Legislator Case Law & Legislation
1308/2016 AI generated

1308/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1308/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη, και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1308/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων, που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1308 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1308/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη, και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και τoυ Γραμματέα Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 80, 81, 82, 83, 84/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου. Με κατηγορούμενο τον A. D. A. O., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, και συγκατηγορούμενους τους: 1) L. D. M. E. W. του C. και 2) J. O. M. B. του O.. Με πολιτικώς ενάγουσα την S. A. M. του B. M., κατοίκου ... που δεν παρέστη.

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λασιθίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 43/30 Σεπτεμβρίου 2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 966/2015.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην παρ. 3 εδ. α’ του άρθρου 473 του ΚΠΔ, ορίζεται, ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση", που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με την γνωστή έννοια της αποφάσεως, που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από το νόμο τακτικά ένδικα μέσα και ως τέτοιο ένδικο μέσο προβλέπεται από τον ΚΠΔ μόνον η έφεση.

Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου.

Ενώ όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο (έφεση) ανεξαρτήτως "λόγου" για να αποκατασταθεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Περαιτέρω, έχει επικρατήσει από μακρού στην ελληνική νομική ορολογία να χαρακτηρίζονται ως "ανέκκλητες" οι αποφάσεις, που από την έκδοσή τους δεν υπόκεινται σε έφεση, οι εν λόγω δε αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία εννοία τελεσίδικων αποφάσεων.

Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων, που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση.

Την λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερόμενα, η οποία συντρέχει και για τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσο και στις αποφάσεις, που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Επομένως, η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1 εδ.

α’ και 473 παρ. 1 ΚΠΔ για την άσκηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως, που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο (Ολ ΑΠ 6/2002).

Συνεπώς, η εν προκειμένω κρινομένη υπ’ αριθμ. 43/2015 αίτηση αναιρέσεως, που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου την 30-9-2015 κατά της ομοφώνως εκδοθείσης, και επομένως μη υποκειμένης κατά το άρθρο 486 παρ. 2 του ΚΠΔ σε έφεση, υπ’ αριθμ. 80, 81, 82, 83, 84/17-31/10-2014 και 3/11/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του δικαστηρίου αυτού την 7-8-2015 και με την οποία (απόφαση) κηρύχθηκε ομόφωνα αθώος ο κατηγορούμενος A. D. A., της αξιοποίνου πράξεως της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και λόγους έχουσα (η αναίρεση) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 1, 48 και 299 του ΠΚ, έχει ασκηθεί, συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, νομοτύπως και εμπροθέσμως και αφού είναι τυπικώς παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και, επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση της ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή ακόμη και με την παράλειψη ενέργειας, που οφείλεται από το νόμο, και υποκειμενικά δόλο, απλό ή και ενδεχόμενο, που συνίσταται ο μεν απλός στη γνώση και τη θέληση ων στοιχείων της πράξεως, της θανατώσεως, δηλαδή, του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή ως ενδεχομένου του αποτελέσματος της θανατώσεως του άλλου.

Ειδικότερα, επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενεργείας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Περαιτέρω, ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.

β` του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι απλός συνεργός σε τελεσμένη ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό.

Ψυχική συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση που ήδη έχει λάβει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, που μπορεί να πραγματωθεί με την παροχή σ` αυτόν, πριν από την πράξη, υποσχέσεως για βοήθεια κατά την τέλεση της πράξεως ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της, δύναται δε να παρασχεθεί και με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει ήδη λάβει για την τέλεση της πράξεως, καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ` οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος ή υποσχέσεως για την απομάκρυνση του αυτουργού από τον τόπο του εγκλήματος ή την εξάλειψη των ιχνών του (ΑΠ 225/2013).

Η απλή παρουσία άλλου στον τόπο τελέσεως πράξεως ανθρωποκτονίας συνιστά ψυχική συνέργεια τότε μόνο, όταν ο παριστάμενος αφενός μεν γνωρίζει ότι ο αυτουργός πρόκειται να αποκτείνει άλλον και αφετέρου με την παρουσία του θέλει ή αποδέχεται να τον ενισχύσει ή ενθαρρύνει στην πραγμάτωση του ως άνω εγκλήματος (ΑΠ 929/1991).

Η υλική συνδρομή συντελείται με υλικές πράξεις, όπως η μεταφορά του αυτουργού στον τόπο του εγκλήματος. Για την εξ υποκειμένου στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας δεν είναι ανάγκη ο απλός συνεργός να γνωρίζει τις λεπτομέρειες της πράξεως και ιδίως πότε, πού, καθώς και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί αυτή από τον αυτουργό της πράξεως (ΑΠ 225/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47 παρ.1 και 48 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη της απλής συνέργειας υπό την ανωτέρω έννοιά της, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή η στοιχειοθέτηση αξιοποίνου πράξεως, για την οποία δεν συντρέχει λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της.

Αν δε ο κατηγορούμενος, ως φυσικός αυτουργός, κηρύχθηκε αθώος ελλείψει δόλου, ή διότι έγινε δεκτό ότι η πράξη τελέστηκε από τρίτο, άγνωστο πρόσωπο, η ευθύνη του συμμετόχου (συναυτουργού, ηθικού αυτουργού και συνεργού) εξακολουθεί υφισταμένη (ΑΠ 1240/2006, ΑΠ 2185/2003). Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν δεν τελεσθεί αντικειμενικώς αξιόποινη πράξη από τον αυτουργό, δεν νοείται, παρά την αυτοτέλεια του αξιοποίνου των συμμετόχων και συνεπώς και του απλού συνεργού (άρθρο 48 ΠΚ), συμμετοχή σε ανύπαρκτο έγκλημα (ΑΠ 2185/2003).

Εξ άλλου, ο δόλος του απλού συνεργού, όπως και κάθε συμμετόχου, είναι διπλός και περιλαμβάνει και καλύπτει τόσον γνωσιακά όσον και βουλητικά αφ` ενός μεν την παροχή συνδρομής στον δράστη της κυρίας πράξεως προς τέλεση αυτής, αφ` ετέρου δε και την τέλεση της κυρίας πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού είναι δυνατόν να είναι και ο ενδεχόμενος του άρθρου 27 παρ. 1 β` του ΠΚ, εκτός εάν ο νόμος για το έγκλημα απαιτεί ειδική μορφή δόλου οπότε αυτή απαιτείται και για τον απλό συνεργό.

Ο διπλός δόλος του απλού συνεργού σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως περιλαμβάνει το μεν την γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της τελέσεως απ` αυτόν της άδικης πράξεως αυτής, το δε την βούληση ή αποδοχή του να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος.

Στην περίπτωση δε της ανθρωποκτονίας από απρομελέτητο δόλο, του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, δεν απαιτείται ειδική μορφή δόλου, είναι δυνατή η συνδρομή ενδεχομένου δόλου στο πρόσωπο του απλού συνεργού ως προς τον ένα από τους δύο δόλους ή και ως προς αμφοτέρους (ΑΠ 225/2013). Όσον αφορά τον απλό δόλο, όταν απαιτείται για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 εδ.

α` του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ.

αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του ή όταν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκειμένου ειδικώς για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητος, που θεσπίζεται και από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν:

α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχομένης αξιοποίνου πράξεως.

Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεώς του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικώς.

Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων.

Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο (εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας). Δεν συνιστούν όμως έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης ή αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 709/2016).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 80-84/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λασιθίου, κήρυξε κατά πλειοψηφία αθώο, λόγω αμφιβολιών, τον κατηγορούμενο L. D. (όν.) M. E. W. του C., της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του M. B. T.

C., που φέρεται ότι τέλεσε την 23-7-2013, στα ... Χερσονήσου Κρήτης και συνίστατο, κατά πιστή μεταφορά, στο ότι "έχοντας αποφασίσει να θανατώσει άλλον και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τον χρόνο που αποφάσισε να τελέσει την πράξη αυτή, όσο και κατά χρόνο της εκτελέσεως αυτής, με πρόθεση θανάτωσε άλλον.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχοντας αποφασίσει να θανατώσει τον M. B. T. C., γενν. 23-7-1994 Βρετανία, με πρόθεση, με την χρήση ενός ανοιγόμενου μαχαιριού (τύπου σουγιά) συνολικού μήκους 20 εκατοστών, με μήκος λεπίδας 9 εκατοστών, κατάφερε σε αυτόν δύο πλήγματα, ένα ελαφρύ στην οπίσθια αριστερή θωρακική χώρα και ένα στην θωρακική (κάτω από αριστερά μασχάλη), το τελευταίο από τα οποία τρύπησε το μεσοπλεύριο, πνεύμονα και καρδιά του ως άνω θύματος, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός του".

Με την αυτή απόφασή του το ως άνω δικαστήριο εκήρυξε ομοφώνως αθώο τον A. (όν.) D. A. του Ο., της αξιόποινης πράξης της απλής συνέργειας στην, κατά τα προαναφερόμενα, πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που απεδίδετο στον ως άνω συγκατηγορούμενό του L. D. (όν.) M. E. W. του C., συνισταμένης, επί λέξει, στο ότι: "Στο δ.δ. ...

Χερσονήσου, στην οδό ..., την 23-7-2013 και ώρα 03:30’ περίπου, με πρόθεση παρέσχε σε άλλον συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας με πρόθεση που διέπραξε. Συγκεκριμένα, αφού κατά τον ανωτέρω χρόνο μετέβη μαζί με τον συγκατηγορούμενο και φίλο του, (επ.) L. D. (όν.) M. E. W. του C., στον παραπάνω τόπο, καθ’ ώ χρόνω ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του επιτέθηκε στον M.

B. T. C., για να τον σκοτώσει καταφέροντας σε αυτόν δύο πλήγματα, ένα ελαφρύ στην οπίσθια αριστερή θωρακική χώρα και ένα στην πρόσθια θωρακική (κάτω από αριστερά μασχάλη), το τελευταίο από τα οποία τρύπησε το μεσοπλεύριο, πνεύμονα και καρδιά του ως άνω θύματος, με την ενεργό παρουσία του και την ετοιμότητά του να επέμβει, αν παρίστατο ανάγκη, ενίσχυσε την απόφασή του και τον συνέδραμε ψυχικά στην τέλεση της πράξης αυτής".

Για την απαλλακτική των κατηγορουμένων αυτών κρίση του το δικαστήριο διέλαβε την εξής, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, ωσαύτως επί λέξει, αιτιολογία "...Όλα αυτά δημιουργούν αμφιβολίες για την ενοχή του πρώτου κατηγορουμένου L. D. (όν.) M. E. W. του C., δοθέντος ότι σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας που ισχύει στο ποινικό δίκαιο, ο εκάστοτε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του, ο οποίος βεβαίως δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του.

Συνεπώς, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφαρμοζομένης της γενικής αρχής του ποινικού δικαίου ότι οι αμφιβολίες είναι υπέρ του κατηγορουμένου, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και συγκεκριμένα της ανθρωποκτονίας σε βάρος του M. B. T. C., της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας.

Συνακόλουθα αθώος της πράξης της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση πρέπει να κηρυχθεί ο τρίτος κατηγορούμενος, A. D. A., λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης". Σημειωτέον ενταύθα, ότι καθ’ όσον αφορά τον δεύτερο των κατηγορουμένων αυτών A. (όν.) D. A. του Ο., ως προς την αθώωση του οποίου μόνον ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η ως άνω παρατιθέμενη αιτιολογία της πλειοψηφησάσης στο δικαστήριο αθωωτικής γνώμης, από μόνη της στηρίζει αυτοτελώς την ομόφωνη, όμως, αθωωτική απόφασή του (δικαστηρίου).

Με τις παραδοχές αυτές όμως το δικαστήριο, καθ’ όσον αφορά τον ανωτέρω κατηγορούμενο A. (όν.) D. A. του Ο., το μεν παντελώς δεν διέλαβε την απαιτούμενη για την αθωωτική αυτού (κατηγορουμένου τούτου) απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το δε παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 47 παρ.1 και 48 του ΠΚ, εσφαλμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας αυτές.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται, ότι ετελέσθη κατά την αντικειμενική της υπόσταση η αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του M. B. T. C. και κηρύσσει κατά πλειοψηφία αθώο, λόγω αμφιβολιών, τον κατηγορούμενο και φερόμενο ως μόνο φυσικό αυτουργό αυτής L. D. (όν.) M. E. W. του C., δεχόμενο, επομένως, ότι είναι άγνωστος ο δράστης - φυσικός αυτουργός της αντικειμενικώς τελεσθείσης πράξεως αυτής, περαιτέρω, με την εσφαλμένη ως άνω μόνη παραδοχή, ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο A. (όν.) D.

A. του Ο., πράξη της απλής συνέργειας αυτού στην εν λόγω ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, που απεδίδετο μόνον στον συγκατηγορούμενό του αυτόν (L. D. (όν.) M. E. W. του C.) έχει και στην περίπτωση αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα, εσφαλμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 και 48 του ΠΚ, και χωρίς καμιά άλλη αιτιολογία, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, χωρίς (ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τις διατάξεις αυτές), ως όφειλε, κατά τα προαναφερόμενα, να ερευνήσει την τοιαύτη συμμετοχή του στην πράξη αυτή (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) του αγνώστου φυσικού αυτουργού, και να αιτιολογήσει την αθωωτική απόφασή του.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγους της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Συνακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, ως προς τον εν λόγω κατηγορούμενο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές και ενόρκους που δεν μετείχαν στη σύνθεση που έχει δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 80, 81, 82, 83, 84/2014 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου, καθ’ όσον αφορά τον κατηγορούμενο A. D. A. του Ο., κάτοικο ... και μόνον ως προς την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση του M. B. T. C., που φέρεται ότι τέλεσε ο L. D. (όν.) M. E. W. του C., κάτοικος ..., την 23-7-2013, στα ... Χερσονήσου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές και οι ένορκοι που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2016. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ