οροφής.
Αποτέλεσμα της φωτιάς ήταν η κατάρρευση της στέγης του κτιρίου και η εξάπλωση της φωτιάς στο εσωτερικό αυτού. Η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από πραγματογνώμονα διορισμένο από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη και δεν υφίσταται ανάγκη διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης, απορριπτόμενου του αιτήματος των εναγομένων -εκκαλουσών.
Με τον πρώτο λόγο της από 10.01.2016 έφεσης οι εναγόμενες - εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι το καλώδιο που ερχόταν λοξώς πάνω από τη στέγη των κτιρίων Ζ και Η και κατέληγε σε άλλη παρακείμενη βιοτεχνία Κ., ήταν ήδη καταργημένο και ανενεργό από το έτος 2000 όταν και είχε ανατεθεί σε ηλεκτρολόγο κατόπιν εισήγησης του, η αλλαγή της διαδρομής της γραμμής για λόγους συμμόρφωσης προς τους κανονισμούς ΕΛΟΤ και ΚΕΗΕ.
Επομένως, ήταν αδύνατον να προκαλέσει την πυρκαγιά. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο πραγματογνώμονας διαπίστωσε κατόπιν ερευνών και αυτοψίας αλλά και από τις αεροφωτογραφίες που λήφθηκαν το έτος 2002 ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της επικαλούμενης καθαίρεσής του, το καλώδιο που διήρχετο τη στέγη του κτιρίου εξακολουθούσε να είναι συνδεδεμένο με τον υποσταθμό της ΔΕΗ και ως εκ τούτου βρίσκονταν υπό τάση κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς.
Εξάλλου, στις 18-12-2007, τέσσερις μέρες μετά την πυρκαγιά εστάλη στην ενάγουσα εταιρεία μια επιστολή από την πρώτη εναγομένη εταιρεία υπογεγραμμένη από τη δεύτερη εναγομένη εκπρόσωπό της, με το εξής περιεχόμενο: Συνεπεία της πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε την 14-12-2007 στα κτίρια που σας εκμισθώνουμε και όπου στεγάζεται το εργοστάσιό σας καταστράφησαν δύο παροχές τροφοδοσίας ρεύματος 380 v εις τη βιοτεχνία του Α.
Κ. και εις παρακείμενο αποθηκευτικό χώρο. Παρακαλούμε να φροντίσετε για την άμεση αποκατάσταση της ζημιάς". Επίσης σε πρόσκληση της ενάγουσας εταιρείας προς την εταιρεία "E. ΕΠΕ", η τελευταία έκανε τη με ημερομηνία 21-12-2007 προσφορά αποκατάστασης βλάβης, κατά την οποία τα καλώδια που έπρεπε να προμηθευτεί και να τοποθετήσει ήταν καλώδιο NYY 3X70+35 mm και καλώδιο ΝΥΥ 3Χ35+16 πιπι2.
Το δεύτερο ήταν του ίδιου τύπου και μεγέθους με το αναφερόμενο στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη (ΝΥΥ 3Χ35+16 πιπι2). Επίσης, η ίδια εταιρεία απέστειλε στην ενάγουσα τη με ημερομηνία 11-02-2008 ενημερωτική επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας ήταν το εξής: "Κύριοι με την παρούσα επιστολή σας ημερώνουμε σχετικά με το τρέχον έργο, ότι η παλαιά διαδρομή καλωδίων, η οποία όδευε από τη στέγη του κτιρίου που κάηκε, άλλαξε και πλέον τα καλώδια θα οδεύουν περιμετρικά του κτιρίου, επιτοίχια".
Δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ο ισχυρισμός των εναγομένων - εκκαλουσών περί του ότι το ως άνω έγγραφο συντάχθηκε εκ των υστέρων, προκειμένου να αλλοιωθούν τα πραγματικά δεδομένα για τη διαδρομή των καλωδίων, λόγω του ότι στην από 21.12.2007 επιστολή της εταιρείας "E. ΕΠΕ" προς την πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα, όπου αναφέροντα τα απαιτούμενα υλικά για την αποκατάσταση της βλάβης, δεν γίνεται αναφορά για την ανάγκη αλλαγής της διαδρομής των καλωδίων.
Εξάλλου, στην εταιρεία αυτή είχε ανατεθεί η συντήρηση τού υποσταθμού ρεύματος των εναγομένων - εκκαλουσών στον οποίο ήταν συνδεδεμένο το επίδικο καλώδιο.
Συνεπώς και από τα παραπάνω τρία έγγραφα, αποδεικνύεται πλήρως, ότι πάνω από τη στέγη του κτιρίου που κάηκε διέρχονταν δύο τουλάχιστον καλώδια, ένα εκ των οποίων το αναφερόμενο στην πραγματογνωμοσύνη, ίδιου τύπου και μεγέθους, σε συνεχή ισχύ υπό τάση προμήθευε με ηλεκτρικό ρεύμα τη βιοτεχνία του τρίτου προσώπου, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων - εκκαλουσών περί ηλεκτροδότησης της όμορης βιοτεχνίας Κ.
με καλώδιο που δεν διέρχονταν από την οροφή αλλά ήταν στερεωμένο στους τοίχους των κτηρίων Ζ και Η. Περαιτέρω αποδείχθηκε αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων - εκκαλουσών περί του ότι ο πραγματογνώμονας εσφαλμένα αναφέρει στην έκθεση του περί ύπαρξης ξύλινης στέγης καλωδίου και λαμαρινών, των οποίων την ύπαρξη αρνούνται, αφού λόγω της πυρκαγιάς είχαν ήδη καταρρεύσει.
Τούτο, διότι ο πραγματογνώμονας διαπίστωσε τα όσα αναφέρει στην έκθεση κατόπιν ερευνών και παραθέτει και τις αντίστοιχες φωτογραφίες, χαρακτηριστική μάλιστα είναι η παρατιθέμενη στη σελίδα 22 της έκθεσης φωτογραφία που απεικονίζει υπολείμματα λαμαρινών στέγης με κοφτερές άκρες. Περαιτέρω, οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι ο πραγματογνώμονας εσφαλμένως έλαβε ως αληθή, τον ψευδή ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντος-εκκαλούντος, σε κατάθεσή του δοθείσα κατά την προανάκριση περί του ότι ο διακόπτης της παροχής ρεύματος, ήταν πάντα σε θέση οff κατά τις ώρες μη λειτουργίας των εγκαταστάσεων του εργοστασίου του και επομένως, ο συλλογισμός του πραγματογνώμονα είχε ένα αυθαίρετο σημείο εκκίνησης, αποκλείοντας άλλες τυχόν πηγές ανάφλεξής της, εντός του κατεστραμμένου κτιρίου και ειδικότερα την ηλεκτρική θερμάστρα ο ως άνω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο πραγματογνώμονας διαπίστωσε ο ίδιος με δική του παρατήρηση ότι μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς ότι ο διακόπτης ήταν κλειστός ήτοι σε θέση off.
Αναφέρει δε στην έκθεσή του ότι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, αρχικός ενάγων τον πληροφόρησε ότι ήταν πάγια τακτική το κατέβασμα του διακόπτη μετά την αποχώρηση των εργαζομένων. Εξάλλου εφόσον ο γενικός διακόπτης του κεντρικού ηλεκτρικού πίνακα ήταν στη θέση off, όλες οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις άρα και η θερμάστρα πετρελαίου δεν τροφοδοτούνταν με ρεύμα.
Άλλωστε σε περίπτωση διαρροής πετρελαίου στο χώρο, θα απαιτούνταν μεγαλύτερος των 30 λεπτών χρόνος να εξαπλωθεί η πυρκαγιά στην οροφή του κτιρίου. Όπως μάλιστα επισημαίνεται στην έκθεση τραγματογνωμοσύνης οι πρώτες ύλες που βρίσκονταν στο χώρο καθώς καίγονται, συρρικνώνονται χωρίς φλόγα και με αργό ρυθμό καύσης.
Αντιθέτως η μάζα από χνούδι και υποπροϊόντα βάμβακος αποτελεί ιδιαίτερο εύφλεκτο μείγμα με αξιόλογο προθερμικό φορτίο. Εξάλλου αν η πυρκαγιά είχε ξεκινήσει από το εσωτερικού του κτιρίου θα έπρεπε το δάπεδο αυτού να φέρει αλλοιώσεις σε ολόκληρη την έκτασή του. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι ζημιές του δαπέδου εντοπίζονται σε τμήματα αυτού.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως, ως προς τα αίτια της πυρκαγιάς ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της από 10.01.2016 (αριθμ. καταθ. 223/2016) έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε υπαιτιότητα της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων της από 19.04.2010 (αρ.
εκ. κατ. 77178/4364/2017) αγωγής και της 08.06.2010 (αρ. εκθ. κατ. 111885/6488/2010) αγωγής και νυν εκκαλουσών της από 10.01.2016 (αριθμ. καταθ. 223/2016) έφεσης, εκ των οποίων η πρώτη ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας, ασκώντας καθήκοντα της Προέδρου του Δ.Σ και της Διευθύνουσας Συμβούλου δυνάμει των από 29.06.2004 και 26.06.2008 πρακτικών Δ.Σ της εταιρείας αυτής (ΦΕΚ 12979/22.10.2004 και 10605/16.09.2005 τεύχος Α.Ε ΕΠΕ) με όλες τις αρμοδιότητες και τα δικαιώματα που απέρρεαν από το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρείας της είχαν δε μεταβιβαστεί όλες οι υποχρεώσεις και δικαιώματα του ΔΣ που αναφέρονταν στα άρθρα 18,19,20 του καταστατικού της εταιρείας και η τρίτη τύγχανε Αντιπρόεδρος και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής, έχοντας εκλεγεί με την από 26.6.2004 απόφαση της Γ.
Σ. της ως άνω εταιρείας για το χρονικό διάστημα μέχρι 26.06.2008 (ΦΕΚ 12979/22.10.2004 τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ), μπορούσε καθεμία χωριστά, δια μόνης της υπογραφής της, να αναλαμβάνει εγκύρως υποχρεώσεις για λογαριασμό της εταιρείας έναντι παντός τρίτου και να εκπροσωπεί την εταιρεία σύμφωνα με το άρθρο 22 τον καταστατικού. Η αμέλειά τους, που αιτιωδώς προκάλεσε στην πρώτη ενάγουσα εταιρεία, μισθώτρια του μισθίου ακινήτου και στον ενάγοντα ιδιοκτήτη των αντικειμένων της μουσειακής συλλογής, ζημιές, συνίσταται στο ότι, ως όργανα και νόμιμοι εκπρόσωποι της εκμισθώτριας εταιρείας πρώτης εναγομένης που μάλιστα έφεραν την ιδιότητα της Προέδρου και Αντιπροέδρου αντίστοιχα, παρά τη δημιουργηθείσα επικίνδυνη κατάσταση, εξ αιτίας της ύπαρξης του καλωδίου, παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, και ειδικότερα, να φροντίσουν να μεταβάλλουν τη θέση αυτού, που ως ενέργεια, ήταν αρκετή για να αποτρέψει την πρόκληση της πυρκαγιάς και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα (προστατευτικό κάλυμμα, στήριξη) για το υπάρχον καλώδιο, ώστε να αποφευχθούν φθορές και αλλοιώσεις.
Συνεπώς, δεν ενήργησαν κατ' αυτόν τον τρόπο, συμμορφούμενες στη γενική υποχρέωση καθενός να μη ζημιώνει υπαίτια τον άλλο, αλλά παραλείποντάς την, ενώ αυτό επιβαλλόταν από το νόμο, τη μισθωτική σύμβαση, από τις αρχές της καλής πίστης από το είδος της επιχείρησης που λειτουργούσε στο μισθωμένο χώρο και της φύσης των αποθηκευμένων στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις υλικών και προϊόντων, ως ευφλέκτων. 'Ετσι η δεύτερη και τρίτη εναγομένη κατέστησαν από προηγούμενη συμπεριφορά τους υπαίτιες μιας διαρκούς κατάστασης κινδύνου, από την οποία προκλήθηκε η πυρκαγιά.
Δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός της τρίτης εναγομένης περί του ότι η ίδια δεν βαρύνεται με αμέλεια, καθόσον στο άρθρο 20 του καταστατικού της εκμισθώτριας εταιρείας αναφέρεται ότι στη δεύτερη εναγομένη είχε ανατεθεί να φροντίζει για την καλή λειτουργία των εργοστασίων της εταιρείας, δεδομένου ότι η εκ του καταστατικού ανάθεση αυτής της ειδικής υποχρέωσης, δεν αναιρεί την υποχρέωση της τρίτης εναγομένης ως Αντιπροέδρου και νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας και να παραλείπει τις οφειλόμενες ενέργειες για ασφαλή λειτουργία της μισθωμένης επιχείρησης.
Αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά των εναγομένων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση και μετάδοση της πυρκαγιάς, κατά τις ως άνω ζημιογόνες συνέπειές τους, αφού αν ενεργούσαν, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες, κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, θα αποφεύγονταν το επελθόν αποτέλεσμα.
Στην παραπάνω κρίση δεν ασκεί καμία επιρροή η απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου (με αριθμό 0578/2014 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), με την οποία η δεύτερη εναγόμενη κηρύχθηκε αθώα για εμπρησμό από αμέλεια. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτια της προκληθείσας πυρκαγιάς τη δεύτερη εναγομένη και όχι την τρίτη εναγόμενη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της από 23.04.2017 (αριθμ.καταθ. 525690/501467/2017) έφεσης και της από 19.01.2017 (αριθμ.
καταθ. 502063/500142/2017) έφεσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν και πρέπει κατά αυτό το κεφάλαιο να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο κατά το σχετικό κεφάλαιο και ενόψει κατά των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι αγωγές κατά τα κεφάλαιά τους για την υπαιτιότητα της τρίτης εναγομένης να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα από την σε βάρος της αδικοπραξία και την επέλευση της ζημίας στην περιουσία της την προσβολή της εμπορικής της πίστης και υπόληψης και γενικά του εμπορικού της μέλλοντος, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, που ενόψει του μεγέθους της ζημίας, των συνθηκών και περιστάσεων τέλεσης της αδικοπραξίας και της υπαιτιότητας της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο και δίκαιο λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων της αδικοπραξίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, επιδίκασε ως ηθική βλάβη το ποσό των 30.000 ευρώ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της από 23.04.2017 (αριθμ. καταθ. 525690/501467/2017) έφεσης και της από 10.01.2017 (αριθμ. Ε223/2016 ) έφεσης πρέπε, να απορριφθούν ως αβάσιμοι και κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, σύμφωνα με το απόσπασμα βιβλίου συμβάντων της 14.2.2007 της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας από την πυρκαγιά καταστράφηκε ολοσχερώς το κτίριο που στέγαζε την μονάδα παραγωγής, ολόκληρη η στέγη, παράθυρα, πόρτες, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, κάηκαν μηχανήματα κλωστηρίου, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, εμπορεύματα, πρώτες ύλες νημάτων και ένας πετρελαιοκίνητος καυστήρας.
Επίσης καταστράφηκαν τα γραφεία της επιχείρησης, το λογιστήριο, χαρτικά έπιπλα γραφείου και ανταλλακτικά μηχανημάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ε. Α. καταστράφηκαν ο χώρος όπου βρίσκονταν τα γραφεία της και ο χώρος δειγματισμού, ο χώρος 2 με τα μηχανήματα πλεκτικών μηχανών παραγωγής δειγμάτων και αποθήκης πρώτων υλών, ο χώρος 3 με τα μηχανήματα χνουδιάσματος και αποθήκη πρώτων υλών και ημιετοίμων προϊόντων, και ο χώρος 4 με μηχανήματα παραγωγής νήματος από μάζα, αποθήκη πρώτων υλών και ημιετοίμων προϊόντων.
Αποδείχθηκε ότι καταστράφηκαν τα κάτωθι έπιπλα και εξοπλισμός και τα κάτωθι μηχανήματα η αξία των οποίων ανέρχεται στα εξής ποσά: Α) έπιπλα και εξοπλισμός συνολικής αξίας, 12.569,00 ευρώ ήτοι: 4 ηλεκτρονικοί υπολογιστές, 2.250 ευρώ, 1 φορητός μηχανισμός, 255 ευρώ, 1 φωτοαντιγραφικό μηχάνημα 1.200 ευρώ, 1 συσκευή (1) ΑΧ 120 ευρώ, 4 εκτυπωτές , 384 ευρώ, 1 πολυμηχάνημα 320 ευρώ , 3 usp σταθεροποιητές 405 ευρώ, 4 κλιματιστικά 2.160 ευρώ, 1 τηλεφωνικό κέντρο 680 ευρώ, 5 γραφεία 1.125 ευρώ, 10 καρέκλες, 850 ευρώ, 1 ψύκτης ύδατος 720 ευρώ, 1 ψυγείο 400 ευρώ, 1 κεντρικός πίνακας διανομής 425 ευρώ, ερμάρια, ράφια, ντουλάπες αρχειοθέτησης 1.275 ευρώ, Β) μηχανήματα στα κτίρια 2, 3 και 4 ή Ζ και Η, συνολικής αξίας, 331.500,00 ευρώ:
α) Πλεκτομηχανές: 1 Πλεκτομηχανή 7αρα βαρέως τύπου 4.000 ευρώ, 1 Πλεκτομηχανή 5αρα βαρέως τύπον 4.000 ευρώ, 1 Πλεκτομηχανή 7αρα βαρέως τύπον 4.000 ευρώ, 1 Πλεκτομηχανή ΖΑΚΑΡ, 1 Πλεκτομηχανή 7-12 μικτής χρήσης 4.000 ευρώ , β) Χνουδιάστρες : 1 χνουδιάστρα με ενσωματωμένο διπλό μπομπινονάρ ηλεκτρονική με ΙΝVΕΝΤΕR χοντρής επένδυσης 40 θέσεων 35.000 ευρώ, 1 χνουδιάστρα με ψιλό δόντι αυτόματη σε τουλούμι 40 θέσεων 18.000,00 ευρώ χνουδιάστρα υπεραυτόματη με ΙΝΕRΤΕR υψηλής ταχύτητας καινούρια 20.000,00 ευρώ, γ) Κτενιστικά: 1 κτενιστικό μηχάνημα N.S.C.Α περάσματος με διπλό ψεκαστικό σύστημα αντιστατικού, μονής παράδοσης, με ΑUTOLEVELER και 12 θέσεις ανάμιξης, 13.000,00 ευρώ, 1 κτενιστικό μηχάνημα Ν.S.C.Β περάσματος με διπλή παράδοση, 10.000,00 ευρώ, 1 κτενιστικό μηχάνημα Ν.S.C.Γ! περάσματος με διπλή παράδοση, 4 άκρων, 10.000,00 ευρώ, κτενιστικό μηχάνημα περάσματος με ηλεκτρονικό σύστημα αναμίξεως πολλών χρωμάτων DΕΟRΑDΕ, δύο παραδόσεων, 4 άκρων 12.000,00 ευρώ, δ) Μηχανές φανταιζί: 1 φανταιζί μηχανή SAURER-ΑLLΜΑ ΕSΡΧ 24 θέσεων, ηλεκτρονική ΗΟLLOW SΡΙΝDLΕ, με αναβάθμιση του ηλεκτρονικού της υπολογιστή (έτος 2006) με ΙΝVΕΝΤΕR για παραγωγή νημάτων ειδικού τύπου (DELAVE) μονοπωλιακά, 35.000,00 ευρώ, 1 φανταιζί μηχανή SAURER-ΑLLΜΑ ΕΧΡ 16 Θέσεων, ηλεκτρονική HOLLOW SΡΙΝDLΕ, με αναβάθμιση τον ηλεκτρονικού της υπολογιστή (έτος 2006) με παραγωγή νημάτων από Ν.Μ 0,6 έως Ν.Μ 1,2, 25.000,00 ευρώ, 1 φανταιζί μηχανή SAURER-ΑLLΜΑ ESPX 24 Θέσεων, ηλεκτρονική HOLLOW SΡΙΝDLΕ, με αναβάθμιση τον ηλεκτρονικού της υπολογιστή (έτος 2006) ΙΝVΕΝΤΕR για παραγωγή νημάτων ειδικού τύπου DΕGRADΕ, 38.000,00 εύρώ, 1 φανταιζί μηχανή SAURER-ΑLLΜΑ ΕSΡΧ 16 θέσεων, ηλεκτρονική HOLLOW SΡΙΝDLΕ, με αναβάθμιση του ηλεκτρονικού της υπολογιστή (έτος 2006) HOLLOW SΡΙΝDLΕ για παραγωγή νημάτων ΦΛΑΜΑΣ, 20.000,00 ευρώ, δ) Πρέσα ΑΤΜΟΥ φάρδος 1 μέτρο και μήκος 1,5 μέτρο με αυτόματο καπάκι σιδερώματος, 6.000,00 ευρώ, 2 μπομπινονάρ αυτόματα 20 θέσεων, 15.000,00 ευρώ, 1 μασουρίστρα SΑΝ GIORFGIO 20 Θέσεων, 7.000,00 ευρώ, 2 αεροσυμπιεστές ΚΑΕSΕR κοχλιοφόρα 10 & 13 ατμ, 18.000,00 ευρώ, 1 μελαντζιέρα NSC μονής παραδόσεως με διπλές άκριες και με σύστημα ψεκασμού αντιστατικού γαλακτώματος, με 20 θέσεις ανάμειξης 12.000,00 ευρώ, 1 θερμάστρα πετρελαίου αερόθερμη για 1.000 τ.μ. 2.000 ευρώ, 1 κλιματιστικό μηχάνημα 400 ευρώ, διάφορα μηχανήματα ελέγχου ποιότητας 1.000 ευρώ, 180 αδράχτια αλουμινίου HOLLOW SPINDLE 3.000 ευρώ, 150 δοχεία φυτιλιών 16-20-22", 3.000 ευρώ, 120 δοχεία 16-18 και 3.600 ευρώ.
Ανταλλακτικά μηχανημάτων 3.000 ευρώ Γ) 3 κεντρικοί πίνακες διανομής μέτα των καλωδιώσεων και με τους επιμέρους πίνακες 48.888 ευρώ. Περαιτέρω όσον αφορά στα ευρισκόμενα στα κτίρια 2, 3 , 4 έτοιμα, ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες τα οποία καταστράφηκαν αποδείχθηκε ότι η αξία τους ανέρχεται στο ποσό των 450.000,00 ευρώ .
Συνεπώς, απεδείχθη ότι η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία: υπέστη θετική ζημία ποσού 12.569,00 ευρώ σε έπιπλα και εξοπλισμό, ζημία ποσού 331.500,00 ευρώ στα ευρισκόμενα στα κτίρια 2, 3 και 4 μηχανήματα, ζημία ποσού 40.000,00 ευρώ στις ηλεκτρολογικές της εγκαταστάσεις, ζημία ποσού 450.000,00 ευρώ στα ευρισκόμενα στα κτίρια 2,3 και 4, ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι υπέστη ζημία ύψους 140.000,00 ευρώ σε έτοιμα και ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες που βρίσκονταν στο κτίριο 5 η οποία διαπιστώθηκε εκ των υστέρων μετά την αποκατάσταση του ηλεκτρικού ρεύματος την 25.02.2008 Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι την αρχική ποσότητα των 14.660 κιλών, έτοιμων νημάτων και βοηθητικών υλών αξίας 146.600 ευρώ, η διασωθείσα αξία περιορίστηκε τελικά στο ποσό των 6.022 ευρώ που αντιστοιχεί σε ποσότητα 12.045 κιλών που πουλήθηκαν σαν σκραπ, ενώ ποσότητα 2.615 κιλών ήταν εντελώς ακατάλληλη για χρήση ή πώληση.
Δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα υπέστη ζημία ποσού 190.640 ευρώ στα ευρισκόμενα στο κτίριο 5 μηχανήματα, καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για το κονδύλι αυτό. Εξάλλου, η πρώτη ενάγουσα δεν περιέλαβε τα ανωτέρω μηχανήματα στην συμπληρωτική έκθεση ζημίας που υπέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία την 16.08.2008.
Αντιθέτως στην ως άνω συμπληρωματική έκθεση αναφέρει ότι προσπάθησε να πουλήσει τα διασωθέντα μηχανήματα στο εσωτερικό και το εξωτερικό ότι προ τεσσάρων μηνών ένας αγοραστής είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον προσφέροντας 50.000 ευρώ.
Συνεπώς η θετική της ζημία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 974.069 ευρώ [12.569,00 + 331.500,00 +40.000,00 + 450.000, 00 +140.000,00 = 974.069,00]. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το κονδύλιο των 6.022 ευρώ το οποίο εισέπραξαν από την πώληση ποσότητας 12.045 κιλών έτοιμων νημάτων ως σκραπ, καθοριζομένης της ζημίας της πρώτης ενάγουσας στο ποσό των 968.047,00 ευρώ [974.069,00 - 6.022 = 968.047,00], γενομένης δεκτής της ένστασης συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας κατ' άρθρο 298 Α.Κ, ισχυρισμό που υπέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενες- εκκαλούσες και επαναφέρουν σύννομα αρ. 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις τους. Η θετική ζημία της πρώτης ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 968.047,00 ευρώ, εκ των οποίων αρχικά δηλώθηκε από την πρώτη ενάγουσα στην ασφαλιστική εταιρεία Ε. Α. συνολική απαίτηση 1.128.000,00 ευρώ ήτοι 507.000,00 ευρώ για μηχανήματα και 621.000,00 ευρώ για πρώτες ύλες και νήματα, καθώς και κονδύλι 32.984,00 ευρώ για αποκατάσταση ζημιών τρίτων, που όμως δεν καλύπτονταν από την ασφαλιστική σύμβαση και στη συνέχεια δηλώθηκε συμπληρωματικά ζημία ύψους 140.578 ευρώ σε έτοιμα και ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες στο κτίριο 5. Η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε, κατόπιν συμβιβασμού, ως ασφαλιστική αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ασφάλισης κατά τον χρόνο της πυρκαγιάς, το ποσό των 925.000 ευρώ.
Συνεπώς αποδείχθηκε ότι η οφειλόμενη διαφορά μεταξύ της συνολικής ζημίας που υπέστη η πρώτη ενάγουσα και του ποσού των 925.000 ευρώ που τους καταβλήθηκε ως ασφαλιστική αποζημίωση, ανέρχεται στο ποσό των 43.047,00 [968.047,00 - 925.Π00,00 = 43.047,00 ευρώ] και αφορά υπόλοιπο μη εισπραχθείσας αποζημίωσης για τα έτοιμα και ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες που βρίσκονταν στο κτίριο 5 (4.547,00 ευρώ) και για τα ευρισκόμενα στα κτίρια 2, 3 και 4, ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες (38.500 ευρώ).
Σημειωτέον ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε το ποσό των 84.456 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος μέχρι την 30.06.2008 και συγκεκριμένα ως προσδοκώμενο κέρδος ύψους 15% επί της αξίας των ευρισκομένων στα κτίρια 2,3 και 4 καταστραφέντων υλικών και επί της αξίας των ευρισκομένων υλικών και επί της αξίας των ευρισκομένων στο κτίριο 5 προϊόντων που εν τέλει δεν ήταν δυνατή η πώληση τους ήτοι ποσό 563.039,86 Χ 1,5% = 84.456 ευρώ, ποσό το οποίο θα εισέπραττε μέχρι το οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης, την 30-06-2008 και όχι ως θετική ζημία και ειδικότερα ποσοστό επί της θετικής ζημίας, όπως είναι ορθό.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα κατέβαλλε στην επιχείρηση με την επωνυμία "Γ. ΑΕ" που αποθηκεύει εμπορεύματα σε υπαίθριο όμορο χώρο με αυτόν που στεγάζονταν η επιχείρηση της πρώτης ενάγουσας, το χρηματικό ποσό των 24.484,59 ευρώ για τις ζημίες που υπέστησαν τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματά της και ειδικότερα για τις παλέτες που βράχηκαν από τα νερά που έρριψε η πυροσβεστική υπηρεσία και λερώθηκαν από τις καύτρες.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε για την αποκατάσταση των ζημιών σε καλωδιώσεις παροχής ρεύματος 380 V στην βιοτεχνία Α. Κ. και τον αποθηκευτικό χώρο που βρίσκονται στο ίδιο οικόπεδο. Τούτο διότι η πρώτη ενάγουσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτκό στοιχείο των ανωτέρω καταβολών, όπως αποδείξεις πληρωμής ή τιμολόγια ή αποδείξεις εξόφλησης, παρά μόνο την έκθεση εκτίμησης ζημιών που συντάχθηκε από τις εταιρείες "Π.
Σ. Α.Ε" & "Ρ. ΕΠΕ Χ. Μ." κατ' εντολή της στην οποία περιγράφονται αναλυτικά οι ζημιές και το κόστος αυτών, πλην όμως δεν αποδεικνύεται η καταβολή τους εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας των ανωτέρω ποσών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω και σιωπηρά απέρριψε το σχετικό κονδύλι δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης της πρώτης ενάγουσας- εκκαλούσας της από 23.04.2017 (αριθμ.
καταθ. 525690/501467/2017) έφεσης πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, όσον αφορά το κονδύλιο για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2008-2012 αποδείχθηκαν τα κάτωθι: Η επιχείρηση της πρώτης ενάγουσας συνέχισε τη λειτουργία της μέχρι το μήνα Ιούνιο του έτους 2008, ήτοι για έξι μήνες μετά την πυρκαγιά, οπότε διέκοψε τη λειτουργία της.
Αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα εκκαλούσα εξαναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησής της, λόγω άρνησης των εναγομένων να της μισθώσουν άλλες εγκαταστάσεις για να στεγάσει τα μηχανήματα και τις δραστηριότητες που στέγαζε στις εγκαταστάσεις που καταστράφηκαν από την πυρκαγιά που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του έτους 2008, όπως προκύπτει από την από 20.02.2000 εξώδικη δήλωση των εναγομένων καθώς και του αυξημένου Κόστους μετεγκατάστασης ήτοι μεταφορά μηχανημάτων και εξοπλισμού στο οποίο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί.
Εξάλλου σε κάθε περίπτωση μετεγκατάστασης απαιτούνταν το οριζόμενο από τον τότε ισχύοντα νόμο χρονικό διάστημα έκδοσης νόμιμης άδειας κατά το οποίο η πρώτη ενάγουσα θα βαρυνόταν και με πάγια λειτουργικά έξοδα. Η ως άνω η πρώτη ενάγουσα στο ως άνω διάστημα αυτό υπολειτουργούσε, προέβη μάλιστα στην αγορά πέντε βοηθητικών μηχανημάτων τα οποία εγκαταστάθηκαν στις εγκαταστάσεις του διασωθέντος κτιρίου στην προσπάθεια επαναλειτουργίας της, πλην όμως εν τέλει αναγκάστηκε να διακόψει οριστικά τη λειτουργία της το μήνα Ιούνιο του έτους 2008.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να ζητήσει ως ζημία το διαφυγόν κέρδος το οποίο μπορούσε να πραγματοποιήσει με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων συνιστάμενο στην απώλεια των κερδών που θα πραγματοποιούσε κατά την πενταετία 2008-2012. Τα δε καθαρά κέρδη που είναι πιθανό ότι θα πραγματοποιούσε κατ' έτος, προκύπτουν από τον μέσο όρο των μερικών αποτελεσμάτων κερδών των ετών 2003 έως 2007, όπως αυτά αποτυπώνονται στους ισολογισμούς των ετών 2003 έως 2007.
Ειδικότερα για τη χρήση 2003 δηλώθηκε το ποσό 47.056,82 ευρώ, για τη χρήση 2004 δηλώθηκε το ποσό 15.048,82 ευρώ, για τη χρήση 2005 δηλώθηκε το ποσό 12.640,53 ευρώ, για τη χρήση 2006 δηλώθηκε το ποσό των 18.455,84 ευρώ, για τη χρήση 2007 δηλώθηκε το ποσό των 19.010,18 ευρώ και συνολικά για τις ανωτέρω χρήσεις δηλώθηκε το ποσό των 312.202,19.
Συνεπώς, το ετήσιο κέρδος το οποίο προσδοκούσε μετά βάσιμης πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα αποκόμιζε εάν δεν είχε μεσολαβήσει το γεγονός της καταστροφής των εγκαταστάσεών της από την πυρκαγιά και η άρνηση των εναγομένων να της μισθώσουν νέες εγκαταστάσεις, ανέρχεται στο μέσο όρο των κερδών των προηγούμενων χρήσεων ήτοι στο ποσό των 62.440,44 ευρώ [47.056,82 + 15.048,82 + 12.640,53 + 18.445,84 + 19.010,18 = 312.202,19 ευρώ : 5 έτη = 62.440,44 ευρώ ανά έτος]. Ειδικότερα, όσον αφορά το έτος 2008, το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους αφορά το μεταγενέστερο της διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης χρονικό διάστημα ήτοι την 30.06.2008 άρα χρονικό διάστημα έξι μηνών και συνίσταται στο ποσό των 31.220,22 ευρώ [62.440,44 : 2 = 31.220,22].
Συνεπώς, η πρώτη ενάγουσα απώλεσε κέρδη τα οποία προσδοκούσε μετά βάσιμης πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα αποκόμιζε για το έτος 2008 ποσού 31.220,22 ευρώ, για το έτος 2009 ποσού 62.440,44 , για το έτος 2010 ποσού 62.440,44, για το έτος 2011 ποσού 62.440,44, για το έτος 2012 ποσού 62.440,44 και συνολικά ποσό 280.981,98 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό κονδύλιο για το μετέπειτα της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης χρονικό διάστημα ήτοι την 30.06.2008 ως ουσιαστικά αβάσιμο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος έφεσης της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας της από 23.04.2017 (αριθμ.
καταθ. 525690/501467/2017) έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει κατά αυτό το κεφάλαιο να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί κατά το σχετικό κεφάλαιο από το Δικαστήριο τούτο και ενόψει των κατά τα ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, η αγωγή κατά το κεφάλαια για τα διαφυγόντα κέρδη να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν για το ποσό των 280.981,98 ευρώ, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων- εκκαλουσών ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι στους χώρους των γραφείων της ενάγουσας εταιρείας, ο αρχικός δεύτερος ενάγων διατηρούσε μια συλλογή από παλαιά μηχανήματα και άλλα μικροαντικείμενα συναφή με αυτά πού σχετίζονταν με την παραγωγική δραστηριότητα συναφών προϊόντων κατά τους 19° και 20ο αιώνα.
Η ύπαρξη των παλαιών αυτών μηχανημάτων στους χώρους των γραφείων της πρώτης ενάγουσας αποδεικνύεται από την επισκόπηση των προσκομισ0εισών φωτογραφιών, που έχουν ληφθεί πριν την πυρκαγιά, όπου απεικονίζονται το γραφείο του αρχικού δεύτερου ενάγοντος με τα παλαιά μηχανήματα και άλλα αντικείμενα μουσειακής αξίας σχετικής με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα αλλά και αυτές οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τον ίδιο χώρο με τα απομεινάρια ορισμένων μηχανών - σιδερένια μέρη - μετά την πυρκαγιά και μάλιστα από την επισκόπησή τους, η ταύτιση του χώρου τον γραφείου πριν και μετά τη φωτιά, με τα παραπάνω μηχανήματα αναρτημένα στους τοίχους αλλά και τα καθήμενα επιδαπέδια είναι ευχερής.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από 1.11.2007 επιστολή του αρχικού δεύτερου ενάγοντα προς το τμήμα Κλωστικής - Υφαντικής της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του ΤΕΙ Πειραιά περί του ότι προτίθεται να χαρίσει τη συλλογή που διατηρεί στο χώρο της επιχείρησής του στην οποία επισυνάπτεται και σχετικός κατάλογος σε συνδυασμό με την από 09-11-2007 ευχαριστήρια επιστολή δια την προσφερόμενη που έχει συντάξει ο Τομεάρχης Κλωστικής -Υφαντικής της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών τον ΤΕΙ Πειραιά.
Δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων - εκκαλουσών περί του ότι ο δεύτερος ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, καθόσον είχε στεγάσει εντός των μίσθιων χώρων της επιχείρησης, μουσειακή έκθεση, χωρίς να προβλέπεται από τη μισθωτική σύμβαση και χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση της εκμισθώτριας, πρώτης εναγομένης.
Τούτο διότι ο αρχικός δεύτερος ενάγων ως κύριος των μουσειακών εκθεμάτων στηρίζει την αξίωσή του στην αδικοπραξία και όχι στη σύμβαση μίσθωσης. Δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων - εκκαλουσών περί του ότι δεν υπήρχαν μουσειακά εκθέματα στο χώρο των κτιρίων Η και Ζ, διότι δεν απεικονίζεται χώρος μουσείου στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης πού συνέταξε ο διορισμένος από την πυροσβεστική πραγματογνώμονας Κ.
Γ., καθώς και στο σχεδιάγραμμα που είναι προσαρτημένο στην υπ' αριθμό 14812/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εκκαλούσας- εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Ε. Α.. Τούτο διότι στα ως άνω σχεδιαγράμματα απεικονίζονται οι χώροι της επιχείρησης και όχι τα αντικείμενα που περιέχονταν σε αυτούς.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι ο δεύτερος ενάγων είχε μεταφέρει τα μηχανήματα αυτά στο γραφείο του και στους χώρους της επιχείρησης επί τούτου, προκειμένου να φωτογραφήσει και στη συνέχεια τα απομάκρυνε, κυρίως διότι δεν επικαλούνται αλλά και δεν αποδείχθηκε για ποιο λόγο προέβη σε αυτήν την ενέργεια δεδομένου ότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι μελλοντικά θα διεκδικούσε αποζημίωση λόγω καταστροφής τους σε επιγενόμενη πυρκαγιά.
Περαιτέρω, η προταθείσα επικουρικά εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση συντρέχοντος πταίσματος την οποία οι εναγόμενες - εκκαλούσες επαναφέρουν με τις προτάσεις τους ισχυριζόμενες ότι ο δεύτερος ενάγων - εφεσίβλητος είχε στεγάσει μουσειακή έκθεση εντός των μίσθιων χώρων που προορίζονταν για βιομηχανική χρήση, χωρίς αυτό να προβλέπεται από τη σύμβαση μίσθωσης και χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση της εκμισθώτριας, της οποίας δεν επέστησε την προσοχή της στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, δεδομένου ότι αιτείται την καταβολή του ποσού των 1,223.500 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει την αιτούμενη αξία των καταστραφέντων μηχανημάτων, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Τούτο διότι ο δεύτερος ενάγων ως κύριος των μουσειακών αντικειμένων στηρίζει την αξίωση για την καταβολή αποζημίωσης για την καταστροφή των ευρισκομένων εντός τον χώρου της επιχείρησης μουσειακών εκθεμάτων στην αδικοπραξία, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγομένων και δεν εγείρει αξιώσεις από τη μισθωτική σχέση.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση ορθά το νόμο ερμήνευσε. Επομένως, ο σχετικός λόγος από της 10.01.2016 (αριθμ. καταθ. 223/2016) έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και από τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδείχθηκε ότι η μουσειακή έκθεση αποτελείτο από τα κάτωθι αναφερόμενα αντικείμενα έκαστο των οποίων είχε την κάτωθι αξία- λαμβανομένου υπόψη και του έτους κατασκευής, την εργασία που έκαστο επιτελούσε και τον ότι ήταν επαρκώς συντηρημένα: 1) μια ανέμη έτους κατασκευής 1875, αξίας 4.000 ευρώ, 2) μια ανέμη έτους κατασκευής 1870, αξίας 5.000 ευρώ, 3) μία μπομπινουάρ υφαδίου με έτος κατασκευής 1870, αξίας 4.000 ευρώ, 4) ένα στριφτήριο μάλλινων νημάτων με έτος κατασκευής 1870, αξίας 3.000 ευρώ, 5) έναν κτυπητήρα μαλλιού με έτος κατασκευής 1875, αξίας 3.000 ευρώ, 6) μια μπομπινουάρ για βαφή νημάτων με έτος κατασκευής 1870, αξίας 4000 ευρώ, 7) ένα υγρόμετρο ηλεκτρικό βάμβακος κατασκευής 1935, αξίας 1000 ευρώ, 8) ένα υγρόμετρο βάμβακος φορητό κατασκευής 1945, αξίας 3.000 ευρώ, 9) ένα υγρόμετρο βελόνων για μπομπίνες κατασκευής 1952, αξίας 1.000 ευρώ, 10) ένα δυναμόμετρο χειροκίνητο για πολυεστερικά νήματα κατασκευής 1932, αξίας 5.000 ευρώ, 11) ένα δυναμόμετρο ηλεκτρικό κατασκευής 1920, αξίας 5.000 ευρώ, 12) ένα δυναμόμετρο για ψιλά νήματα κατασκευής 1928, αξίας 5.000 ευρώ, 13) ένα δυναμόμετρο ηλεκτρικό για στριμμένα νήματα, κατασκευής 1968, αξίας 2.000 ευρώ, 14) ένα ρολόι παρουσίας εκκρεμές χειροκίνητο κατασκευής 1918, αξίας 20.000 ευρώ, 15) ένα ρολόι εκκρεμές εργοστασίου κατασκευής 1922, αξίας 13.000 ευρώ, 16) ένα ρολόι νυχτοφύλακα κατασκευής 1950, αξίας 2.000 ευρώ, 17) μία ανέμη φυτιλιού σε γιάρδες κατασκευής 1950, αξίας 2.000 ευρώ, 18) μία ανέμη νημάτων σε γιάρδες από ορείχαλκο κατασκευής 1950, αξίας 3.000 ευρώ, 19) μία ανέμη φυτιλιού σε μέτρα, αξίας 4.000 ευρώ, 20) ένα στροφόμετρο σταθερό των 50 αιπ κατασκευής 1958 αξίας 5.000 ευρώ, 21) ένα στροφόμετρο φορητό κατασκευής 1952, αξίας 5.000 ευρώ, 22) πέντε ρωμαϊκοί ζυγοί νήματος κατασκευής 1960, αξίας καθενός 500 ευρώ (5Χ500), δηλαδή συνολικής αξίας 2.500 ευρώ, 23) τρεις ντούγες κτυπητήρων σκούτσερ κατασκευής 1920, αξίας 700 ευρώ καθεμία (3Χ700), δηλαδή συνολικής αξίας 2.100 ευρώ, 24) ένα μπροστινό μέρος σκουτσερ κατασκευής 1920, αξίας 5.000 ευρώ, 25) δέκα υγρόμετρα- θερμόμετρα, καταγραφικά χώρου, κατασκευής 1.960 αξίας 200 ευρώ το καθένα (10Χ200), δηλαδή συνολικής αξίας 2.000 ευρώ, 26) μια λάμπα υπεριώδης για διαχωρισμό διαφόρων υλών κατασκευής 1965, αξίας 1.000 ευρώ, 27) ένας μικροσκοπικός ζυγός κατασκευής 1918, αξίας 5.000 ευρώ, 28) είκοσι τεμάχια από κομποδέτες χειρός κατασκευής 1951, αξίας 200 ευρώ καθένα (20Χ200), συνολικής αξίας 4.000 ευρώ, 29) μία πλεκτομηχανή κατασκευής 1920 αξίας 4.000 ευρώ, 30) μία μασουρίστρα αργαλειού, κατασκευής 1950, αξίας 4.000 ευρώ, 31) ένα ρεκτιφιέ πιεστικών κατασκευής 1952, αξίας 4.000 ευρώ, 32) ένα πιεστικό κλώστριας κατασκευής 1948 αξίας 1.000 ευρώ, 33) μία ζυγαριά σε οκάδες κατασκευής 1940, αξίας 1.000 ευρώ, 34) μία συλλογή δειγματολογίου γερμανικού εργοστασίου κατασκευής 1936 αξίας 5.000 ευρώ, 35) μία υπολογιστική αριθμομηχανή λογιστηρίου χειροκίνητη κατασκευής 1938, αξίας 500 ευρώ, 36) μια γραφομηχανή γαλλική έτους κατασκευής 1942, αξίας 500 ευρώ, 37) ένα τέλεξ εργοστασίου κατασκευής 1952, αξίας 500 ευρώ, 38) ένα τηλεφωνικό κέντρο με βύσματα εργοστασίου, κατασκευής 1932, αξίας 1.000 ευρώ, 39) είκοσι πέντε σαΐτες αργαλειών διαφόρων τύπων αξίας καθεμίας 50 ευρώ (25 X100) δηλαδή συνολικής αξίας 2.500 ευρώ, 40) ένας αργαλειός κατασκευής 1912, αξίας 5.000 ευρώ, 41) ένας μηχανισμός συρραφής λουριών, κατασκευής 1960, αξίας 500 ευρώ, 42) μία πακετομηχανή πιέσεως χειροκίνητη κατασκευής 1912 αξίας 5.000 ευρώ, 43) ένα μηχανισμό ελέγχου νημάτων κατασκευής 1968 αξίας 500 ευρώ, 44) μία μηχανή επενδύσεως εύκαμπτης γαρνιτούρας ξύλινης κατασκευής 1918, αξίας 2.000 ευρώ, 45) ένα δοκιμαστικό μηχάνημα κατασκευής 1932 αξίας 1.000 ευρώ, 46) ένα μικρό λανάρι δειγμάτων κατασκευής 1922 αξίας 2.000 ευρώ, 47) μία κλώστρια βάμβακος έξι ατράκτων κατασκευής 1950 αξίας 3.000 ευρώ, 48) 80 νηματοδηγοί ξύλινης ανέμης κατασκευής 1900 αξίας καθενός 50 ευρώ (80x50) συνολικής αξίας 4.000 ευρώ, 49) μία καρτελομηχανή χειροκίνητη αργαλειού κατασκευής 1962 αξίας 3.000 ευρώ, 50) μία καρτελομηχανή χειροκίνητη ΖΑΚΑΡΙ πλεκτομηχανής κατασκευής 1960 αξίας 1.000 ευρώ, 51) ένα δοκιμαστικό αδράχτι με μοτέρ για στρίψεις κατασκευής 1966 αξίας 500 ευρώ, 52) ένα σύστημα αναπτύξεως συρτού με λαστιχένια βαρίδια κατασκευής 1958, αξίας 500 ευρώ, 53) μια μικρή χαρμανιέρα πρώτων υλών κατασκευής 1910, αξίας 3.000 ευρώ, 54) αρχεία χαρμανιών πρώτων υλών κατασκευής 1919 αξίας 5.000 ευρώ, 55) ένα πλυντήριο ξύλινο στρογγυλό για μαλλιά (βαρέλα) κατασκευής 1890 αξίας 3.000 ευρώ, 56) ένας χειροκίνητος μετρητής διαγράμματος ίνας βάμβακος κατασκευής 1939, αξίας 1.000 ευρώ.
Το αιτούμενο ποσό επιπλέον αποζημίωσης 50.000 ευρώ, για την αξία ενός συνόλου από τα άλλα εργαλεία, αντικείμενα και μηχανήματα, που δεν περιγράφονται αλλά που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, έχουν ανάγκη από συντήρηση και ταξινόμηση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξή τους ούτε η φθορά τους. 'Ετσι, η συνολική αξία των αντικειμένων που καταστράφηκαν, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων (185.600) ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτό το κονδύλιο αυτό ως το ποσό των 82.650,00 εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος έφεσης τον δεύτερον ενάγοντα- εκκαλούντος της από 23.03.2017 (αριθμ. καταθ. 525690/501467/2017) έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει κατά αυτό το κεφάλαιο να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί κατά το σχετικό κεφάλαιο από το Δικαστήριο τούτο και ενόψει των κατά των ανωτέρω πραγματικών τεριστατικών, η αγωγή κατά το κεφάλαιο για τα μουσειακά εκθέματα να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν, για το ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων (185.600) ευρώ, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων - εκκαλουσών ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Συνεπώς πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες της από 19.04.2010 (αρ. εκ. κατ. 77178/4364/2017) αγωγής οφείλουν να καταβάλλουν, ενεχόμενες εις ολόκληρον η πρώτη εναγομένη εταιρεία και η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων το ποσό των τριακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών ( 43.047,00 + 30.000+ 280.981,98 ευρώ = 354.028,98) στην πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ.
Α. Β. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία ΑΕΒΕ" και το ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων (185.600) ευρώ στον δεύτερο εκκαλούντα που υπεισήρθε στη θέση τον αρχικού δεύτερου ενάγοντα. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε, ότι, η ενάγουσα της από 08.06.2010 (αρ. εκ. κατ. 111885/6488/2010) αγωγής - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, είχε αναλάβει την υποχρέωση να ασφαλίσει έναντι του κινδύνου της πυρκαγιάς τα μηχανήματα και τα προϊόντα της μισθώτριας εταιρείας με έγκυρη από 23-03-2007 έως 23-03-2008 και σε ισχύ κατά το χρόνο της πυρκαγιάς υπ' αριθμ.
… σύμβαση ασφάλισης, ποσού για τα μηχανήματα 793.899 ευρώ και ποσού 790.200 ευρώ για τα εμπορεύματα και τις πρώτες ύλες. Με τη σύμβαση αυτή, υποχρεώθηκε και συμμορφώθηκε οικειοθελώς στην υποχρέωσή της, να καταβάλλει στη μισθώτρια εταιρεία, συμβιβαστικά, με σύμβαση που υπογράφηκε στις 18-11-2018 το ποσό των 925.000 ευρώ, για το οποίο υπεγράφη η ημερομηνία 26-11-2008 εξοφλητική απόδειξη.
Με την καταβολή, η ενάγουσα υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια από το νόμο (άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2496/1997) στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της, κατά των ευθυνόμενων σε αποκατάσταση της ζημίας της τελευταίας, εναγομένων ήτοι πρώτης και δεύτερης και τρίτης εναγόμενης. Πέραν τούτου, η μισθώτρια εταιρεία, σε εκτέλεση σχετικού όρου των ασφαλιστήριων συμβολαίων, εκχώρησε την απαίτηση της αυτή στην ενάγουσα με σχετική σύμβαση που περιλήφθηκε στο πιο πάνω από 26-11-2008 έγγραφο (άρθρο 455 επ.
ΑΚ) και που αναγγέλθηκε μάλιστα στους εναγομένους με την άσκηση την ένδικης αγωγής. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του παραπάνω ποσού των 925.000 ευρώ, που πλήρωσε στην ασφαλισμένη μισθώτρια εταιρεία από τους πρώτη και δεύτερη και τρίτη εναγόμενες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και κατά της τρίτης εναγομένης εκπροσώπου της και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει μετά της πρώτης εναγομένης εταιρείας και της δεύτερης εναγομένης, να καταβάλλουν στην ενάγουσα- εκκαλούσα εις ολόκληρον ενεχόμενες, το ποσό των εννιακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων (925.000) ευρώ με νόμιμο τόκο από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής....".
Έτσι, με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο: Α) απέρριψε την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειουσών και, Β) δέχθηκε τις εφέσεις: α) των πρώτης και δευτέρου αναιρεσίβλητων και, β) της τρίτης αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, στο πλαίσιο, που δέχθηκε τις ανωτέρω εφέσεις και δέχθηκε τις ένδικες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα ως, εν μέρει, ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των πρώτης, για το ποσό των 354.028,98 ευρώ και του δεύτερου αναιρεσιβλήτων, για το ποσό των 185.600 ευρώ και, στο σύνολό της, εκείνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας και αναγνώρισε ότι οι ήδη αναιρεσείουσες, εναγόμενες, οφείλουν να καταβάλουν, τα εν λόγω χρηματικά ποσά, εις ολόκληρον, στους ανωτέρω ενάγοντες, αντίστοιχα.
Οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η οποία, όπως υποστηρίζουν, συντελέσθηκε με την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας της β' αναιρεσείουσας, γιατί ενώ δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι αυτή αθωώθηκε, αμετάκλητα, με την 80578/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για το αποδιδόμενο σ' αυτήν έγκλημα του εμπρησμού από αμέλεια, των επίμαχων εγκαταστάσεων, οδηγήθηκε, εντούτοις, σε καταφατική κρίση για αδικοπρακτική της ευθύνη, η οποία θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με αυτά του ανωτέρω αδικήματος, για το οποίο αθωώθηκε.
Ο λόγος αυτός, αφορά τη δημόσια τάξη και παραδεκτά προβάλλεται, για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που τον στηρίζουν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και το επικαλούμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β'και γ'). Κρίνεται, όμως, αβάσιμος. Και τούτο διότι, το Εφετείο, στην προκειμένη περίπτωση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού, από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ανωτέρω αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, ως προς τους λόγους απαλλαγής της β' εναγομένης - τότε κατηγορουμένης και ήδη β' αναιρεσείουσας, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή της, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας αυτής, για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, περιορίστηκε ειδικώς και μόνο στα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της αστικής ευθύνης της, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού και ποινικής ευθύνης στην ανωτέρω, αμετακλήτως, αθωωθείσα ήδη β' αναιρεσείουσα, εναγομένη.
ΙΙ. Με τα άρθρα 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". "Η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της το είδος της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, από αυτήν στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 107/2003).
Περαιτέρω, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, με αποτέλεσμα της εσφαλμένης αυτής εκτιμήσεως του δικογράφου της αγωγής την θετική ή αρνητική αξιολόγηση της νομικής και ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ιστορείται, μεταξύ άλλων, στην από 27-04-2010 αγωγή, των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, ότι, συνεπεία πυρκαγιάς, που εκδηλώθηκε στις 14-12-2007, από υπαιτιότητα των δεύτερης και τρίτης αναιρεσειουσών, εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων της πρώτης, καταστράφηκαν σε ποσοστό 75% οι εγκαταστάσεις του εργοστασίου, παραγωγής νημάτων βάμβακα, της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, που λειτουργούσε σε μισθωμένους ισόγειους χώρους ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, εναγομένης εταιρείας και ολοκληρωτικά (καταστράφηκαν), τα ευρισκόμενα εκεί μηχανήματα παραγωγής των προϊόντων της, τα αποθηκευμένα εμπορεύματα και οι πρώτες ύλες, με αποτέλεσμα η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, να υποστεί:
Α) Θετική ζημία 1.459.218 ευρώ, αναλυόμενη, ειδικότερα, σε: α) 40.000 ευρώ για καταστραφέντα έπιπλα και εξοπλισμό, β) 437.000 ευρώ για καταστραφέντα μηχανήματα ευρισκόμενα στα κτίρια 2, 3, και 4, γ) 50.000 για τις καταστραφείσες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, δ) 190.640 ευρώ για τα ευρισκόμενα στο κτίριο 5 μηχανήματα, που καταστράφηκαν, ε) 621.000 ευρώ για τα έτοιμα και ημιέτοιμα προϊόντα και πρώτες ύλες της, που βρίσκονταν στα κτίρια 2,3 και 4 και καταστράφηκαν και, στ) 140.578 για τα έτοιμα προϊόντα και ημιέτοιμα προϊόντα και τις πρώτες ύλες, που βρίσκονταν στο κτίριο 5 και καταστράφηκαν.
Ιστορείται, ακόμη, ότι για την ανωτέρω ζημία της, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, έλαβε, κατόπιν εξωδίκου συμβιβασμού, για όλες τις θετικές ζημίες της, ως ασφαλιστική αποζημίωση, από την τρίτη, αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, το ποσό των ευρώ 925.000 ευρώ και, έτσι, οι ήδη αναιρεσείουσες, εναγόμενες της οφείλουν την, από 534,218 ευρώ, προκύπτουσα διαφορά, μεταξύ της ως άνω συνολικής της ζημίας (1.459.218 ευρώ) και του τελευταίου χρηματικού ποσού, που έλαβε, γι' αυτή (ζημία) ως ασφαλιστική αποζημίωση, την οποία (διαφορά) και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι της οφείλουν, εις ολόκληρον, οι ήδη αναιρεσείουσες, εναγόμενες.
Και, Β) ζημία, από διαφυγόν κέρδος 1.029.641,20 ευρώ, το οποίο, αν δεν μεσολαβούσε το ως άνω ζημιογόνο γεγονός, η ως άνω (πρώτη) αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, προσδοκούσε να αποκομίσει, στο μέλλον, από τη λειτουργία του προαναφερθέντος εργοστασίου της, με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, ειδικότερα, από την πώληση, σε πελάτες της, των προϊόντων, που θα παρήγαγε κατά την πενταετία 2008-2012 και το οποίο αντιστοιχεί, για κάθε έτος, στο ποσό των 205.928,25 ευρώ, μετά φόρων.
Για τη θεμελίωση δε της τελευταίας αυτής αξιώσεως (διαφυγόντος κέρδους) της πρώτης, αναιρεσίβλητης, διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της και τα ακόλουθα: Ότι με βάση την από 15.03.2010 οικονομική ανάλυση-έκθεση του εμπειρογνώμονα - ορκωτού λογιστή Χ. Κ., που ενσωματώνεται στο δικόγραφο και αποτελεί περιεχόμενό του, ο κύκλος εργασιών από το 2003 έως και τη χρήση 2006 είχε σημαντική άνοδο, ενώ στην χρήση 2007 επανέρχεται στα επίπεδα της χρήσης 2003.
Ότι, όσον αφορά τα μικτά κέρδη των χρήσεων 2003 έως και 2007 αυτά κυμάνθηκαν από 20% έως 37%. Ότι από την ως άνω κατάσταση αποτελεσμάτων αντιπροσωπευτικό έτος για να βασιστεί η αποτίμησή τους είναι η χρήση 2007 για το λόγο ότι οι χρήσεις 2004, 2005 και 2006 είχαν σημαντική άνοδο κύκλου εργασιών, κόστους πωληθέντων, λοιπών δαπανών, όμως η χρήση 2007 είναι η πλέον αντιπροσωπευτική.
Και, τέλος, ότι λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, ότι τη χρονική περίοδο που έγινε η πυρκαγιά, η ως άνω πρώτη ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εταιρεία είχε αρχίσει επενδυτικό πρόγραμμα για αγορά σύγχρονων μηχανημάτων, με βάση τις, λεπτομερώς, αναφερόμενες στην αγωγή παραγγελίες της, σε συγκεκριμένους προμηθευτές, αξίας 475.450,00 ευρώ, τα οποία θα χρησιμοποιούσε στην παραγωγή των προϊόντων της, καθώς και τις παραγγελίες πελατών της, στους οποίους θα πωλούσε τα παραγόμενα, από το εργοστάσιό της, προϊόντα, τα ετήσια κέρδη της, μετά φόρων, που θα αποκόμιζε από τη δραστηριότητά της αυτή και τα οποία απώλεσε, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, με τη μεσολάβηση του ενδίκου ζημιογόνου γεγονότος, προσδιορίζονται σε 205.928,25 ευρώ.
Έχοντας, επομένως, το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, γιατί περιέχει όλα τα αναγκαία, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, πραγματικά περιστατικά, για τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους των ανωτέρω αιτημάτων της. Ειδικότερα: α) ως προς το κεφάλαιο της θετικής ζημίας, με πληρότητα προσδιορίζονται και εξειδικεύονται, στο αγωγικό δικόγραφο, τα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, που εβλάβησαν ή καταστράφηκαν ολοσχερώς, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσειουσών και αναφέρεται τόσον η αξία τους, κατά τον εν λόγω χρόνο, που συνιστά τη μείωση, συνεπεία της ανωτέρω αδικοπραξίας, της υπάρχουσας, κατά το χρόνο αυτής, περιουσίας της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, και αποτελεί (η μείωση) τη θετική της ζημία.
Δεν υπήρχε δε ανάγκη, κατά νόμο, να αναγραφεί στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, για να είναι ορισμένη και, για ποιες, από τις ανωτέρω απαιτήσεις της, που απαρτίζουν τη συνολική θετική ζημία της, ικανοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, η πρώτη ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, με τη λήψη, από την τρίτη ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρεία, της προαναφερθείσας ασφαλιστικής αποζημιώσεως και κατά ποιο ποσοστό καλύφθηκε με αυτήν η ένδικη ζημία της, καθόσον η ασφαλιστική αποζημίωση, που έλαβε η πρώτη ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, αποτελεί, όπως ιστορείται σ' αυτή (αγωγή), το αποτέλεσμα συμβιβασμού, μεταξύ της ανωτέρω ενάγουσας και της ασφαλιστικής εταιρείας, για τη μερική κάλυψη όλων των, ασφαλισμένων, θετικών ζημιών της και, συνεπώς, το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για κάθε, επιμέρους κονδύλιο, εκείνου των 534.218 ευρώ, που δεν καλύφθηκε από την, κατά τ' ανωτέρω, συμβιβαστικά, ληφθείσα ασφαλιστική αποζημίωση, για το σύνολο των θετικών ζημιών και επιδιώκεται με την ένδικη αγωγή της, ευχερώς προσδιορίζεται με απλό μαθηματικό υπολογισμό και δη με την αναγωγή του ποσοστού του συνόλου της απαίτησης, που καλύφθηκε, με την ασφαλιστική αποζημίωση, σε καθένα από τα επιμέρους κονδύλια, που το απαρτίζουν.
β) Ως προς δε το κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους, αναφέρονται, με πληρότητα, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, που ασκούσε, ή πρώτη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, εταιρεία, μέχρι τον ανωτέρω χρόνο της καταστροφής, ως αποτέλεσμα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, των εργοστασιακών της εγκαταστάσεων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείτο αυτή η δταστηριότητά της, καθώς και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, από αυτήν στο μέλλον, από την πώληση, σε πελάτες της, των προϊόντων, που θα παρήγαγε, στο εργοστάσιό της, αν δεν μεσολαβούσε η ανωτέρω πυρκαγιά, ως ζημιογόνο γεγονός.
Ενώ, δεν ήταν αναγκαία, κατά νόμο, για το ορισμένο της αγωγής, ως προς την υπόψη αξίωση του διαφυγόντος κέρδους και η περαιτέρω εξατομίκευση των καταστραφέντων αντικειμένων, που απάρτιζαν τον εξοπλισμό της επιχείρησης της ενάγουσας, κατ' είδος, ποσότητα, αξία κτήσης αυτών, καθώς και των καταστραφέντων εμπορευμάτων, κατ' είδος, ποσότητα, ποιότητα, προέλευση, χρόνο και τιμή κτήσης αυτών, ανά μονάδα μέτρησης και πραγματική αξία, για ένα έκαστο τούτων, κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, διότι όλα αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν προϋποθέσεις προς θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, αλλά ανάγονται στην εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών, με τις αποδείξεις.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την αγωγή, ως προς τα ανωτέρω κονδύλια της θετικής ζημίας και των διαφυγόντων κερδών, δεν έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, και οι περί του αντιθέτου, δεύτερος και τρίτος, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006), ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).
Ελλείψεις και αντιφάσεις, σχετικά με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, με τα οποία αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται, περί της συνδρομής των κρίσιμων περιστατικών, δεν αποτελούν "ζητήματα" και, συνεπώς, δεν ιδρύουν τον παρόντα αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της. συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1668/2013). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά, συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ1398/2015).
Εξάλλου, η εύλογη αποζημίωση, που προβλέπεται από το άρθρο 932 ΑΚ, αποσκοπεί στην υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το "εύλογο" της αποζημίωσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής προσδιορίζεται, με βάση αντικειμενικά στοιχεία και όχι τις υποκειμενικές ανέλεγκτες αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Η κρίση δε του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η εμπεριέχουσα το "εύλογο", αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος και εκφραζομένη στην υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Τέλος, από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα...", συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011). β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).
γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Και, δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 627/2009).
Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.
Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσωπήσεως και διοικήσεως αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 22 παρ. 1 εδ. α' του Κώδικα νόμων 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 253/2013).
IV. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, ανταποδεικτικά και συγκεκριμένα: (α) τα δελτία επιθεωρήσεως και συντηρήσεως των ετών 1990-2009, (β) το από 15-11-2006 έγγραφο της Δ.Ε.Η. Και, (γ) το με αρ. 545/15-07-2000 τιμολόγιο του ηλεκτρολόγου Γ. Π. συνολικού ποσού 600.000 δρχ. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προαναφερόμενες σκέψεις του, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, αναφέροντας, ειδικότερα, ως προς τα έγγραφα, ότι έλαβε υπόψη: "...όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...". Από τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, έστω και αν, όπως, άλλωστε, δεν είχε τέτοια υποχρέωση, παρέλειψε να τα αναφέρει και αξιολογήσει, ειδικώς, ένα προς ένα. Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος.
V. Με τους πέμπτο και έκτο αναιρετικούς λόγους, από τους αριθμούς 1 και 19, οι αναιρεσείοντες, εναγόμενοι, μέμφονται το Εφετείο ότι καταφάσκοντας, κατά τ' ανωτέρω, την αδικοπρακτική τους ευθύνη, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις διατάξεις των άρθρων 330 εδ.
β' και 71 του ΑΚ, αντίστοιχα. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: 1) Η ένδικη ζημία της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, προκλήθηκε συνεπεία πυρκαγιάς, οφειλομένης σε υπαιτιότητα των ήδη δεύτερης και τρίτης αναιρεσειουσών, εναγομένων, προέδρου και αντιπροέδρου, αντίστοιχα του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης και νομίμων εκπροσώπων αυτής. 2) Η υπαιτιότητά τους συνίσταται στο ότι ενώ αυτές, υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, είχαν, την ευθύνη συντηρήσεως και ελέγχου του επίμαχου καλωδίου, που εκκινούσε από ευρισκόμενο σε χώρο της ιδιοκτησίας της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, εταιρείας υποσταθμό της ΔΕΗ και διερχόμενο μέσα από την οροφή των εγκαταστάσεων του εργοστασίου, το οποίο η τελευταία είχε εκμισθώσει στην ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα και, ειδικότερα, να ενεργήσουν φροντίζοντας να μεταβάλουν τη θέση του, να το στηρίξουν καταλλήλως και να τοποθετήσουν, σ' αυτό προστατευτικό κάλυμμα, ώστε να αποφευχθούν φθορές και αλλοιώσεις του και, εντεύθεν, ο κίνδυνος εκδηλώσεως πυρκαγιάς, από υπερθέρμανση ή βραχυκύκλωμα, ενέργεια που αρκούσε να αποτρέψει την πρόκληση της επίμαχης πυρκαγιάς.
Και, 3) Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση και μετάδοση της επίμαχης πυρκαγιάς, συνεπεία της οποίας η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, υπέστη τις ανωτέρω ζημίες και ηθική βλάβη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο: α) δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71, 330 εδ. 2, 914 ΑΚ, 71 ΑΚ, τις οποίες, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σχετικά με την παραδοχή της από αδικοπραξία ευθύνης των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων.
Σημειουμένου, επιπροσθέτως, αναφορικά με την επικαλούμενη, από τη δεύτερη ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη, έλλειψη ευθύνης της, λόγω ανάθεσης εξουσιών στην τρίτη, ότι και στην περίπτωση αυτή δεν αίρεται η σχετική ευθύνη της, διότι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, λόγω της φύσης αυτού ως συλλογικού οργάνου έχουν υποχρέωση να ενημερώνονται για τις εταιρικές υποθέσεις και σε περίπτωση ανάθεσης εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου σε άλλους συμβούλους ή τρίτους, έχουν υποχρέωση εποπτείας αυτών (ΑΠ 78/2020).
Και, β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες.
Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει, όπως, ειδικότερα, προβάλλεται με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, μεταξύ της αναφοράς του Εφετείου ότι οι ήδη αναιρεσείουσες, εκκαλούσες, εναγόμενες, είχαν αναθέσει τη συντήρηση του, ευρισκομένου στο ακίνητο της ιδιοκτησίας τους, υποσταθμού ρεύματος της ΔΕΗ, από τον οποίο ξεκινούσε το επίμαχο καλώδιο, στην τεχνική εταιρεία "E. ΕΠΕ" και εκείνης ότι δεν τηρήθηκαν, εκ μέρους αυτών (αναιρεσειουσών) οι ενδεδειγμένοι κανόνες επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, για έλεγχο και συντήρηση του καλωδίου αυτού, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην κατάφαση της αμελούς συμπεριφοράς τους.
Και τούτο διότι, το Εφετείο δεν δέχθηκε, ούτε, άλλωστε, οι αναιρεσίβλητες, εναγόμενες υποστήριξαν, ότι είχαν αναθέσει στην ανωτέρω τεχνική εταιρεία, πλην του υποσταθμού της ΔΕΗ και τη συντήρηση του επίμαχου καλωδίου. Πέραν του ότι η αναφορά περί ανάθεσης, από τις αναιρεσείουσες, της συντήρησης του υποσταθμού ρεύματος της ΔΕΗ στην ανωτέρω τεχνική εταιρεία τέθηκε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διηγηματικά και στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του Εφετείου, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, προκειμένου να στηρίξει το ανωτέρω, σαφές, αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, οι πέμπτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι κρίνονται αβάσιμοι. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού, με πρόσχημα τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, πλήττουν την ακυρωτικά ανέλεγκτη, περί πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VI. Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η πρώτη ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη, προσάπτει στο Εφετείο ότι με το να κρίνει ως "εύλογο" το ποσό των 30.000 ευρώ, για τη χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά τον προσδιορισμό του, γιατί αυτό δεν είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά διογκωμένο, ενόψει, ιδίως, της, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του, συμπεριφοράς αυτής.
Ο λόγος αυτός προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Και ναι μεν ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος αφορά τη δημόσια τάξη, αφού αναφέρεται σε παραβίαση Συνταγματικής αρχής, πλην, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης και δη των προτάσεων και της έφεσης της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τον προβαλλόμενο ισχυρισμό δεν είχαν υποβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, ούτε γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ίδιος λόγος, κρίνεται αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση, που οφείλει η πρώτη αναιρεσείουσα, εναγομένη στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) τα ποσά, που επιδικάζονται, συνήθως, σε παρόμοιες περιπτώσεις.
VIΙ. Η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, κατά την οποία: "Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε.", εφαρμόζεται σε περίπτωση που υπάρχει υποχρέωση προς αποζημίωση, οφειλομένη είτε σε αθέτηση προϋπάρχουσας σύμβασης είτε σε αδικοπραξία (ΑΠ 815/2019, ΑΠ 1903/2013, ΑΠ 1630/2010, ΑΠ 56/1994, ΑΠ 1477/1983).
Με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η παραβίαση αυτή συντελέσθηκε:
α) Με το να μη εφαρμόσει την ανωτέρω διάταξη, ενώ ήταν εφαρμοστέα και, συνακόλουθα, ν' απορρίψει, ως μη νόμιμη τη στηριζομένη σ' αυτή ένστασή τους, περί συνυπαιτιότητας, κατά ποσοστό 99,9% του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος, στην ένδικη ζημία του, που παραδεκτά προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο, με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, ζητώντας την απόρριψη της, εναντίον τους, ένδικης, με αδικοπρακτική βάση, αγωγής του τελευταίου.
Και, β) με το να καταλήξει στο ανωτέρω απορριπτικό του πόρισμα με αντιφατικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης. Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, έκρινε ως μη νόμιμη, την ανωτέρω ένσταση και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, με την αιτιολογία ότι: "...ο δεύτερος ενάγων ως κύριος των μουσειακών αντικειμένων στηρίζει την αξίωση για την καταβολή αποζημίωσης για την καταστροφή των ευρισκόμενων εντός του χώρου της επιχείρησης μουσειακών εκθεμάτων στην αδικοπραξία, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγομένων και δεν εγείρει αξιώσεις από τη μισθωτική σχέση...".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως, την προαναφερθείσα διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, διότι δεν την εφάρμοσε, ενώ, κατά την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, αυτή ήταν εφαρμοστέα, στην προκειμένη περίπτωση, όπου η ένδικη αξίωση, του ανωτέρω ήδη αναιρεσιβλήτου, έναντι των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, αφορά αποζημίωσή του από αδικοπραξία και, επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, που βάσιμα του αποδίδεται, με το πρώτο σκέλος του ως άνω ογδόου αναιρετικού λόγου, ο οποίος, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την αιτίαση του δευτέρου σκέλους του, όμως, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία καταλογίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειουσών, χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική της έρευνα και, επομένως, αυτός δεν ιδρύεται, στην προκειμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 3/1997).
VΙIΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει: α) να απορριφθεί ως προς τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες. Και, β) να γίνει δεκτή, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, που, αφού απέρριψε την ανωτέρω ένσταση των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αρχικού δευτέρου ενάγοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, να καταβάλουν στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, που υπεισήλθε στη θέση του αρχικού δευτέρου ενάγοντος, ως μοναδικός κληρονόμος αυτού ως αποζημίωση, για την ένδικη αιτία, το χρηματικό ποσό των 185.600 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το, ως άνω, αναιρεθέν μέρος της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν, προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, σ' αυτές (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που νίκησαν και οι τελευταίες, καθόσον ηττήθηκαν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων καθεμιάς των πρώτης και τρίτης αναιρεσίβλητων, που νίκησαν και οι οποίες παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, καθόσον η εκπροσώπησή τους αυτή ήταν αναγκαία αφού υπηρετούσαν ίδιο συμφέρον η καθεμία κατά παραδοχή της βασιμότητας των, εκατέρωθεν, νομίμως υποβληθέντων σχετικών αιτημάτων των νικησάντων διαδίκων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 4765/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό (παράγραφος V
ΙΙ) της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το, ως άνω, αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Απορρίπτει, ως προς τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες, την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε μία και τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ