Legislator Case Law & Legislation
1308/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment rejecting plaintiff's standing due to lack of standing.

Case Number 1308/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision rejecting the plaintiff's standing. The appellant argued the lower court failed to examine the merits of the standing issue, but the court found the appellate court correctly upheld the first-instance ruling. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(1)(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance rejected the claim as inadmissible or lacking standing, as the appellate court cannot conduct a substantive review of the standing issue in such cases.

Keywords

AI generated
lack of standing admissibility of appeal substantive review upholding first instance legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 44/1990
Supreme Court 689/2017
Supreme Court 684/2017
Supreme Court 103/2017
Supreme Court 92/2017
Supreme Court 1225/2013
Supreme Court 207/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1308 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1308/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσαμασίρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΤΩΝ" που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φρίξο Γεραλή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/10/2016 αίτησή του και τους από 11/9/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου, συζητήθηκαν: α) η από 06-10-2016 αίτηση αναιρέσεως και, β) οι με ιδιαίτερο δικόγραφο από 11-09-2017, παραδεκτώς ασκηθέντες, πρόσθετοι λόγοι αυτής (βλ. .../19-09-2017 έκθεση επιδόσεως στον καθ' ου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Σ. Β.), κατά της, αντιμωλία εκδοθείσας, υπ' αριθ. 46/2016, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με αυτήν (βλ. ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων. Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 41 ΝΔ496/1974, με εσφαλμένη εφαρμογή, αφού δέχθηκε ότι η μίσθωση, την οποία καταρτίζει ΝΠΔΔ και εν προκειμένω ο αναιρεσίβλητος Δήμος πρέπει να υποβάλλεται, επί ποινή ακυρότητας της σύμβασης αυτής, σε έγγραφο τύπο, μολονότι στην τρίτη παράγραφο του άρθρου αυτού, που εφαρμόζεται όταν εκπληρώθηκε η σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ότι: "η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν με ιδιαίτερα έγγραφα".

Όμως, ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δεν εφάρμοσε την επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα ως άνω διάταξη, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν ήταν εφαρμοστέα, αλλά αυτή του άρθρου 44 παρ. 2 του ΠΔ 715/1979, περί μισθώσεων ΝΠΔΔ (ΑΠ 1668/2008).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 7 του ΚΠολΔ, διότι "το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα". Ο λόγος αυτός, που υπάγεται στον αριθμό 8 της ως άνω διάταξης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ουδεμία αναφορά διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο αναφορικά με το ποια ήταν τα "πράγματα", που κατά τον αναιρεσείοντα δεν προτάθηκαν, από ποιόν, πότε και πως, ούτε ποια η επίδρασή τους στην έκβαση της δίκης, που εντούτοις έλαβε υπόψη του το Εφετείο.

IV. Από την διάταξη του άρθ.559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σαφώς συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία (διατυπώνοντας και συναφές πόρισμα), ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη αυτών των αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής του νομιμοποιήσεως. Επομένως, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου Μικροπωλητών Εμπόρων Παζαριών Ηπείρου, (χωρίς ουδεμία αναφορά άλλου στοιχείου, προσδιοριστικού της ταυτότητας του εν λόγω εγγράφου, ως και του χρόνου και τρόπου προσκομιδής του, με επίκληση, στο δικαστήριο της ουσίας), είναι απορριπτέος, προδήλως, ως απαράδεκτος, (για τα παραπάνω βλ. σε συνδ. ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 618/2017, ΑΠ 53/2015, 950, 940, 262/2014).

V. Ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που αφορά παραμόρφωση εγγράφου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό που αναφερόταν στο έγγραφο αυτό, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής. (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 710/2015, ΑΠ 306/2014). Εξάλλου, για την ίδρυση του ίδιου αναιρετικού λόγου, πρέπει το παραμορφωθέν έγγραφο να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικό μέσο. Τέτοιο έγγραφο δεν θεωρείται η αγωγή και γενικά τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 523/2016, ΑΠ 710/2015, ΑΠ 1007/2009, ΑΠ168/2006, ΑΠ 1066/2004, ΑΠ 980/2003).

Συνακόλουθα, οι από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι με το πρώτο σκέλος των οποίων προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 29 Αυγούστου 2008 έγγραφης σύμβασης εκχώρησης μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του "Σωματείου Μικροπωλητών Εμπόρων Παζαριών Ηπείρου", αναφορικά με την θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού προς δικαστική επιδίωξη των ενδίκων αξιώσεών του, είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, ούτε σε ανάγνωση των προσκομιζομένων, με επίκληση, αποδεικτικών εγγράφων, αλλά επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής του νομιμοποίησης. Απαράδεκτοι, επίσης και απορριπτέοι, είναι οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι και κατά το δεύτερο σκέλος τους, με το οποίο παραπονείται ο αναιρεσείων για παραμόρφωση, από το Εφετείο, του περιεχομένου του δικογράφου της ένδικης αγωγής του, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το αγωγικό δικόγραφο δεν θεωρείται έγγραφο.

VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και, συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 689/2017, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 103/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 1225/2013).

Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπό του ως διαδίκου, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο με την απόφασή του αυτή, παραδεκτώς επισκοπούμενη (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, ούτε εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, αλλά επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησής του.

VII. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, με επίκληση του αρ. 9 του ανωτέρω άρθρου, η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση και δη την επικουρικώς ασκηθείσα βάση της ένδικης αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο λόγος αυτός, που στην πραγματικότητα υπάγεται στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και, εντεύθεν, απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων, εκκαλών, ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής του, λόγω εκχώρησης των διαλαμβανομένων σ' αυτήν αξιώσεών του σε τρίτο, την απέρριψε στο σύνολό της, ως προς όλες τις βάσεις της, δηλαδή, χωρίς να γεννάται αμφιβολία και ως προς αυτή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που επίσης είχε απορρίψει την αγωγή αυτή, στο σύνολό της, ομοίως (ΑΠ 207/2001).

VΙΙI. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, για αναίρεση της υπ' αριθμό 46/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, πρέπει ν' απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06/10/2016 αίτηση και τους από 11-09-2017 προσθέτους λόγους της, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 46/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ