Legislator Case Law & Legislation
1308/2012 AI generated

1308/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1308/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1308/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, ο εναγόμενος εργοδότης, αμυνόμενος κατά της αγωγής, μπορεί να προτείνει, την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι, όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς, αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραληφθείς στις επίμαχες προαγωγές συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.

Keywords

AI generated
bankruptcy official financial crisis head of government language barriers financial, monetary or economic policy diplomatic personnel
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1308 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1308/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 777/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5927/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927) προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με τις από 22-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου στον βαθμό του Υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της εν λόγω Τράπεζας, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά από πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο βαθμό (του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου), γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση αυτού και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.

Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού αυτής και θεσπίσθηκαν, για τους κρινόμενους με τον βαθμό του Λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής ‚ λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα ασκήσεως ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών ασκήσεως αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης και στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνηθείσες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από τον εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).

Κατάφωρα δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στην συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.

Τέλος, ο εναγόμενος εργοδότης, αμυνόμενος κατά της αγωγής, μπορεί να προτείνει, την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι, όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς, αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραληφθείς στις επίμαχες προαγωγές συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 4-10-1971, και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, στον Λογιστικό Κλάδο.

Η εργασιακή αυτή σχέση ήταν ορισμένου χρόνου, διότι ο Οργανισμός της εναγομένης, που διέπει τις σχέσεις των υπαλλήλων της και έχει συμβατική ισχύ, προβλέπει όριο ηλικίας, με την συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία. Ο ενάγων έκτοτε εξελίχθηκε, προαγόμενος διαδοχικά στους επόμενους βαθμούς, στον δε βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, τον οποίο κατέχει από 1-7-1994, προήχθη (αναδρομικά) κατόπιν εκδόσεως επί σχετικής αγωγής του της υπ' αριθμ. 6351/2003 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1601/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ΜΑSTER του Πανεπιστημίου SUSSEX της Αγγλίας. Γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα και γι' αυτό λαμβάνει επίδομα ξένης γλώσσας, γνωρίζει, επίσης, την Γαλλική γλώσσα καλά. Έχει παρακολουθήσει 12 σεμινάρια, από τα οποία τα 2 στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Morgan Guranty Trust Company στη Νέα Υόρκη "Διαχείριση Συναλλαγματικών Διαθεσίμων" (1978) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ (Μάρτιος - Απρίλιος 1978) και 10 ενδοτραπεζικά: "Συνάλλαγμα" (1974), "Πίστης" (1978), "Διαχείριση Διαθεσίμων", "Οperational Risk Management", "Credit Risk Management", "Τreasury Management", "Η Κατάσταση Ταμειακής Ροής των Επιχειρήσεων", "Η Νομοθεσία της Χρηματιστηριακής Αγοράς Παραγώγων", "Securitization - Εφαρμογή Μεθοδολογίας", "Financing of Terrorism".

Από της προσλήψεώς του (4-10-1971) και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1975 υπηρέτησε ο ενάγων ως υπάλληλος στο Τμήμα Ελέγχου Εξαγωγών Κ.Κ. της Διεύθυνσης Εμπορικών Συναλλαγών με την Αλλοδαπή. Ακολούθως, έλαβε εκπαιδευτική άδεια ενός έτους, κατά την οποία πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Sussex της Αγγλίας, λαμβάνοντας το παραπάνω μεταπτυχιακό δίπλωμα.

Από τον Δεκέμβριο του 1976 μέχρι τον Απρίλιο του 1977 υπηρέτησε στην Διεύθυνση Διοικητικού της εναγομένης και από τον Μάιο του ίδιου έτους μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1981 στο Γραφείο Διεθνών Σχέσεων αυτής. Από τον Οκτώβριο του 1981 έως τον Ιούνιο του 1985 υπηρέτησε στην Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών ως Προϊστάμενος κλιμακίων ελέγχου και επανελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών κανόνων σε πιστωτικά Ιδρύματα και ΝΠΙΔ.

Από τον Ιούλιο του 1985 έως τον Οκτώβριο του 1987 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ελέγχου Εφαρμογής Συναλλαγματικών Κανόνων ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Κωδικοποίησης των Συναλλαγματικών Κανόνων Προστασίας του Εθνικού Νομίσματος. Από 21-11-1987 ανέλαβε υπηρεσία στον Οργανισμό της εναγομένης, με την επωνυμία Κεφάλαιο Ασφάλισης Πιστώσεων Εξαγωγών (ΚΑΠΕ), στον οποίο αποσπάσθηκε με την υπ' αριθμ. 158/2-4-1987 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας, όπου από 21-11-1987 και μέχρι τον Αύγουστο του 1988 άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Διευθυντή.

Από τον Σεπτέμβριο του 1988 άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Πληροφορικής και Μηχανοργάνωσης στον Οργανισμό της εναγομένης Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (ΟΑΕΠ), διάδοχο του παραπάνω Οργανισμού ΚΑΠΕ. Τον Μάρτιο του 1995 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Τομέα Μακροπρόθεσμων Καλύψεων και Ειδικών Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων και υπηρέτησε στη θέση αυτή έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2000.

Έκτοτε και έως τον Οκτώβριο του 2003 απασχολήθηκε στη Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών, στον Τομέα Συναλλαγματικών Ελέγχων Τραπεζών. Τέλος, από το Νοέμβριο του 2003 έως τον Οκτώβριο του 2005, που αποχώρησε από την εναγομένη λόγω συνταξιοδοτήσεως, διετέλεσε Προϊστάμενος του Γραφείου Παρακολούθησης Θεμάτων για την Πρόληψη της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Η βαθμολογία της γενικής υπηρεσιακής απόδοσης του ενάγοντος για τα έτη 1988 και 1989 ήταν στα επτά από τα οκτώ κριτήρια αξιολόγησης 1 και στο ένα κριτήριο 2, ενώ από το έτος 1990 και κατά τα επόμενα έτη έως το έτος 2000 δεν συντάχθηκαν φύλλα αξιολόγησης των υπαλλήλων της εναγομένης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε, μεταξύ άλλων, και τους προτεινόμενους προς σύγκριση από αυτόν ομοιόβαθμους συναδέλφους του Ν.

Γ. και Β. Κ., στη σύγκριση με τους οποίους και μόνο αναφέρεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, οι οποίοι, όπως δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, είχαν τα ακόλουθα προσόντα: Ο Ν. Γ. προσλήφθηκε στις 14-9-1971 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 9 σεμινάρια: "Οργάνωση στην Τράπεζα", "Πίστη", "Αγγλικά Control Data - Οργάνωση - λήψη αποφάσεων και Η/Υ", "Ηλεκτρονικές Λογιστικές Μηχανές - Computers", "Θέματα ΕΟΚ", "ΕΕΔΕ Τραπεζικές Επιχειρήσεις και Εσωτερικός Έλεγχος", "Το έργο των Προϊσταμένων, Διοικητική Επιμόρφωση, ΕΟΚ και Διεθνείς Οικονομικοί Οργανισμοί", "Management - Crid" και "Scientific Methods Intersystems".

Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Μελετών και Προγραμματισμού από 13-9-1993. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 ήταν στα επτά από τα οκτώ κριτήρια αξιολόγησης 1 και στο ένα κριτήριο 2. O Βασίλειος Κυπρής προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997.

Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Νομικό Τμήμα) και της ΑΣΟΕΕ. Γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 8 ενδοτραπεζικά σεμινάρια: "Οικονομικής Αναλύσεως Πτυχιούχων", "Εφαρμοσμένης Διοικήσεως", "Διοικητικής Επιμορφώσεως Εισηγητών", "Μαθημάτων Αγγλικής", "Εκπαιδεύσεως Εισηγητών", "Βελτιώσεως Ανθρωπίνων Σχέσεων", "Management και Παραγωγικότητα", "Γρήγορο Διάβασμα - Μνήμη" και ένα σεμινάριο "Activity Based Costing and Priority Based Cost Reduction" στο Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο.

Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού από το έτος 1990, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο ίδιο Τμήμα από το έτος 1993 και Προϊσταμένου Τμήματος στο ίδιο Τμήμα από το έτος 1995. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 ήταν στα έξι κριτήρια αξιολόγησης 1 και στο ένα κριτήριο 2.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από την σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των παραπάνω προαχθέντων δύο συναδέλφων του, αντικειμενικά εκτιμώμενα, αποδεικνύεται ότι: Ο ενάγων και ο Ν. Γ. είναι ισοδύναμοι ως προς την γενική και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς την βαθμολογία.

Υπερέχει ο ενάγων έναντι του παραπάνω συγκρινομένου ως προς τους τίτλους σπουδών (κάτοχος και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών), την γνώση ξένων γλωσσών (δύο έναντι μιας) και κυρίως ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι αυτός άσκησε υψηλότερης στάθμης και μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας υπεύθυνα καθήκοντα, αφού διετέλεσε Προϊστάμενος Υπηρεσίας από το έτος 1985, Αναπληρωτής Διευθυντής στον Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων από το έτος 1987 και Προϊστάμενος Τομέα από το έτος 1995, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα μόνο Προϊσταμένου Τμήματος και δη από το έτος 1993.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων υπερείχε καταδήλως έναντι του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Ν. Γ.. Έναντι του Β. Κ., ο ενάγων υπερέχει ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 περίπου έτη, ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 3 έτη, ως προς τους τίτλους σπουδών (κάτοχος και μεταπτυχιακού τίτλου), την γνώση ξένων γλωσσών (δύο έναντι μιας) και ως προς την βαθμολογία.

Επίσης υπερέχει ο ενάγων και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων δεδομένου ότι, ναι μεν ο συγκρινόμενος ανέλαβε ενωρίτερα, κατά 2 έτη, του ενάγοντος καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας (1983), στη συνέχεια, όμως, ο ενάγων υπηρέτησε σε περισσότερες υπεύθυνες θέσεις και κατά τον χρόνο των επίδικων προαγωγικών κρίσεων ασκούσε καθήκοντα υψηλότερης στάθμης (Προϊστάμενος Τομέα, ενώ ο συγκρινόμενος ήταν Προϊστάμενος Τμήματος).

Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων υπερείχε καταδήλως έναντι του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Β. Κ.. Έτσι, το Εφετείο κατέληξε, ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς και των δύο παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε η παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, να είναι καταφώρως άδικη και ως εκ τούτου αντίθετη προς την καλή πίστη και καταχρηστική και ότι συνεπώς η αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος στον παραπάνω βαθμό, πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (777/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταφανούς υπεροχής του ενάγοντος έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του.

Επομένως, οι αντίθετοι και ενιαίως διατυπούμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά το μέρος τους, που αφορά την, ως προς την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, γενόμενη σύγκριση του αναιρεσιβλήτου με τους προαχθέντες συναδέλφους του Ν. Γ. και Β. Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω το Εφετείο, εξετάζοντας την διακωλυτική ένσταση της εναγομένης - αναιρεσείουσας Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία, κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, δεν προήχθησαν και οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου Χ. Β. και Σ. - Μ. Γ., οι οποίοι υπερείχαν και μάλιστα καταδήλως αυτού ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα και θα είχαν προαχθεί αντί εκείνου, δέχθηκε τα εξής:

Ο Χ. Β. προσλήφθηκε στις 20-4-1974 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι κάτοχος τριών πτυχίων ανωτάτων σχολών (δύο της Παντείου: Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης και ενός της ΑΣΟΕΕ), έχει εργασιακή εμπειρία και εκτός Τράπεζας, γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα.

Έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων (αγγλικών, πίστης, βασικών αρχών Risk Management, έργου προϊσταμένων, γρήγορου διαβάσματος, νέων χρηματοδοτικών θεσμών, εφαρμοσμένης διοίκησης, GRID, εισαγωγικού σεμιναρίου για την Γ.Ε.Τ., derivatives, intertraining), έλαβε δε ως βαθμολογία κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 είκοσι δύο 1 και δύο 2.

Χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου, ενώ άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας από το 1986, Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος από το 1993 και Προϊστάμενου Τομέα από το 1996. O Σ. - Μ. Γ. προσλήφθηκε στις 14-2-1972 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 6 σεμινάρια (οργάνωσης εργασίας, εφαρμοσμένης διοίκησης GRID, σύγχρονων τραπεζικών εργασιών, αγορών χρήματος, χρηματοδοτικών προϊόντων οργάνωσης και αξιολόγησης προσωπικού, εξειδικευμένης τραπεζικής ελεγκτικής, χρηματοοικονομικών εργασιών).

Υπηρέτησε στο Πρακτορείο Σύρου και στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης. Συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για την σύνταξη σχεδίου κανονισμού λειτουργίας του τμήματος ταμειακών συναλλαγών, λαμβάνοντας υπηρεσιακό έπαινο. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 ήταν είκοσι δύο 1 και δύο 2. Άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας από το 1986, Αναπληρωτή Τμήματος από το 1988 και Προϊστάμενου Τμήματος από το 1996.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι από την αντιπαραβολή των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των συγκρινομένων (για την θεμελίωση της διακωλυτικής ενστάσεως) με εκείνα του ενάγοντος προκύπτει ότι: Ο Χ. Β. υστερούσε έναντι του ενάγοντος ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 3 έτη, ήταν ισοδύναμοι ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, υστερούσε ο συγκρινόμενος ως προς τους τίτλους σπουδών (δεν κατείχε μεταπτυχιακό τίτλο όπως ο ενάγων) και ως προς τον αριθμό των ξένων γλωσσών (μία έναντι δύο του ενάγοντος), υπερείχε ελαφρώς έναντι του ενάγοντος ως προς την βαθμολογία και ήταν ισοδύναμοι ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού και αυτός είχε υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης ίδιας στάθμης με τις θέσεις ευθύνης που υπηρέτησε ο ενάγων και ανάλογης διάρκειας (ήτοι ο Χ.

Β.: Προϊστάμενος Υπηρεσίας από το 1986, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από το 1993 και Προϊστάμενος Τομέα από το 1996 και ο ενάγων: Προϊστάμενος Υπηρεσίας από το 1985, Διευθυντής ΚΑΠΕ από το 1988 και Προϊστάμενος Τομέα από το 1995). O Σ. - Μ. Γ. υστερούσε ελαφρώς έναντι του ενάγοντος ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 5 μήνες), ήταν ισοδύναμοι ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, υστερούσε ως προς τους τίτλους σπουδών (δεν κατείχε μεταπτυχιακό τίτλο όπως ο ενάγων), υστερούσε επίσης έναντι του ενάγοντος ως προς τον αριθμό των ξένων γλωσσών (μία έναντι δύο) και ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 12 σεμιναρίων, που είχε παρακολουθήσει ο ενάγων).

Υπερείχε ελαφρώς ο συγκρινόμενος ως προς την βαθμολογία και ήταν ισοδύναμος με τον ενάγοντα ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον αυτός είχε υπηρετήσει ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας από το 1986, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από το 1988 και Προϊστάμενος Τμήματος από το 1996 και κατά τον χρόνο των προαγωγικών κρίσεων (1999) κατείχε θέση Προϊστάμενου Τμήματος, ο δε ενάγων υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας από το 1985, ως Διευθυντής του ΚΑΠΕ από το 1988 και ως Προϊστάμενος Τομέα από το 1995, δηλαδή κατά τον χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε θέση ανώτερης στάθμης από εκείνη που κατείχε ο συγκρινόμενος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει ούτε απλή υπεροχή των παραπάνω δύο προς σύγκριση αντιπροτεινομένων υπαλλήλων της εναγομένης έναντι του ενάγοντος, αλλά ότι αυτοί ήταν ισοδύναμοι, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, με τον ενάγοντα και ακολούθως απέρριψε (το Εφετείο) την προβληθείσα από την εναγομένη διακωλυτική ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 201 και 207 ΑΚ και συνεπώς οι περί του αντιθέτου ίδιοι λόγοι (πρώτος και δεύτερος) της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος τους που αφορά την γενόμενη σύγκριση του αναιρεσιβλήτου με τους προτεινόμενους προς τούτο από την αναιρεσείουσα, για την θεμελίωση της διακωλυτικής ενστάσεως αυτής, υπαλλήλους της Χ.

Β. και Σ. - Μ. Γ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον, με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα, πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων προς προαγωγή υπαλλήλων της στον βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, τον οποίο συνέταξε η συσταθείσα προς τούτο από την αναιρεσείουσα Γνωμοδοτική Επιτροπή. Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό και επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων όσων εκτέθηκαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5927/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ