1308/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1308/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις δε των § 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την § 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1308 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1308/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, κατέθεσε δε στο Γραμματέα απόσπασμα της υπ' αριθμ. 3/2017 απόφασης του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Χ., κατοίκου ... και 2) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή και ο 2ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καρκάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2012 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 22-9-2012 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 31-12-2012 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 27-9-2012 (αρ. εκθ. καταθ. .../2013) και 28-3-2013 (αρ. εκθ. καταθ. .../2013) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5767/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.
Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 520/2011, Α.Π. 331/2011, Α.Π. 239/2011, Α.Π. 147/2011).
Κατά τις διατάξεις δε των § 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την § 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (§ 1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§ 3).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015, Α.Π. 7/2006, Α.Π. 4/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλομένης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Α.Π. Ολομ. 25/2003, Α.Π. 21/2017, Α.Π. 330/2017, Α.Π. 10/2016, Α.Π. 675/ 2013). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (Α.Π. 125/2017, Α.Π. 1008/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ακόλουθα: "Στις 11-9-2011 και ώρα 3:45 π.μ., ο Γ. Κ., οδηγούσε στην οδό ..., με κατεύθυνση από την οδό Παπανδρέου προς την οδό Κρήτης, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου AURIS, 1.398 c.c., με 1η ημερομηνία κυκλοφορίας του την 27-6-2007, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....". Συνεπιβάτης στο όχημα αυτό, ο οποίος καθόταν στο πίσω από τη θέση του συνοδηγού κάθισμα, ήταν ο Α.
Α.. Οι ανωτέρω, μαζί με δύο ακόμη φίλους τους που είχαν αποβιβασθεί λίγο νωρίτερα από το όχημα, επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη από τις Σέρρες, όπου είχαν παρευρεθεί στη γαμήλια τελετή ενός φίλου τους και είχαν την πρόθεση να κατευθυνθούν στον αριθμό … της οδού …, όπου βρισκόταν η οικία του συνεπιβάτη. Για να το πραγματοποιήσουν αυτό, έπρεπε να διασχίσουν με το προαναφερόμενο όχημα κάθετα την οδό Βασιλίσσης Όλγας, από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση των κινούμενων σε αυτήν οχημάτων.
Κατά το χρόνο αυτό, ο θανών συγγενής των εναγόντων (γιος του 1ου και της 2ης, αδελφός του 3ου και εγγονός της 4ης και της 5ης) -εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγομένων (των τριών πρώτων εξ αυτών) και ήδη εκκαλούντων, Σ. Σ., οδηγούσε, με συνεπιβάτη τον Κ. Κ., επί της μονής κατευθύνσεως οδού Βασιλίσσης Όλγας, κινούμενος στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, τη με αριθμό κυκλοφορίας ..., δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI, τύπου GSX, κυλινδρισμού 999 κ.
ε, (η οποία έχει τελική ταχύτητα 290 χ/ω και μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα 230 χ/ω σε απόσταση 400 μέτρων - βλ. την τεχνική έκθεση του Χ. Α.), που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....". Η οδός Βασιλίσσης Όλγας είναι κεντρική οδός στην πόλη της Θεσσαλονίκης, μονής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρα και 4 λωρίδες κυκλοφορίας, από τις οποίες η πρώτη από δεξιά λωρίδα προορίζεται για την κίνηση των αστικών λεωφορείων, κατά τον άνω δε χρόνο καταλαμβανόταν από δύο σταθμευμένα οχήματα πριν τη διασταύρωσή της με την οδό … (και πριν τις διαβάσεις πεζών), καθώς και με άλλα τρία σταθμευμένα οχήματα μετά τη διασταύρωση (βλ.
το σχεδιάγραμμα της τροχαίας), και στα άκρα της υφίσταται πεζοδρόμιο πλάτους 4,3 μέτρων. Η οδός ... είναι επίσης μονής κατευθύνσεως οδός, με πλάτος οδοστρώματος, πριν την διασταύρωσή της με την οδό Β. Όλγας, 6 μέτρων (και κατόπιν το πλάτος της γίνεται 7,5 μέτρα), επί της οποίας, δεξιά σε σχέση την πορεία του ανωτέρω οχήματος (και πριν τη διασταύρωσή της με την οδό Β.
Όλγας) υπήρχαν, κατά τον ανωτέρω χρόνο, δύο σταθμευμένα οχήματα. Επίσης η οδός αυτή παρουσιάζει ομαλή ανωφέρεια σε σχέση με την πορεία του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Η κατάσταση των οδών ήταν ξηρά, ήταν νύκτα με τεχνητό φωτισμό επαρκή, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και ήταν καλοκαιρία. Το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χιλ/ώρα (κατοικημένη περιοχή) και όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η οδός Βασιλίσσης Όλγας είναι ευθεία σε μήκος άνω των 200 μέτρων σε σχέση με την προαναφερόμενη διασταύρωσή της με την οδό ....
Η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι ήταν κανονικά σε λειτουργία και όταν η ένδειξη είναι "πράσινο φως" στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας είναι "κόκκινο φως" στην οδό ... και αντίθετα όταν είναι "κόκκινο φως" επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας τότε είναι "πράσινο φως" επί της οδού ....
Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από το από 07.05.2012 έγγραφο του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αναφορικά με την λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών, αυτοί λειτουργούν ως εξής: 1) από το 89" έως το 61" πράσινο φως στην Βασιλίσσης Όλγας και κόκκινο φως στην οδό ..., 2) από το 61" έως το 64" κίτρινο φως στην οδό Βασιλίσσης Όλγας και κόκκινο φως στην οδό ..., 3) από το 64' έως το 65" κόκκινο φως και στις δύο οδούς, 4) από το 65" έως το 85" πράσινο φως στην οδό ...
και κόκκινο φως στην οδό Βασιλίσσης Όλγας, 5) από το 85" έως το 88" κίτρινο φως στην οδό ... και κόκκινο φως στην οδό Βασιλίσσης Όλγας και 6) από το 88" έως το 89" κόκκινο φως και στις δύο οδούς. Επομένως εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι υφίσταται χρόνος 3" και επιπλέον χρόνος 1" και συνολικά 4" κατά τον οποίον ο σηματοδότης στην οδό Βασιλίσσης Όλγας δείχνει "κόκκινο φως" (και αντίστοιχα ο σηματοδότης στην οδό ...
δείχνει κατά τα 3" "κίτρινο φως" και κατά το 1" "κόκκινο φως"), εντός του οποίου οφείλουν να διασχίσουν την πλάτους 14 μέτρων οδό Βασιλίσσης Όλγας τα κινούμενα στην οδό ... οχήματα που κατευθύνονται από την οδό Γ. Παπανδρέου προς την οδό Κρήτης. Όταν το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο έφθασε στην τρίτη από τα αριστερά (δεύτερη από τα δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Βασιλίσσης Όλγας (σε σχέση με τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα), έχοντας διανύσει τα 9 από τα 14 μέτρα της οδού αυτής και ενώ υπολείπονταν 5 ακόμη μέτρα για να εξέλθει εξ αυτής, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν.
Συγκεκριμένα το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας επέπεσε με μεγάλη σφοδρότητα (τέτοια ήταν η σφοδρότητα της πρόσκρουσης ώστε το εμπρόσθιο τμήμα της - η κοινώς ονομαζόμενη "ΜΑΝΑ" - αποκολλήθηκε στα σημεία της άρθρωσης - βλ. την από 12.9.2011 έκθεση του διορισθέντος από την Εισαγγελία πραγματογνώμονα Ν.
Κ.) στο οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Στα βλαβέντα μέρη του οχήματος αυτού και συγκεκριμένα στην πίσω δεξιά πόρτα μαζί με τον μασπιέ της, το τζάμι της πίσω δεξιάς πόρτας, το πίσω δεξί φτερό, το τμήμα του ουρανού που βρίσκεται πάνω από την πίσω δεξιά πόρτα, (ακριβώς δηλαδή στο σημείο που καθόταν ο συνεπιβάτης) βρέθηκαν σφηνωμένα, σπασμένα τμήματα εξαρτημάτων όμοια με τα σπασμένα και αποκολλημένα εξαρτήματα (το εμπρόσθιο φτερό, εμπρόσθιο πιρούνι, τιμόνι [στρέβλωσε το αριστερό τμήμα του], ζάντα, εμπρόσθια δισκόπλακα, ρεζερβουάρ, όργανα των διαφόρων ενδείξεων, εμπρόσθια μάσκα, εμπρόσθια φανάρια, διάφορα πλαστικά κλπ.) της δίκυκλης μοτοσικλέτας (βλ.
την συνταχθείσα για το όχημα από 12.9.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιδίου ως άνω πραγματογνώμονα). Κατά τη σύγκρουσή τους τα δύο οχήματα σχημάτιζαν μεταξύ τους γωνία 90° μοιρών ή σχεδόν 90° μοιρών και από τους αερόσακους που έφερε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο άνοιξε ο δεξιός της οροφής (κουρτίνα). Ακολούθως το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, αφού περιστράφηκε περί τον άξονά του, προσέκρουσε με το οπίσθιο τμήμα του σε μεταλλικό κολωνάκι που βρισκόταν στο αριστερό άκρο της οδού ... σε σχέση με την πορεία του μετά την διασταύρωση (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Π2) και στη συνέχεια με το οπίσθιο επίσης τμήμα του προσέκρουσε στο σταθμευμένο επί της οδού ..., μετά τη διασταύρωση, με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Γ), το οποίο μετακίνησε το έμπροσθέν του σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Δ) και αυτό με τη σειρά του το έμπροσθεν αυτού σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Ε) και τελικά ακινητοποιήθηκε επί της οδού ... (σε απόσταση 6,9 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως), στο μετά τη διασταύρωση τμήμα της, με μέτωπο προς την οδό Βασιλίσσης Όλγας (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη ΤΑ).
Η δίκυκλη μοτοσικλέτα, ο οδηγός της οποίας πριν την πρόσκρουση με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τροχοπέδησε αυτήν σε απόσταση μήκους 12,5 μέτρων, μετά την πρόσκρουσή της στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, αφού σύρθηκε στο οδόστρωμα (βρέθηκαν χαρακιές 0,40 μέτρων) εκτράπηκε της πορείας της προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο σταθμευμένο στη δεξιά πλευρά της οδού Βασιλίσσης Όλγας με αριθμό κυκλοφορίας ... - Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη ΣΤ) και σταμάτησε τελικά μπροστά από το όχημα αυτό (σε απόσταση 7 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως), ενώ ο οδηγός αυτής, Σ. Σ. και ο συνοδηγός Κ. Κ. έπεσαν στο δεξιά ευρισκόμενο σε σχέση με την πορεία τους πεζοδρόμιο της οδού Βασιλίσσης Όλγας (σημειώνεται η θέση τους στο πεζοδρόμιο στην έκθεση αυτοψίας με τις ενδείξεις ΤΑ και ΤΚ, αντίστοιχα).
Οι τελευταίοι υπέστησαν, ο μεν πρώτος "θανατηφόρες κακώσεις κρανίου-ρήξη θωρακικής αορτής", ο δε δεύτερος "πολλαπλά θανατηφόρα τραύματα (του πνευμονικού παρεγχύματος και του σπλήνα), αιμοθώρακα, αιμοπεριτόναιο", από τα οποία, ως μοναδικής ενεργούς αιτίας, προήλθε ο θάνατός τους. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η παραπάνω σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Σ.
Σ., ο οποίος με κατά πολύ αυξημένη για τις εν λόγω περιστάσεις ταχύτητα, που εκτιμάται, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, ότι ανερχόταν σε 120 χιλ/ώρα τουλάχιστον, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους μέθης (σημειωτέον ότι για το είδος του οχήματος που οδηγούσε ο εν λόγω οδηγός το όριο είναι αυτό των 0,20 γρ/λίτρο αίματος), δεδομένου ότι στο αίμα του ανιχνεύθηκε αλκοόλη σε ποσοστό 1,43 γρ/λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 1,21 γρ./λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη (σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους με αριθμ.
πρωτ. …/24.10.2011 και …/15.02.2012 εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που υπογράφει η υπεύθυνη αναλύσεων, … Λ. Κ.) παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του και εισήλθε στη διασταύρωση με "κόκκινο φως".
Τόσο ο συνοδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Α. Α., στην από 16.02.2012 ένορκη εξέτασή του, όσο και ο οδηγός αυτού, Γ. Κ., αναφέρουν ότι ο σηματοδότης στην οδό ... έδειχνε "πράσινο φως" όταν εισήλθαν στην διασταύρωση, ενώ σε μετέπειτα χρόνο ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, δήλωσε στον Υπαστυνόμο Β' Κ. Α. και στον Υπαρχιφύλακα Β.
Τ., ότι την στιγμή που περνούσε την διασταύρωση ο σηματοδότης από πράσινος έγινε πορτοκαλί ("ακριβώς κάτω από το φανάρι, δηλαδή, αντιλήφθηκε το πορτοκαλί στην τελευταία οπτική επαφή που είχε με αυτό", όπως αναφέρει ο ίδιος στο ακροατήριο του 5μελούς Αεροδικείου). Τα ίδια δήλωσε αυτός και ενώπιον του Πενταμελούς Αεροδικείου Θεσσαλονίκης, στη συνεδρίαση της 17.10.2013, το οποίο, δεχόμενο συγκλίνουσα υπαιτιότητά του, κατά πλειοψηφία (με ψήφους 3-2), με την υπ' αριθμ. 22/2013 απόφασή του, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια μη οικείου κατά συρροή (αμφοτέρων των επιβατών της μοτοσικλέτας), η απόφαση δε αυτή εκτιμάται ελεύθερα στην προκειμένη πολιτική δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς, βεβαίως, να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο.........
Σύμφωνα με όσα δέχεται ως αποδειχθέντα το παρόν δικαστήριο, το οδηγούμενο από τον Κ. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο εισήλθε στη διασταύρωση τη στιγμή που ο σηματοδότης της πορείας του άλλαξε από "πράσινο φως" σε "κίτρινο φως", είχε στη διάθεση του, κατά τα προαναφερθέντα, 4" (3" που διαρκεί το κίτρινο φως + 1" του νεκρού χρόνου), προκειμένου να διανύσει κάθετα τα 14 μέτρα της οδού Βασιλίσσης Όλγας.
Εφόσον αυτό κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 35 περίπου χιλ/ώρα, όπως κατέθεσε και ο οδηγός και ο συνεπιβάτης, θα είχε διανύσει (35.000 μέτρα : 3.600) 9,72 μέτρα σε 1" και επομένως ολόκληρη τη Βασιλίσσης Όλγας (14 μέτρα) σε λιγότερο από 1,5". Ακόμη και αν η απόσταση γίνεται 18 μέτρα, καθόσον όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, ο φωτεινός σηματοδότης βρίσκεται στο πεζοδρόμιο, δηλαδή 4 μέτρα πιο μέσα (14 +4= 18 μέτρα) τότε και πάλι το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, από τη στιγμή που ο οδηγός τον αντιλήφθηκε την εναλλαγή του σηματοδότη σε "πορτοκαλί φως", είχε στη διάθεσή του 2" για να ολοκληρώσει με ασφάλεια τη διέλευσή του από την Βασιλίσσης Όλγας. Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι ο οδηγός Κ. εισήλθε στη διασταύρωση τη στιγμή που η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του (οδού ...) άλλαζε από "κίτρινο φως" σε "πράσινο φως" (γεγονός που δεν προέκυψε από τα ανωτέρω στοιχεία) τότε και πάλι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για την ένδικη σύγκρουση, καθ' όσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδαφ.
γ' του Κ.Ο.Κ. όταν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη είναι "κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής" τότε ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει, όπως και προ του ερυθρού φωτός, εκτός αν βρίσκεται τόσο κοντά στον σηματοδότη, ώστε να μην μπορεί να κάνει αυτό με ασφάλεια. Έτσι και με δεδομένη την ανωτέρω ταχύτητά του, δεν ήταν δυνατή η ακινητοποίησή του πριν την είσοδό του στη διασταύρωση, αφού τυχόν προσπάθειά του για ακινητοποίηση, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντίδρασης ενός μέσου συνετού οδηγού, που είναι 1", θα είχε ως συνέπεια την ακινητοποίησή του εντός της Β.
Όλγας, γεγονός που ενείχε μεγαλύτερους κινδύνους σύγκρουσης με τα κινούμενα κάθετα σε σχέση με την πορεία του επί της Β. Όλγας οχήματα και στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι θα αποτρεπόταν η σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...." ότι ο οδηγός Κ.
αντιλήφθηκε την εναλλαγή του σηματοδότη από "πορτοκαλί φως" σε "κόκκινο φως" από απόσταση 15-20 μέτρων πριν φθάσει στη διασταύρωση και επιτάχυνε την ταχύτητά του, καθόσον κάτι τέτοιο δεν αναφέρει ούτε και ο συνεπιβάτης του οχήματος Α., αλλά και ούτε και είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μεγαλύτερη ταχύτητα στην οδό ...
ενόψει της στενότητας της οδού αυτής, αλλά και των εκεί σταθμευμένων οχημάτων. Αντίθετα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας αποδείχθηκε ότι έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλ/ώρα (ο πραγματογνώμονας Χ. Α., προσδιορίζει στην τεχνική έκθεση που συνέταξε για λογαριασμό της εφεσίβλητου ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
Α.Ε." την ταχύτητα του δικύκλου σε 140 χιλ/ώρα), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται τόσο από τον αυτόπτη μάρτυρα και παθόντα Α. Α. στην από 16.02.2012 ένορκη εξέτασή του, όσο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού τέτοια ήταν η σφοδρότητα της συγκρούσεως, ώστε το δίκυκλο μετά από τροχοπέδηση 12,5 μέτρων, κατάφερε να περιστρέψει το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο γύρω από τον άξονά του, μολονότι το τελευταίο ήταν κατά πολύ βαρύτερο από το πρώτο και να προκαλέσει πλήρη παραμόρφωση και ολοσχερή καταστροφή αμφοτέρων των οχημάτων. Αποδείχθηκε συγκεκριμένα ότι ο οδηγός αυτός, παρά το γεγονός ότι οδηγούσε εντός κατοικημένης περιοχής και πλησίαζε σε διασταύρωση και είχε ορατότητα του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του, που ήταν "κόκκινος", αλλά και της διασταύρωσης της οδού Βασιλίσσης Όλγας με την οδό ..., από αρκετά μεγάλη απόσταση, περίπου 70-80 περίπου μέτρων (βλ.
και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τ.), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αλλ' αντίθετα ανέπτυξε ταχύτητα άνω των 120 χ/ω, η οποία είναι κατά πολύ αυξημένη, ενόψει των προμνησθεισών κυκλοφοριακών συνθηκών και της οδήγησης εντός πόλης. Ο οδηγός αυτός, περαιτέρω, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του άλλαξε από "κόκκινο φως" σε "πράσινο φως" τη στιγμή που αυτός έφθασε στη διασταύρωση και το όχημα του Κ.
βρισκόταν στην τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της Βασιλίσσης Όλγας (έχοντας διανύσει την πρώτη και τη δεύτερη), όπως εσφαλμένα κατά το σημείο αυτό δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τότε και πάλι όφειλε να μην εισέλθει στη διασταύρωση πριν βεβαιωθεί ότι είχαν εξέλθει από αυτήν όλα τα οχήματα που κινούνταν από την προηγούμενη σηματοδότηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1περ.
β' εδ. β' του Κ.Ο.Κ. κατά την οποία "....ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατ' ευθείαν μπροστά, να παραχωρήσει προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση...". Κατ' ακολουθίαν αυτών, υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (άρθρο 330 παρ. 2 Α.Κ.) του θανόντος οδηγού Σ.
Σ., ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός δικύκλου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει ..........
Ειδικότερα, το πταίσμα του Σ. Σ., συνίσταται στο ότι αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 6 παρ. 1 περ. β', 19 παρ. 1 & 2, 20 παρ. 1, 26 και 42 του Κ.Ο.Κ. (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα), οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του υπό την επήρεια μέθης που επέδρασε καταλυτικά στην οδηγική του συμπεριφορά, και απέκλεισε πλήρως τόσο την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις επικρατούσες στην οδό συνθήκες, όσο και τη δυνατότητά του να ασκεί την απαραίτητη εποπτεία και τον έλεγχο της μηχανής του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί όλους τους ενδεδειγμένους χειρισμούς για να αντιδράσει αποτελεσματικά σε περίπτωση εμφάνισης τυχόν εμποδίων στο οδόστρωμα.
Ειδικότερα, ευρισκόμενος σε καθεστώς ευφορίας από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, που μείωσε σε ελάχιστο βαθμό τα αντανακλαστικά του και τον έκανε να χάσει την αίσθηση του κινδύνου στον οποίον έβαλε τόσο τον εαυτό του και τον συνεπιβάτη του, όσο και τους υπόλοιπους χρήστες της οδού, ανέπτυξε την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων, ήτοι τουλάχιστον διπλάσια του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, παρά το γεγονός ότι τη στιγμή που πλησίαζε στη διασταύρωση ο σηματοδότης στην πορεία του ήταν κόκκινος.
Το αποτέλεσμα της υπερβολικής αυτής ταχύτητας ήταν να μην έχει κανένα περιθώριο να ακινητοποιήσει τη μηχανή του προς αποφυγή της σύγκρουσης την ώρα που ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ.ς ήδη διέσχιζε τη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (παρά το γεγονός ότι στο οδόστρωμα βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης 12,50 μέτρων, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας), αλλά ούτε και να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Εάν όμως αυτός ενεργούσε ως μέσος συνετός και νηφάλιος οδηγός και μείωνε την ταχύτητά του, έστω και στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, είναι βέβαιο είτε ότι θα προλάβαινε να σταματήσει τη μοτοσικλέτα του, είτε ότι θα έκανε αποτελεσματικό ελιγμό προς την αριστερή πλευρά του δρόμου και θα απέφευγε τη σύγκρουση, δεδομένου ότι από αριστερά δεν κινούνταν άλλο όχημα τη στιγμή εκείνη, λόγω της προχωρημένης ώρας (3:45 π.μ.) και ο ελεύθερος χώρος που είχε προς αυτήν ήταν περίπου 8-9 μέτρα.
Στοιχεία που να μπορούν να θεμελιώσουν (οποιασδήποτε μορφής και έκτασης) υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Γ. Κ. δεν προέκυψαν από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τροχαίο οδικό ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, καθόσον δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αντικανονική κίνηση του οδηγού του επερχόμενου δικύκλου.
Συγκεκριμένα, ο Γ. Κ. οδηγούσε το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, καθώς ο τελευταίος κινείτο κανονικά, με χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη κατά τον Κ.Ο.Κ. (σε συνδυασμό και με τις επικρατούσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στον τόπο του ατυχήματος, κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες), ταχύτητα των 30 έως 35 χλμ/ώρα, στο ρεύμα πορείας που ακολουθούσε, έχοντας στην πορεία του "πράσινο φως", το οποίο έγινε "πορτοκαλί" κατά τη στιγμή της διέλευσής του κάτω από αυτό.
Ο ανωτέρω οδηγός αναφέρει ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου την κίνηση της μοτοσικλέτας εντός της Βασιλίσσης Όλγας, η οποία όταν ξεκίνησε την διέλευσή της ήταν άδεια από τα δεξιά του, γεγονός που μαρτυρεί ότι έστρεψε το βλέμμα του προς τα δεξιά και έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της Βασιλίσσης Όλγας, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τις κρινόμενες εφέσεις τους.
Όταν αντιλήφθηκε, το επερχόμενο, δίκυκλο, (πριν από 1" ίσως, όπως αναφέρει ο ίδιος, ο οποίος συνεχίζει ότι άκουσε πρώτα τον θόρυβο της μηχανής και μετά τον κτύπησε) ήταν αντικειμενικά αδύνατο να ενεργήσει κάποιον άλλον επιτυχέστερο ελιγμό για να αποφύγει το ατύχημα, αφού η απόσταση που τους χώριζε ήταν μικρή και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα, ανεξάρτητα από το ότι αιφνιδιάσθηκε από την ως άνω απρόσμενη, επιπόλαιη και τόσο αντικανονική κίνηση του θανόντος οδηγού του δικύκλου.
Το γεγονός ότι και στο αίμα του οδηγού Κ. διαπιστώθηκε ύπαρξη αλκοόλης σε ποσοστό 0,96% κατά την πρώτη μέτρηση και 0,90 % κατά την δεύτερη (βλ. τις από 29.09.2011 και 16.11.2011 εκθέσεις αίματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας) δεν τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη συνάφεια με την επίδικη σύγκρουση, η οποία θα επέρχονταν ανεξάρτητα από αυτό και οφείλεται στην κατά τ' ανωτέρω αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα της μοτοσικλέτας και την παραβίαση του φωτεινού σηματοδότη της πορείας της, που έδειχνε "κόκκινο φως".
Το ανωτέρω ποσοστό αλκοόλης αποδείχθηκε ότι δεν επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού Κ., ο οποίος οδήγησε κανονικά το όχημά του από τις Σέρρες έως τη Θεσσαλονίκη σε μία διαδρομή 90 χιλιομέτρων χωρίς κανένα πρόβλημα, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε τόσο από τον ίδιο τον Α., όσο και από τους άλλους δύο επιβαίνοντες στο όχημα.......
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στο αίμα του οδηγού Γ. Κ. ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,96 % κατά την πρώτη μέτρηση και 0,90% κατά την δεύτερη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Η πιο πάνω ποσότητα του οινοπνεύματος ήταν πάνω από το επιτρεπόμενο για την κατηγορία του οχήματός του όριο των 0,50 γρ./λίτρο αίματος, γεγονός το οποίο, παρέχει ισχυρό τεκμήριο........
περί του ότι ο ανωτέρω ελεγχόμενος οδηγός βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος (άρθρο 42 § 1 του Κ.Ο.Κ.), κατάσταση η οποία είχε ως συνέπεια τη μειωμένη ικανότητα για οδήγηση και αποτελούσε γενικώς πρόσφορη πράξη πρόκλησης ατυχήματος. Από την κρίση όμως αυτή είναι διαφορετικό θέμα η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαπιστωθείσας "μέθης" και του ατυχήματος.
Η παραδοχή της επιδράσεως δεν σημαίνει και παραδοχή της αιτιώδους συνάφειας....... Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, η πιο πάνω κατανάλωση οινοπνεύματος δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, την ικανότητα του ως άνω οδηγού περί την οδήγηση τη συγκεκριμένη στιγμή της σύγκρουσης.
Τούτο δε διότι το ένδικο ατύχημα (και οι εξ αυτού επιζήμιες) συνέπειες συνέβη λόγω της παραβίασης των ενδείξεων του φωτεινού σηματοδότη εκ μέρους του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και της αυξημένης ταχύτητάς της, κατά τα προαναφερθέντα. Η ανωτέρω κατανάλωση ποσότητας αλκοόλης από τον οδηγό Κ., ηλικίας 31 ετών, τουλάχιστον 1,5-2 ώρες πριν το ατύχημα, δεν κατέστησε αυτόν "μεθυσμένο" και εντεύθεν ανίκανο να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αφού μια τέτοια επίδραση της μέθης θα φαινόταν, προφανώς, από την αρχή της οδήγησης και όχι μετά τη διαδρομή αρκετών χιλιομέτρων από τις Σέρρες μέχρι τη Θεσσαλονίκη που διάνυσε αυτός οδηγώντας το παραπάνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητό του. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ως άνω παθών συνεπιβάτης Α. Α. επιβιβαζόμενος στο αυτοκίνητο του οδηγού Γ. Κ. και δείχνοντας εμπιστοσύνη στην οδήγησή του, γνώριζε ότι ο τελευταίος, εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που κατανάλωσε, τελούσε σε κατάσταση μέθης και είχε μειωμένη την ικανότητα για οδήγηση, αφού οι ανωτέρω δεν βρίσκονταν στην ίδια παρέα στο γάμο συναδέλφου τους που παραβρέθηκαν στις Σέρρες, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι υπήρχαν ενδείξεις στη συμπεριφορά του Κ.
μετέπειτα, η συνδρομή των οποίων να καθιστούσε εμφανή τη μείωση της ικανότητάς του να οδηγεί (η "μέθη" του ανωτέρω οδηγού δεν ήταν σε τέτοιο μεγάλο βαθμό (0,9 g/L), που να ήταν άμεσα αντιληπτή από οποιονδήποτε - βλ. και την κατάθεση του αστυνομικού Α., ο οποίος αναφερόμενος στην κατάσταση του Κ. αμέσως μετά το ατύχημα, αναφέρει ότι αυτός ήταν μεν σοκαρισμένος, ωστόσο είχε αυτοέλεγχο και αυτοκυριαρχία και μπορούσε να συζητήσει μαζί του).
Εξ όλων αυτών κρίνεται ότι η μετάβαση του παθόντος Α. με τον ανωτέρω οδηγό δεν αποτελούσε ενέργεια έκθεσης αυτού σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης και, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούται η προς ίδιο κίνδυνο ενέργειά του, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού περί συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση της ζημίας του εξ ιδίας διακινδυνεύσεως.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους συναφείς με την υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και την συνυπαιτιότητα του συνεπιβάτη αυτού λόγους των εφέσεων των οικείων του θανασίμως τραυματισθέντος Σ.
Σ., οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και της ασφαλίζουσας αυτήν ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "....", κατά της πρωτόδικης 5767/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν.
ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999 και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου οδηγού στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός Σ. Σ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους μέθης, η οποία επέδρασε καταλυτικά στην οδηγική του συμπεριφορά και κινούμενος με αυτό επί της μονής κατευθύνσεως οδού Βασιλίσσης Όλγας, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 120 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή ταχύτητα υπερδιπλάσια του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ω, παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του και εισήλθε στην διασταύρωση της ως άνω οδού με την οδό ...
με "κόκκινο φως", με συνέπεια να συγκρουστεί με το οδηγούμενο από τον Γ. Κ. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο (προερχόμενο από την οδό ...) εκείνη την στιγμή είχε διασχίσει καθέτως τα 9 από τα 14 μέτρα του οδοστρώματος της οδού Β. Όλγας και βρισκόταν στην τρίτη από αριστερά (δεύτερη από δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας αυτής (σε σχέση με τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα) και ενώ υπολείπονταν 5 ακόμη μέτρα για να εξέλθει εξ αυτής.
Επίσης με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του προαναφερθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας άλλαξε από "κόκκινο φως" σε "πράσινο φως" την στιγμή που αυτός έφθασε στην διασταύρωση και το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο βρισκόταν στην τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της οδού Β.
Όλγας και πάλι αυτός όφειλε να μην εισέλθει στην διασταύρωση πριν βεβαιωθεί ότι είχαν εξέλθει από αυτήν όλα τα οχήματα που κινούνταν από την προηγούμενη σηματοδότηση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α' εδ. β' του Κ.Ο.Κ. Ως προς την συμπεριφορά του τελευταίου οδηγού (Γ. Κ.) το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι αυτός εκινείτο κανονικά επί της οδού ..., προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως την οδό Β.
Όλγας, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση των κινουμένων σ' αυτήν οχημάτων, με χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη από τον Κ.Ο.Κ. ταχύτητα των 30 έως 35 χιλιομέτρων την ώρα, έχοντας στην πορεία του "πράσινο φως", ότι εισήλθε στην διασταύρωση την στιγμή που ο σηματοδότης άλλαζε από "πράσινο φως" σε "κίτρινο φως", έχοντας στην διάθεσή του 4'' (3'' που διαρκεί το κίτρινο φως + 1'' του νεκρού χρόνου), προκειμένου να διανύσει τα 14 μέτρα του οδοστρώματος της οδού Β.
Όλγας, ότι όταν αυτός είχε διανύσει τα 9 μέτρα του οδοστρώματος της οδού Β. Όλγας τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν, ήταν δε αντικειμενικά αδύνατο ο εν λόγω οδηγός (του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου) να ενεργήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό, αφού η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν μικρή και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα, πέραν του ότι αιφνιδιάστηκε από την ως άνω απρόσμενη και αντικανονική κίνηση του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται: 1) Με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της (προσβαλλομένης) για την ταχύτητα των δύο οχημάτων, τον χρόνο εισόδου του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου στην διασταύρωση και συνακολούθως την ένδειξη του σηματοδότη που είχαν τα δύο οχήματα, το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί, καθ' όσον ο συνολικός χρόνος που διανύθηκε από τον χρόνο της οπτικής επαφής των δύο οχημάτων μέχρι και την σύγκρουσή τους ήταν 1,375'', εντός του οποίου (χρονικού διαστήματος) ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου θα είχε διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από 13,33 μ., δηλαδή το σύνολο σχεδόν του πλάτους του οδοστρώματος της οδού Β. Όλγας και πάντως θα είχε φθάσει στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού αυτής, όπου θα ήταν αδύνατο να συγκρουστεί με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία εκινείτο στην δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, 2) Εσφαλμένως δέχθηκε ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου δεν μπορούσε να δει την μοτοσυκλέτα, επειδή αυτή βρισκόταν μακριά, καθ' όσον, κατά τις παραδοχές της (προσβαλλομένης) μεταξύ των δύο οχημάτων δεν υπήρχαν εμπόδια που εμπόδιζαν την ορατότητα και, συνεπώς, εφόσον ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας είδε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και προέβη σε τροχοπέδηση, μπορούσε και ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου να δει την δίκυκλη μοτοσυκλέτα και να προβεί και αυτός σε τροχοπέδηση, 3) Η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι μετά την διέλευσή του από τον σηματοδότη της διασταυρώσεως και κατά την είσοδό του στην οδό Β. Όλγας, ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κοίταξε προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αλλά δεν την είδε, αφενός μεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι πέρασε νόμιμα με κίτρινη ένδειξη, εφόσον εάν είχε περάσει νόμιμα, δεν χρειαζόταν να κοιτάξει προς την κατεύθυνση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφετέρου δε (αντιφάσκει) με την παραδοχή ότι σε μήκος 200 μέτρων υπήρχε ανεμπόδιστη ορατότητα επί της οδού Β.
Όλγας, 4) Αν και δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλόμενη, ότι, ενώ ο οδηγός της μοτοσυκλέττας είδε το Ι.Χ.Ε. και άσκησε πέδηση επ' αυτής και μάλιστα ότι διαπιστώθηκε ότι η πέδησή της άφησε ίχνη 12,5 μ., παράλληλα δέχθηκε, ότι το Ι.Χ.Ε. δεν μπορούσε να ασκήσει πέδηση επί του οχήματός του, ούτε όταν, εισερχόμενο στην διασταύρωση με την οδό Βασιλίσσης Όλγας (στην οποία λόγω του πλάτους της αναπτύσσονται μεγαλύτερες ταχύτητες), αντιμετώπισε κίτρινο σηματοδότη, ούτε και εν συνεχεία κατά την είσοδό του στην διασταύρωση, μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να αποφύγει την σύγκρουση, παραδοχές που είναι αντιφατικές, αφού, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η κινούμενη με ταχύτητα 120 χλμ/ώρα μοτοσυκλέττα άσκησε πέδηση, ο οδηγός του κινουμένου με 35 χλμ/ώρα οχήματος δεν μπορούσε να ασκήσει πέδηση και να αποφύγει την σύγκρουση, παρότι από την είσοδό του στην διασταύρωση μέχρι το σημείο συγκρούσεως διανύθηκαν 9,72 μ.
και παρότι μπορούσε να δει την μοτοσυκλέττα και 5) Οι παραδοχές ότι η διαπιστωθείσα ύπαρξη αλκοόλης στο αίμα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου "δεν κατέστησε αυτόν "μεθυσμένο" και εντεύθεν ανίκανο να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αφού μια τέτοια επίδραση της μέθης θα φαινόταν, προφανώς, από την αρχή της οδήγησης και όχι μετά την διαδρομή αρκετών χιλιομέτρων από τις Σέρρες μέχρι την Θεσσαλονίκη που διάνυσε αυτός οδηγώντας το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητό του" είναι ελλιπείς, αφού, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, "η κατανάλωση αλκοόλ και η μετά από αυτήν οδήγηση επί μεγάλο χρονικό διάστημα και βαθειά μέσα στη νύκτα επιφέρει, όσο παρέρχεται η ώρα, ακόμη μεγαλύτερη απώλεια των αντανακλαστικών και επηρεάζει δυσμενώς την οδήγηση", αλλά και αντιφάσκουν με την παραδοχή ότι ο μεν μεθυσμένος οδηγός της μοτοσυκλέτας άσκησε πέδηση επ' αυτής, είχε δηλαδή αντανακλαστική αντίδραση κατά το επίδικο συμβάν, ενώ ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου δεν άσκησε καμιά πέδηση επί του οχήματός του, ούτε έκανε κάποιον αποφευκτικό ελιγμό. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Εξ άλλου η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εισήλθε στην διασταύρωση την στιγμή που η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του άλλαζε από "κίτρινο φως" σε "κόκκινο φως" (σημειουμένου ενταύθα ότι η αναγραφή στην προσβαλλομένη απόφαση σε "πράσινο φως" αντί του ορθού σε "κόκκινο φως" οφείλεται προφανώς σε παραδρομή) τότε και πάλι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ.
γ' του Κ.Ο.Κ., αφού τυχόν προσπάθειά του για ακινητοποίησή του πριν από την είσοδό του στην διασταύρωση, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου συνετού οδηγού, που είναι 1'', θα είχε ως συνέπεια την ακινητοποίησή του εντός της Β. Όλγας, γεγονός που ενείχε μεγαλυτέρους κινδύνους συγκρούσεως με τα κινούμενα κάθετα σε σχέση με την πορεία του επί της Β.
Όλγας οχήματα και δεν είναι βέβαιο ότι θα αποτρεπόταν η σύγκρουση με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα" είναι επάλληλη της προαναφερομένης κυρίας αιτιολογίας (ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εισήλθε στην διασταύρωση κατά την στιγμή που άλλαξε η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του από "πράσινο φως" σε "κίτρινο φως"), που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού η κύρια αυτή αιτιολογία δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά.
Επομένως, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αφορούν στην προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία απαραδέκτως προβάλλονται. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος, υπό τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Kατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' και β' του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.. (Α.Π.
Ολομ. 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο της αναιρέσεως μέρος, τα εξής: "Από την προαναφερθείσα σύγκρουση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος, Α. Α., συνεπιβάτης στο προαναφερόμενο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ηλικίας κατά τον χρόνο εκείνο 36 ετών, τραυματίστηκε σοβαρά και αμέσως μετά το ατύχημα (11-9-2011) μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο γενικό νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης "Γ.
Παπανικολάου", σε κατάσταση αιμορραγικού Shock, όπου υποβλήθηκε σε όλους τους απαραίτητους ακτινολογικούς και εργαστηριακούς ελέγχους και διαπιστώθηκε ότι υπέστη πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, ήτοι της άνω γνάθου, των ιγμορείων μετωπιαίων κόλπων, των ηθμοειδών κυψελών, του ρινικού οστού με εισχώρηση τεμαχίων του εντός του μετωπιαίου κόλπου, κάταγμα μεσότητας κάτω γνάθου, διπλό κάταγμα αριστερού ζυγωματικού, υποδόριο εμφύσημα στα μαλακά μόρια της κεφαλής, πνευμονικές θλάσεις των κάτω λοβών, γαστροπληγία και περιπυλαίο οίδημα ήπατος, και υποβλήθηκε σε γναθοχειρουργική αντιμετώπιση με συρραφή των θλαστικών τραυμάτων.
Την επόμενη μέρα διενεργήθηκε διαδερμική τραχειοστομία, και στις 16-9-2011 υποβλήθηκε σε χειρουργική ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με ακινητοποίηση των ολοπροσωπικών καταγμάτων της κάτω γνάθου, οδοντοφατνιακών της άνω γνάθου, ζυγωματικού τόξου άμφω, ζυγωματικών οστών άμφω, ανακατασκευή κόγχων, ρινοηθμοειδικών συμπλεγμάτων, μετωπορινικών αποφύσεων άμφω, πλαστική χόνδρου ρινικού διαφράγματος, συρραφή και διαγναθική ελαστική ακινητοποίηση, ενώ μετεγχειρητικά εμφάνισε σοβαρή νεκρωτική πνευμονία (το χειρουργείο διήρκησε 7 ώρες).
Ακολούθως, παρέμεινε σε καταστολή στη μονάδα εντατικής θεραπείας με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και λήψη οποιούχων φαρμάκων μέχρι τις 13-10-2011 (επί 34 ημέρες), οπότε κρίθηκε απαραίτητη η μεταφορά του στο Γναθοπροσωπικό χειρουργικό τμήμα του 424 γενικού στρατιωτικού νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (βλ. το ιατρικό πληροφοριακό σημείωμα του ιατρού της ΜΕΘ του 424 ΓΣΝΕ/ΜΕΘ).
Εκεί συνέχισε να υποβάλλεται σε τακτικές αξονικές τομογραφίες και στις 28-11-2011 υποβλήθηκε από τον Αρχίατρο του νοσοκομείου - πλαστικό χειρουργό Η. Α. σε επέμβαση καθαρισμού βαθέως έλκους κατάκλισης αριστερής φτέρνας και πλαστικής αποκατάστασης με κρημνό (διάρκειας 4 ωρών), και νοσηλεύθηκε έως τις 8-12-2011, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο (μετά την αποδομή της πνευμονίας και την σύκλειση της τραχειοστομίας) με οδηγίες να ακολουθήσει αλεσμένη υπερθερμιδική δίαιτα και με διάγνωση εξιτηρίου "Αναφερόμενο τροχαίο με εκτεταμένες κρανιοπροσωπικές κακώσεις και συνοδό αιμορραγικό σοκ, άμεσα αντιμετωπισθέν κατά τη νοσηλεία ΜΕΘ αλλαχού.
Βαθύ έλκος κατάκλισης πτέρνας -χειρουργικός καθαρισμός, πλαστική αποκατάσταση. Ενδοστοματική αποκάλυψη υλικών οστεοσύνθεσης άνω γνάθου με εκτεταμένες στοματοκολπικές επικοινωνίες άμφω, κινητικότητα τμήματος φατνιακής απόφυσης και απώλεια προσθίων οδόντων άνω γνάθου. Προγραμματισμός αποκατάστασης χειρουργικά σε δεύτερο χρόνο" (βλ.
το από 8.12.2011 εξιτήριο της ΓΝΘΠΧ του 424 ΓΣΝΕ). Στις 9-1-2012 εισήχθη εκ νέου στο 424 στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου νοσηλεύθηκε έως τις 3-2-2012 με τη διάγνωση: "Παλαιά συντριπτικά επιπλεγμένα ολοπροσωπικά κατάγματα συνεπεία αναφερόμενου τροχαίου σε οστεοσύνθεση αντιμετωπισθέντα αλλαχού υπό ατελή πόρωση-Επιμόλυνση και ενδοστοματική αποκάλυψη με συνοδό στοματοκολπική επικοινωνία άμφω-Χειρουργική αποκατάσταση.
Εκφυλιστική ρήξη υπερακανθίου συνδέσμου και εκφυλιστική αρθρίτιδα ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης (ΔΕ) υπό συνεχιζόμενη συντηρητική θεραπεία". Επίσης στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι δεν δύναται να προβλεφθεί τυχόν αναπηρία (βλ. την από 29.02.2012 ιατρική βεβαίωση που υπογράφουν ο διευθυντής της γναθοχειρουργικής κλινικής Αρχίατρος Α.
Τ. και ο υποδιευθυντής του 424 ΓΣΝΕ Γεν. Αρχίατρος-Καρδιολόγος Μ. Τ.). Στις 13-1-2012 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των αποκαλυμμένων υλικών οστεοσύνθεσης και σύγκλειση των εκτεταμένων αμφοτερόπλευρων στοματοκολπικών επικοινωνιών. Κατά την χειρουργική αυτή επέμβαση (που έγινε υπό γενική ρινοτραχειακή αναισθησία) διαπιστώθηκε καθολικό, αμφοτερόπλευρο, οστικό έλλειμμα του μέσου προσώπου, οβελιαίο μη πωρωθέν κάταγμα άνω γνάθου και κινητικότητα της άνω γνάθου στο επίπεδο Le Fort I.
Στις 27-1-2012 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, η οποία έδειξε "εκφυλιστική ρήξη υπερακανθίου συνδέσμου και εκφυλιστική αρθρίτιδα ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης δεξιού ώμου" και συστήθηκε η συνέχιση των φυσιοθεραπειών για την ενδυνάμωση των μυών του πετάλου (βλ το προσκομιζόμενο φύλλο νοσηλείας του). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, από τις 11.09.2011 έως τις 03.02.2012, ο ενάγων νοσηλεύτηκε 34 ημέρες στη Μ.Ε.Θ.
της Πανεπιστημιακής Κλινικής του νοσοκομείου "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" και 84 ημέρες στο 424 ΓΣΝΕ και υποβλήθηκε σε 4 εγχειρήσεις (συνολικής διάρκειας 22 ωρών). Ο ανωτέρω παθών συνέχισε να υποβάλλεται σε τακτικές επανεξετάσεις και συνέχιζε να σιτίζεται με αυστηρά αλεσμένη υπερθερμιδική δίαιτα και να τρώει με κουταλάκι μόνο αλεσμένη ή πολτοποιημένη τροφή, ενώ του συστήθηκε για την οριστική αντιμετώπιση της κινητικότητας της άνω γνάθου νέα επέμβαση με λήψη λαγωνίων μοσχευμάτων προς αποκατάσταση του καθολικού, αμφοτερόπλευρου, οστικού ελλείμματος του μέσου προσώπου (βλ.
τα από 28.06.2012 και από 30.09.2012, 11.12.2012 ενημερωτικά σημειώματα - ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Α. Τ.). Επειδή όμως το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί σημαντικά και άλλαξαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του σε μεγάλο βαθμό (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες), αλλά και επειδή δεν κατέστη δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στην Ελλάδα, τα σοβαρά κατάγματα του προσώπου του, αναγκάστηκε ο ενάγων να απευθυνθεί σε γναθοχειρουργικό κέντρο του εξωτερικού.
Συγκεκριμένα, στις 15-10-2012 μετέβη αεροπορικώς με την μητέρα του στις Η.Π.Α., στο εξειδικευμένο μετατραυματικό γναθοχειρουργικό κέντρο της πανεπιστημιακής κλινικής του Μέριλαντ στη Βαλτιμόρη, με σκοπό να προγραμματίσει τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης για την αποκατάσταση των πολλαπλών καταγμάτων του προσώπου και της γνάθου του, στην οποία τελικά υποβλήθηκε στις 22.03.2013 (πολύπλοκη χειρουργική επέμβαση που διήρκησε 20 ώρες).
Όπως αναφέρει ο ιατρός Γ. Β. του ΓΠΝ Παπανικολάου στην από 11.06.2013 ιατρική του γνωμάτευση " Η διορθωτική αυτή επέμβαση έγινε με λήψη κρανιακών μοσχευμάτων και την επαναδιευθέτηση των οστών του προσώπου με τη βοήθεια ηλεκτρονικού συστήματος χειρουργικής πλοήγησης (Brainlab) και ηλεκτρονικής επίσης μοντελοποίησης, συστήματα για τα οποία δεν υπάρχει σχετική εμπειρία στα Ελληνικά Δημόσια Νοσοκομεία.
Η χρήση παρόμοιων μεθόδων φέρεται στη βιβλιογραφία ως σημαντική βοήθεια στην ανακατασκευή του προσώπου και, όπως προκύπτει από τη μετεγχειρητική ακτινογραφική και κλινική εικόνα του ασθενή, επέφεραν σημαντική βελτίωση στην αισθητική και λειτουργική αποκατάστασή του". Με τις υπ' αριθμ. …/13.07.2012, …/13.08.2012, …/13.12.2012 και …/24.05.2013 γνωματεύσεις της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Αεροπορίας τελεί σε 30νθήμερη αναρρωτική άδεια, Α' Διαθεσιμότητα 3μηνης διάρκειας, Β' Διαθεσιμότητα 3μηνης διάρκειας, Διαθεσιμότητα 3μηνης διάρκειας συμπληρωματική της Β'.
Σήμερα η κατάσταση της υγείας του είναι η εξής: 1) Η άνω γνάθος συνεχίζει να παρουσιάζει σημαντική κινητικότητα ιδίως αριστερά και υπάρχει οστικό έλλειμμα μεσοκυνοδοντικά, εμποδίζοντας έτσι τη μάσηση, αυτό δε καθιστά αδύνατη την ασφαλή και αποτελεσματική τοποθέτηση μίας προσθετικής εργασίας (εμφυτεύματα, γέφυρα, μερική οδοντοστοιχία), 2) υπάρχει οστικό έλλειμμα και παρατηρείται έλλειψη σταθερότητας των οστών του προσώπου, 3) έχουν αποκαλυφθεί τα υλικά οστεοσύνθεσης, υπάρχουν μέταλλα στο στοματικό περιβάλλον στην άνω γνάθο τόσο δεξιά όσο και αριστερά με συνεχή κίνδυνο μόλυνσης, 4) παρατηρείται έντονη εκφυλιστική μεταβολή της αριστερής άνω κροταφογναθικής άρθρωσης και η άνω γνάθος θα παρουσιάζει εφόρου ζωής σημαντικά υπολειμματικά προβλήματα, 5) υφίσταται σημαντική υπολειπόμενη παραμόρφωση και αλλοίωση της συμμετρίας και των χαρακτηριστικών του προσώπου, 6) συνεχίζουν και λείπουν τα οκτώ (8) πρόσθια δόντια, τα έξι (6) από την άνω γνάθο και τα δύο (2) από την κάτω, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει ο ενάγων σοβαρά αισθητικά και κυρίως λειτουργικά προβλήματα, καθώς ακόμη δεν μπορεί να μασήσει στερεή τροφή και συνεχίζει και διατρέφεται με μαλακή, ειδικά αλεσμένη τροφή.
Πλέον αυτών, παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό μετατόπιση των υπολοίπων δοντιών, με αποτέλεσμα να έχει καταστραφεί η σύγκλισή τους και παρατηρείται ακόμη υποχώρηση των ούλων με μερική νέκρωση πολλών από αυτών, 7) υπάρχει αδυναμία πλήρους έκτασης του στόματος (ανοίγει μόνο το μισό), 8) υπάρχει αδυναμία επικοινωνίας μύτης - οφθαλμών (αν φυσήξει τη μύτη του ο ενάγων βγαίνει αέρας από τον οφθαλμό μου, ενώ παρατηρείται εκροή βλέννας με ίχνη αίματος από τη μύτη), 9) Υπάρχει λανθάνουσα θέση των οφθαλμών, 10) μετεγχειρητική αισθητική δυσμορφία της γαστροκνημίας και ενόχληση όταν περπατά ξυπόλητος, 11) δυσκολία και επώδυνη κίνηση του δεξιού χεριού και 12) Άμεσος κίνδυνος για επιδείνωση της κατάστασης από μόλυνση ή και από το παραμικρό κτύπημα στο πρόσωπο.
Τ' ανωτέρω οδηγούν στις εξής πολλαπλές ιατρικές εκκρεμότητες και εξαντλητικές χειρουργικές επεμβάσεις που πρέπει να διενεργηθούν στο μέλλον: 1) Νέα χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης οστικού μοσχεύματος στην άνω γνάθο, καθώς η αποκατάσταση της σταθερότητας αυτής και των οστικών κενών είναι το σημαντικότερο επιδιωκόμενο από μία νέα επέμβαση (αλλά και το πιο αποθαρρυντικά δύσκολο), 2) Στερέωση σε μεταγενέστερο χρόνο επάνω στη διορθωμένη, (εάν επιτευχθεί,) άνω γνάθο, οδοντικών εμφυτευμάτων.
Στα εμφυτεύματα αυτά θα τοποθετηθούν 8 δόντια, όσα δηλαδή καταστράφηκαν εξαιτίας του τραυματισμού μου από το ατύχημα (τα είχε καταπιεί), 3) Νέα χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης οστικού μοσχεύματος προς αντικατάσταση του κατεστραμμένου ρινικού οστού, η οποία θα διορθώσει την επικοινωνία μεταξύ μύτης και οφθαλμών και στη συνέχεια ρινοπλαστική, 4) Χειρουργική διόρθωση της θέσης των οφθαλμών, εφόσον βέβαια μπορεί να γίνει με ασφάλεια, 5) Διόρθωση κατά το δυνατό της παραμόρφωσης του προσώπου, 6) Αφαίρεση με επέμβαση των υλικών οστεοσύνθεσης στο στοματικό περιβάλλον που έχουν αποκαλυφθεί, 7) Αποκατάσταση με πλαστική επέμβαση της μετεγχειρητικής αισθητικής δυσμορφίας της γαστροκνημίας και βελτίωσή της και 8) Λειτουργική βελτίωση του δεξιού χεριού μέσω αρθροσκόπησης, καθώς παρά τη διενέργεια μεγάλου αριθμού φυσιοθεραπειών, το πρόβλημα στο δεξί του χέρι δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως (βλ.
τις ιατρικές γνωματεύσεις του ορθοπεδικού χειρουργού Κ. Μ., ειδικού ορθοπεδικού χειρουργού Χ. Σ., πλαστικού χειρουργού του 424 ΓΝΣΕ Η. Α.υ, γναθοπροσωπικού χειρουργού Χ. Α.)....... Ακόμη δέχθηκε ότι ο ως άνω Α. Α. "υπηρετούσε ως μόνιμος Αξιωματικός στη Πολεμική Αεροπορία με την ειδικότητα Αμύνης Αεροδρομίων από το έτος 2003.
Επίσης, υπηρετούσε στην Επίγεια Άμυνα και Φρούρηση Αεροδρομίων, στην Ομάδα Άμεσης Επέμβασης, καθώς επίσης και στη Πολιτική Προστασία και είχε τύχει της ανάλογης εκπαίδευσης (ήταν και χειριστής εκτοξευτήρα Οπλικού Συστήματος Patriot). Οι ειδικότητες αυτές, απαιτούν όπως είναι ευνόητο, σωματική ικανότητα πρώτης κατηγορίας (1/1), δηλαδή άρτια σωματική διάπλαση όπως και είχε, ακεραιότητα, θάρρος, αυτοέλεγχο, αυτοπεποίθηση, σταθερότητα, ευεξία, κρίση, απόλυτη ετοιμότητα, συνεχή άσκηση, ψυχική ισορροπία και πολύ καλή φυσική κατάσταση.
Γι' αυτό και αυτός γυμναζόταν οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα, σε γυμναστήριο, με βάρη και ήταν ενεργό μέλος στο Σύλλογο μαχητικού αθλήματος Kick Boxing, είναι κάτοχος της καφέ ζώνης και έχει την ιδιότητα του αθλητή στη Πανελλήνια Ομοσπονδία του Kick Boxing (βλ. τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα). Το ένδικο ατύχημα επηρέασε όχι μόνο τη φυσική του κατάσταση, αλλά την υγεία του, την αυτοπεποίθηση, την αισιοδοξία και την ψυχική του ισορροπία και στη θέση αυτών υπάρχει υποβόσκουσα λύπη, φόβος και άγχος.
Ο ενάγων κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τους γονείς του, ήταν άγαμος, ενώ ζούσε ανοικτή κοινωνική ζωή με τους φίλους του και τα συγγενικά του πρόσωπα, έχοντας πολλές κοινωνικές συναναστροφές και πολλά ενδιαφέροντα, όντας ιδιαίτερα ικανό άτομο. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά του υποδηλώνουν άνθρωπο με συγκροτημένη προσωπικότητα, ικανό να οραματίζεται το μέλλον του, να θέτει στόχους και να τους φέρει σε πέρας με επιτυχία.
Μετά το επίδικο ατύχημα, όμως, ο τρόπος και οι συνθήκες της ζωής του ενάγοντος άλλαξαν δραματικά, λόγω των προβλημάτων υγείας που του προκάλεσαν οι κατά τα άνω σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη, με συνέπεια να μην μπορεί να απολαμβάνει και να μετέχει στις προαναφερθείσες δραστηριότητες του και να υποχρεωθεί να αναπροσαρμόσει τον τρόπο της ζωής του, ενώ επηρεάσθηκε αρνητικά και σε μεγάλο βαθμό η εξωτερική του εμφάνιση .....".
Τέλος, διέλαβε και τα παρακάτω: "ο ενάγων, αφενός από τις ειδικές συνθήκες του αιφνίδιου, απρόσμενου και αναίτιου για τον ίδιο επίδικου τροχαίου ατυχήματος, την ταλαιπωρία που υπέστη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, λόγω του προρρηθέντος τραυματισμού του και των δυσμενών συνεπειών του στην εν γένει κατάσταση της υγείας του και τη σωματική του ευεξία, όπως και στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή του, καθώς και από το ψυχικό και σωματικό άλγος που δοκίμασε, συνεπεία της φύσης, του είδους και της έκτασης των βαρύτατων πιο πάνω κακώσεών του, υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση.....
Το παρόν Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσδιορισμού της, μεταξύ των άλλων, την ηλικία και τις λοιπές προσωπικές ιδιότητες του ενάγοντος - παθόντος (36 ετών, άγαμου κατά το χρόνο του ατυχήματος) και του θανόντος υπαιτίου προσώπου (που ήταν 24 ετών, στρατιώτης κατά το χρόνο του ατυχήματος), αντίστοιχα, τις συνθήκες και περιστάσεις της επίδικης αδικοπραξίας, όπως περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω, το είδος της προσβολής που δέχθηκε (ο ενάγων), την έκταση και το βαθμό του πταίσματος του θανόντος οδηγού (που ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος), τη φύση, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, καθώς και την ανυπαρξία ποσοστού συντρέχοντος πταίσματός του σε αυτήν (την έκταση του τραυματισμού του), όπως και τις συνέπειες του στην καθημερινότητά του, τη διάρκεια και την ένταση του πόνου και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε απ' αυτόν και συνεχίζει να δοκιμάζει, τη διάρκεια του χρόνου της αναγκαίας τακτικής ιατρικής παρακολούθησής του και της αγωγής που ακολούθησε και θα συνεχίσει επί μακρόν να ακολουθεί, χωρίς να είναι πιθανή η αποθεραπεία της, την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί για την ανωτέρω αίτια το μερικότερο ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων (110.000,00) ευρώ για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας του προρρηθέντος τραυματισμού του.
Το εν λόγω ποσό είναι δίκαιο και εύλογο, δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκειμένης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας ........". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον συναφή λόγο εφέσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε επιδικαστεί στον προαναφερθέντα ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του το ποσό των 150.000 ευρώ και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την κατ' ουσίαν εκδίκαση της αγωγής, επιδικάστηκε σ' αυτόν, για την προεκτεθείσα αιτία, το ποσό των 110.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Α. στο ποσό των 110.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, ενόψει και της έκτασης των εκτεθεισών βλαβών που αυτός υπέστη.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος (και τελευταίος), από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, για την προεκτεθείσα αιτία, το παραπάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι, κατά την αναιρεσείουσα, δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.3.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2016 αίτηση για αναίρεση της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ