Supreme Court remands case for retrial after finding lower court failed to recognize non-existent arbitration clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's dismissal of the State's appeal against an arbitration award. The State argued the arbitration clause was invalid due to the arbitrators exceeding their authority, while the catering company contended it never agreed to arbitration. The Court ruled that the First Instance Court erred by failing to examine the State's request to declare the arbitration award non-existent under Article 901 of the Code of Civil Procedure, as the company did not fall under the arbitration agreement. Consequently, the case is remanded to the First Instance Court for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 901(a) and 3 of Law 3560/1956; When a party requests the recognition of the non-existence of an arbitration award due to arbitrators exceeding their authority, the court must examine this request even if the opposing party does not fall under the arbitration agreement, and failure to do so constitutes a procedural error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1308 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1308/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπρο-σωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπρο-σωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΚ ΚΕΪΤΕΡΙΝΓΚ ΑΕ" (OLYMPIC CATERING ΑΕ), που εδρεύει στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Νίκα και Σταύρο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4354/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 27-1-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 4-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 901 περ. α ΚΠολΔ: "Μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης .... αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας". Κατά το άρθρο 3 ΝΔ 3560/1956: "Κυρούται η από 30 Ιουλίου 1956 υπογραφείσα σύμβασις μεταξύ του Δημοσίου και του ... "περί Αεροπορικών Συγκοινωνιών". 2.
Άπασαι αι διατάξεις της κατά τ' ανωτέρω κυρουμένης συμβάσεως αποκτώσιν ισχύν Νόμου, δύνανται δε να τροποποιώνται ή καταργώνται δια συμφωνίας μεταξύ του αναδόχου και του Δημοσίου ... κυρουμένης δια Β. Δ/τος ...". Εξάλλου, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση: "Το Δημόσιον παραχωρεί εις τον Ανάδοχον δια χρονικόν διάστημα είκοσι ετών ... 1.
Το προνόμιον της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως πασών των υπό Ελληνικήν σημαίαν αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού ... 2. Το προνομιακόν δικαίωμα της δι' επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως ... των προσγειουμένων εις Ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ... 3. Το προνόμιον της αποκλειστικής μεταφοράς του αεροπορικού ταχυδρομείου ... 4.
Το προνόμιον της αποκλειστικής εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως του εν άρθρ. 17 της παρούσης προβλεπομένου συνεργείου...." (άρθρο. 1). "1. Ο Ανάδοχος υποχρεούται, όπως εντός τριών μηνών από της κυρώσεως της παρούσης συμβάσεως και υπό τους όρους αυτής και τους Ελληνικούς Νόμους, συστήσει Ελληνικήν Ανώνυμον Εταιρείαν με έδραν τας Αθήνας και με σκοπόν την υπό τους όρους της Συμβάσεως εκμετάλλευσιν των εν άρθρ. 1 παραχωρουμένων εις αυτόν προνομίων και αποκλειστικών δικαιωμάτων... 3.
Η κατά τα διατάξεις της παρούσης συμβάσεως συσταθησομένη Ανώνυμος Εταιρεία θα υποκατασταθεί από της συστάσεώς της αυτοδικαίως και άνευ εγγράφου εκχωρήσεως ή άλλης οιασδήποτε διατυπώσεως εις άπαντα ανεξαιρέτως τα εκ της παρούσης συμβάσεως απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αναδόχου. Όπου εν τη παρούση συμβάσει γίνεται λόγος περί του αναδόχου νοείται από της συστάσεώς της, η ανωτέρω εταιρεία" (άρθρο 2). "Εν πάση ...
περιπτώσει η ουσιαστική ιδιοκτησία και ο πραγματικός έλεγχος της Εταιρείας δέον να ανήκη εις πρόσωπα Ελληνικής Ιθαγένειας. Προς τούτο, η Γενική Συνέλευσις των μετόχων της Εταιρείας ουδέποτε λογίζεται εν απαρτία, ούτε δύναται να προχωρήσει εις συζήτησιν και αποφάσεις, αν τα 51% τουλάχιστον των διατιθεμένων και παρισταμένων εις εκάστην Συνέλευσιν ψήφων δεν ανήκουν εις μετόχους Ελληνικής Ιθαγενείας" (άρθρο 3 παρ. 2 εδ.
β). "Επιτρέπεται όπως πάσαι ή τινές των ακολούθων δραστηριοτήτων: α) αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων (GARGO FORWARDING), β) εξυπηρετήσεως των εκτάκτων αεροπορικών μεταφορών ...., γ) παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως ξένων αεροσκαφών ....., δ) αεροπορικών μεταφορών και εργασιών, περί ών η παρ. 5 του άρθρ. 1 της ισχυούσης Συμβάσεως, ε) έτι δε και η κατά την παρ. 10 του άρθρ. 7 της ισχυούσης Συμβάσεως εκμετάλλευσις ελικοπτέρων και μικρών αεροσκαφών, ασκώνται είτε ευθέως υπό της ώδε συμβαλλομένης Αναδόχου, είτε δια μιάς ή πλειόνων ανεξαρτήτων της Αναδόχου ανωνύμων εταιρειών, ειδικώς προς τον σκοπόν τούτον ιδρυομένων, ών η Ανάδοχος θα διατηρή υποχρεωτικώς το 51% τουλάχιστον των μετοχών.
Η ως άνω ανώνυμος εταιρεία ή εταιρείαι θα απολαμβάνουν όλων των κατά την ισχύουσαν Σύμβασιν προνομίων της Αναδόχου, εφαρμοζομένης και ως προς αυτάς της παρ. 3 του άρθρου 2 της ισχυούσης συμβάσεως .... 3. Η Ολυμπιακή Αεροπορία δικαιούται να μετέχη τουριστικών επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Αι επιχειρήσεις αύται διέπονται από της κειμένης περί τούτων εκάστοτε νομοθεσίας, μη εφαρμοζομένης επί τούτων ουδεμίας διατάξεως της ισχυούσης και της παρούσης Συμβάσεως...." (άρθρο 4 παρ. 2, 3 που προστέθηκαν με το άρθρο 5 της Συμβάσεως που κυρώθηκε με το ΝΔ 122/1969). "Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, δι' ας προβλέπεται εν τη παρούση έτερος τρόπος ρυθμίσεως, πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυομένη μεταξύ του Δημοσίου και αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως, και όπου ακόμη, ειδικώς δεν προβλέπεται περί αυτής εν τη παρούση, αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής, την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικώς οιονδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης συμβάσεως, λύεται αποκλειστικώς δια διαιτησίας..." (άρθρο 27).
Εξάλλου, η ισχύς της ανωτέρω Συμβάσεως παρετάθη με δύο νεώτερες συμβάσεις, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 4262/1962 και το ΒΔ 862/1966 μέχρι της 6-10-1986 και "επί είκοσι ακόμη έτη από της λήξεώς της", αντιστοίχως.
Με βάση τα κείμενα των ως άνω συμφωνιών και των κυρωτικών αυτών νόμων, κυρίως, δε με βάση τον επιδιωχθέντα δι' αυτών σκοπό και τα μέσα που πρεβλέφθη ότι θα εχρησιμοποιούντο για την επίτευξή του, είναι σαφές ότι -ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μεθοδολογία και φρασεολογία- προέχον στοιχείο της όλης ρυθμίσεως είναι ο νομοθετικός χαρακτήρας αυτής και όχι εκείνος της συμβατικής σχέσεως ιδιωτικού δικαίου.
Τούτο δε, διότι το κύριο έννομο αποτέλεσμα των ρηθεισών νομικών πράξεων (συμφωνιών και νόμων) ήταν η εκ μέρους ιδιώτου απόκτηση δικαιώματος μονοπωλιακής εκμετάλλευσης ενός οικονομικού τομέως (των αερομεταφορών και συναφών δραστηριοτήτων), πράγμα που δεν θα ήταν νομικώς επιτρεπτό να γίνει χωρίς τυπικό νόμο.
Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω ότι η όλη (συμβατική και νομοθετική) ρύθμιση απέβλεπε και ίσχυε αποκλειστικά και μόνο στις σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρίας "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" και όχι έναντι άλλων (τρίτων) προσώπων. Ειδικώς μάλιστα για την διαιτητική επίλυση των διαφορών που θα προέκυπταν από την σύμβαση, ορίσθηκε (στο προαναφερθέν άρθρο 27) ότι αυτή αφορούσε διενέξεις "μεταξύ του Δημοσίου και Αναδόχου".
Βεβαίως από το συνδυασμό της ρυθμίσεως αυτής προς τις λοιπές ως άνω διατάξεως συνάγεται (ερμηνευτικώς) ότι η διαιτητική ρήτρα επεκτεινόταν και στις θυγατρικές εταιρίες που ενδεχομένως θα συνιστούσε "η Ανάδοχος", σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Συμβάσεως (προτεθέν με ΝΔ 122/1969) και "διά" των οποίων αυτή θα ασκούσε κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες, όχι όμως και σε άλλες (θυγατρικές ή μη) εταιρίες που θα ασκούσαν άλλες δραστηριότητες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εδώ αναιρεσείον άσκησε στο Εφετείο Αθηνών την από 18-2-2008 αγωγή του, της οποίας το ουσιώδες μέρος έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "Τον Φεβρουάριο 2001 άρχισε η λειτουργία του Ν.Δ.Α.Α. στα Σπάτα πράγμα που επέβαλε υποχρεωτικά τη μεταστέγαση σε αυτό όλων των εταιρειών και επιχειρήσεων που ήταν εγκατεστημένες στον παλαιό αερολιμένα του Ελληνικού.
Μεταξύ αυτών των εταιρειών ήταν και η αντίδικος, που είχε συσταθεί το 1976 ως θυγατρική εταιρεία της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε., με δραστηριότητες την τροφοδοσία αεροσκαφών της Ολυμπιακής και ξένων αεροπορικών εταιρειών, όπως και την εκμετάλλευση κυλικείων στο χώρο του ανατολικού και δυτικού αεροδρομίου του Ελληνικού.
Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της αυτών η αντίδικος είχε αναγείρει και κτιριακές εγκαταστάσεις στους χώρους του παλαιού αερολιμένα. Ενόψει του γεγονότος ότι η μετεγκατάσταση της αντιδίκου στο Ν.Δ.Α.Α. το 2001 ήταν πρόωρη, λόγω λήξεως της Σύμβασης στις 6-10-2006, το Δημόσιο ανάθεσε στο διεθνούς κύρους ανεξάρτητο εκτιμητικό οίκο American Appraisal να προβεί σε αποτίμηση των ζημιών που θα υφίστατο αυτή από την εν λόγω μετεγκατάσταση.
Μετά την αποτίμηση από την American Appraisal της ζημιάς που θα υφίστατο η αντίδικος από την πιο πάνω αιτία στο ποσό των δρχ. 1.260.670.000 και την αποδοχή της αποτίμησης αυτής από τον εκτιμητικό οίκο, που είχε διορίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Alan Stratford and Associates, (το Δημόσιο) κατέβαλε ως αποζημίωση στην πιο πάνω εταιρεία, στις 16-8-2000, το αντίστοιχο ποσό, ήτοι δρχ. 1.260.670.000.
Ακολούθως, με τις από 5-9-2000 και 9-2-2001 επιστολές της προς τους τότε Υπουργούς ... η αντίδικος ζήτησε αύξηση της καταβληθείσας αποζημίωσης. Πράγματι, προς ικανοποίηση των αιτημάτων της αυτών το Δημόσιο κατέβαλε στην αντίδικο OLYMPIC στις 18-10-2001 ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσόν των δρχ. 450.000.000, ήτοι 40% περίπου επιπλέον του αρχικού.
Έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αίτησής (αγωγής) της η αντίδικος δεν επανήλθε καθ' οιονδήποτε τρόπο επί του θέματος, τόσο υπό την προηγούμενη διοίκησή της, ενόσω δηλ. αποτελούσε θυγατρική της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ, όσο και υπό την νέα διοίκηση αυτής, που προέκυψε μετά την πλήρη ιδιωτικοποίησή της στο τέλος του 2002 και τη μείωση του ποσοστού της ΟΑ στο μετοχικό της κεφάλαιο στο 10%.
Ενόψει αυτών των πραγματικών δεδομένων εύλογα δημιουργήθηκε στο Δημόσιο η απολύτως δικαιολογημένη πεποίθηση ότι η υπόθεση αυτή είχε οριστικά λήξει, ότι δεν υφίσταται καμία εκκρεμότητα έναντι της αντιδίκου. Παρά ταύτα η αντίδικος, μετά επτά περίπου έτη από την ως άνω τελευταία επιστολή της (9-2-2001) και την επακολου-θήσασα δεύτερη καταβολή προς αυτήν (18-10-2001), ήγειρε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 4-6-2007 αίτηση (αγωγή) της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του άρθρου 27 της Σύμβασης, με την οποία προέβαλε ότι εξαιτίας της αναγκαστικής μετεγκατάστασης του Ν.Δ.Α.Α.
το έτος 2001, ήτοι πριν από τη λήξη του χρόνου της Σύμβασης στις 6-10-2006 και της απαγόρευσης της λειτουργίας του παλαιού αεροδρομίου, υπέστη τις αναφερόμενες στην αίτηση (αγωγή) θετικές και αποθετικές ζημίες, για την αποκατάσταση των οποίων ζητούσε, λόγω παραβίασης των όρων της Σύμβασης, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, επιπλέον του ποσού που της είχε κατά τα ανωτέρω καταβληθεί, το συνολικό ποσό των 49.629.863,39 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από της επιδόσεως της αίτησης (αγωγής) της.
Ειδικότερα ζήτησε την αποκατάσταση ζημιών της: α) λόγω απώλειας παγίων εγκαταστάσεων στο παλαιό αεροδρόμιο Ελληνικού, β) λόγω κόστους μετεγκαταστάσεως, γ) λόγω κατασκευής νέων εγκαταστάσεων στο Ν.Δ.Α.Α., δ) για επιπλέον δαπάνες κόστους λειτουργίας των δραστηριοτήτων της στο Ν.Δ.Α.Α., ε) για επιπλέον δαπάνες λόγω κινήσεως στην Αττική οδό, στ) λόγω διακοπής της λειτουργίας κυλικείων στο παλαιό αεροδρόμιο στο Ελληνικό, ζ) λόγω δεσμεύσεως κεφαλαίων και εντεύθεν επιβολής προσαυξήσεων, τόκων, προστίμων κλπ.
Εξόδων επί των μη εξοφλουμένων οφειλών της προς το Δημόσιο, ΙΚΑ και λοιπούς φορείς. Το Δημόσιο, προς αντίκρουση της αγωγής προέβαλε: 1) ότι η ένδικη διαφορά δεν καλύπτεται από τη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ. 1 της Σύμβασης, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συζήτησης της (αίτησης) αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης αυτής, η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 1485/19.2.2004) δεν κατείχε τουλάχιστον το 51% των μετοχών της αντιδίκου, όπως απαιτείτο κατά το άρθρο 4 παρ. 2 της Σύμβασης και, συνεπώς δεν ενομιμοποιείτο να ασκήσει την αγωγή ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο ως εκ τούτου, εστερείτο δικαιοδοσίας...
Το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 60/2007 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο παρεβίασε τη Σύμβαση με το να υποχρεώσει την αντίδικο να μετεγκατασταθεί στο Ν.Δ.Α.Α. το 2001 απαγορεύοντας συγχρόνως τη χρήση του παλαιού αεροδρομίου, και ότι από τη συμπεριφορά του αυτή η αντίδικος υπέστη θετικές και αποθετικές ζημιές.
Με αυτές τις παραδοχές η ως άνω διαιτητική απόφαση υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αιτούσα ενάγουσα) το συνολικό ποσό των 11.031.631 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αίτησης (αγωγής). Ειδικότερα το διαιτητικό δικαστήριο: 1) δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή (μειοψηφούντων των διαιτητών του Δημοσίου), 2)Τα απέρριψε ομοφώνως λόγω παραγραφής το αίτημα για αποκατάσταση ζημίας της ενάγουσας α) 10.380.704 ευρώ, λόγω απώλειας παγίων εγκαταστάσεων της στο παλαιό Αεροδρόμιο στο Ελληνικό, β) 2.058.741 ευρώ, λόγω κόστους μετεγκατάστασης στο Ν.Δ.Α.Α., γ) 8.075.459 ευρώ, λόγω της κατασκευής νέων εγκαταστάσεων στο Ν.Δ.Α.Α., δ) για το επιπλέον κόστος λειτουργίας της στο Ν.Δ.Α.Α.
κατά το από 29-1-2001 έως 31-12-2001 χρονικό διάστημα κα για προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που αφορούν το έτος 2001, 3) απέρριψε κατά πλειοψηφία ως αόριστο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στην αντίδικο ποσού 17.417.312 ευρώ για την αποκατάσταση ζημίας της από την απώλεια εσόδων λόγω της διακοπής της λειτουργίας των κυλικείων στο Παλαιό Αεροδρόμιο Αθηνών, 4) δέχθηκε εν μέρει κατά πλειοψηφία το αίτημα της αγωγής για ποσό 6.867.320 ευρώ, προς αποκατάσταση ζημίας της το επιπλέον κόστος λειτουργίας της επιχείρησης στο ΝΔΑΑ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 6-10-2006 για μισθώματα, ασφάλιστρα και τέλη φωτισμού, καθώς και για επιπλέον κόστος λόγω Αττικής οδού, 5) δέχθηκε κατά πλειοψηφία εν μέρει (197.098 ευρώ) το αίτημα για αποζημίωση της ενάγουσας λόγω επιβάρυνσής της με τόκους λόγω λήψεως δανείου και εν μέρει (3.967.213 ευρώ) το αίτημα της αγωγής λόγω ζημίας της από τις επιβαρύνσεις που είχε από πρόστιμα και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής εισφορών ασφαλιστικών ταμείων και φόρων για τα έτη 2002 έως και 2007.
Η απόφαση, όμως, αυτή που επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο στις 23-11-2007, είναι εσφαλμένη για τους ακόλουθους λόγους, για τους οποίους ασκείται η παρούσα αγωγή ακυρώσεως, επικουρικώς δε αγωγή αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας της.
1. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ.1 της Σύμβασης, υπάγεται "πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυόμενη μεταξύ Δημοσίου και αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως και όπου ακόμη ειδικώς δεν προβλέπεται περί αυτής εν τη παρούση, αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής, την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικώς οιονδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης συμβάσεως".
Ως προς την αντίδικο, που ιδρύθηκε κατά πρόβλεψη της παραγρ. 2 του άρθρου 4 της Σύμβασης, από τις προπαρατεθείσες στην παρ. Ι διατάξεις της Σύμβασης, όπως τελικά αυτή διαμορφώθηκε, προκύπτει ότι η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." (ήδη "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.") θα διατηρεί υποχρεωτικώς το 51% τουλάχιστον των μετοχών αυτής (αντιδίκου) και ότι η αντίδικος θα απολαμβάνει όλων των κατά τη Σύμβαση προνομίων της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.", άρα και της υπαγωγής των διαφορών της με το Δημόσιο στο Διαιτητικό Δικαστήριο του άρθρου 27 της ίσης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προϋπόθεση για να λειτουργεί η ως άνω σύμβαση, συνεπώς και το άρθρο 27 αυτής, ως προς την αντίδικο, είναι να διατηρεί η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." (και ήδη "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε."), υποχρεωτικώς το 51% τουλάχιστον των μετοχών της. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή δεν συνέτρεχε, ούτε κατά το χρόνο συζήτησης, ούτε κατά το χρόνο άσκησης της ως άνω αίτησης (αγωγής), όπως και η αντίδικος ομολόγησε, καθόσον η εταιρεία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." κατείχε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, μόνο το 10,21% των μετοχών της εταιρείας "OLYMPIC CATERING A.E." (το 44,28% ανήκει στην εταιρεία "EVEREST συμμετοχών και Επενδύσεων Α.Ε.", το 6,01% στο ...
και το υπόλοιπο σε άλλους ιδιώτες επενδυτές). Υπό το δεδομένο αυτό η ένδικη διαφορά δεν υπαγόταν στην ως άνω διαιτητική ρήτρα και επομένως η αντίδικος δεν ενομιμοποιείτο να ασκήσει την αίτησή (αγωγή) της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του άρθρου 27 της Σύμβασις, το οποίο, ως εκ τούτου, εστερείτο δικαιοδοσίας.
Τούτο, όπως αναφέρθηκε, προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο, όμως, απέρριψε την ένσταση με τη σκέψη (σελ. 7 διαιτητικής απόφασης) ότι η από 4-6-2007 αίτηση (αγωγή) της αντιδίκου "αφορά διαφορά και διένεξη που προέκυψε από την εφαρμογή της ανωτέρω συμβάσεως, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της αιτούσας (ενάγουσας), που ήταν θυγατρική ανώνυμη εταιρεία της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε.
κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η μετεγκατάσταση του αεροδρομίου" (μειοψήφισαν οι διαιτητές του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας, διότι κρίσιμος χρόνος σχετικά με την υπαγωγή ή μη της διαφοράς στη διαιτησία είναι ο χρόνος άσκησης της αίτησης (αγωγής) της.
Κατά ταύτα το Διαιτητικό Δικαστήριο έσφαλε, το σφάλμα του δε αυτό μπορεί να στηρίξει αγωγή ακυρώσεως της αποφάσεώς του, για το λόγο ότι οι διαιτητές που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρείχε η συμφωνία για τη διαιτησία (ΚΠολΔ 897 αριθ. 4). Και ναι μεν στο άρθρο 27 παρ. 7 της Σύμβασης, ορίζεται ότι κατά της αποφάσεως των διαιτητών δεν χωρεί αγωγή ακυρώσεως, πλήν ο όρος αυτός κατ' αρχάς δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά το άρθρο 46 ΕισΝ Κ.Πολ.Δ.
έγκυρος, διότι αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνει δημόσιο δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Δικαστήρια, κατά την παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος, είναι τα "κρατικά δικαστήρια", αυτά δηλ. που ιδρύονται με συνταγματική διάταξη ή νόμο στα πλαίσια των οικείων συνταγματικών ορισμών και τα οποία συγκροτούνται κατά πλειοψηφία τουλάχιστον από τακτικούς δικαστές που απολαύουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας.
Επομένως δεν υπάγονται στην έννοια των δικαστηρίων της ως άνω συνταγματικής διάταξης τα διαιτητικά δικαστήρια που βασίζονται στη συμφωνία των μερών... Εξάλλου υποκείμενο του δικαιώματος δικαστικής προστασίας είναι "καθένας" ("έκαστος") δηλ. όχι μόνο έλληνες πολίτες, αλλά και αλλοδαποί και ανιθαγενείς, όχι μόνο φυσικά αλλά και νομικά πρόσωπα, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Δημοσίου...
Περαιτέρω το δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας είναι αναπαλλοτρίωτο και, ως εκ τούτου, κάθε συμφωνία των ενδιαφερομένων ότι δεν θα μπορεί να γίνει προσφυγή στα δικαστήρια είναι άκυρη, επειδή ακριβώς οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν σχετικά εξουσία προς διάθεση του δικαιώματος τούτου.... Ομοίως, ήτοι λόγω αντίθεσης στο πιο πάνω άρθρο του Συντάγματος, θα πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρος κοινός (χωρίς δηλ.
αυξημένη τυπική ισχύ) νόμος, που, είτε γενικά, είτε δια της κυρώσεως σχετικού όρου σύμβασης, αποκλείει το δικαστικό έλεγχο των παρανομιών και των ακυροτήτων διαιτητικής απόφασης. Εν όψει όλων των παραπάνω ο όρος του άρθρου 27 παρ. 7 της Σύμβασης περί απαγορεύσεως ασκήσεως αγωγής ακυρώσεως δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και, ως εκ τούτου, δικαιούται το Δημόσιο να προσφύγει στο Εφετείο και να ζητήσει ακύρωση της προαναφερθείσας διαιτητικής απόφασης για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ λόγους, ή την αναγνώριση της ανυπαρξίας της εν λόγω διαιτητικής απόφασης κατά το άρθρο 901 ΚΠολΔ.
Αλλά και υπό την αντίθετη εκδοχή, ο πιο πάνω όρος προϋποθέτει ασφαλώς ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται πράγματι στη διαιτητική ρήτρα και ότι το διαιτητικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δικάσει τη διαφορά αυτή, πράγμα, όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, το γεγονός δε αυτό μόνον από τακτικό δικαστήριο μπορεί να διαπιστωθεί".
Επικουρικώς, με βάση τα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, θα πρέπει να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, κατ' άρθρο 901 παρ. 1 περίπτ. β' ΚΠολΔ για το λόγο ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση εκδόθηκε πάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία".
Υπό την διατύπωση αυτή και κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου του αναιρεσείοντος -ανεξάρτητα από την χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία και τους νομικούς χαρακτηρισμούς των ιστορουμένων πραγματικών περιστατικών- αυτό ζήτησε (πλέον των άλλων και) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της διαιτητικής απόφασης, διότι η αναιρεσίβλητος υπήρξε μεν θυγατρική εταιρία της" "Αναδόχου", δεν ανέπτυξε όμως κάποια από τις ανωτέρω επιχειρηματικές δραστηριότητες πού θα την υπήγαν στις προαναφερόμενες συμβατικές (και νομοθετικές) ρυθμίσεις, και, επομένως δεν ίσχυε έναντι αυτής η επίμαχη διαιτητική ρήτρα.
Το Εφετείο απέρριψε στην αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχθέν -μετά την παράθεση της μείζονος προτάσεως- κατά λέξιν τα ακόλουθα: "Κατ' ακολουθία αυτών η υπό κρίση, από 18-2-08, αγωγή με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί κυρίως μεν την ακύρωση της 60/2007 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 της από 30.7.1956 σύμβασης, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 3560/1956:
α) λόγω υπέρβασης εκ μέρους των διαιτητών της παρεχομένης από τη διαιτητική ρήτρα εξουσίας και β) λόγω αντίθεσής της στις περί παραγραφής, δημοσίας τάξεως, διατάξεις, επικουρικώς δε την αναγνώριση της ανυπαρξίας της παραπάνω απόφασης για τον υπό στοιχ. α' ως άνω λόγο, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη μεν κατά το κύριο αίτημα της εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η εν λόγω διαιτητική απόφαση κατά τη διαιτητική ρήτρα που διαλαμβάνεται στην κυρωθείσα με το ΝΔ 3560/1956 από 30-7-1956 σύμβαση, δεν υπόκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ.
αγωγή ακύρωσης, ως νομικά δε αβάσιμη κατά το επικουρικό αίτημά της με το οποία ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης για τον υπό στοιχ. α' ως άνω εκτιθέμενο λόγο, της υπέρβασης, δηλαδή, εκ μέρους των διαιτητών της παρεχομένης με τη συμφωνία περί διαιτησίας εξουσίας τους, τον οποίο εσφαλμένως το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο υπολαμβάνει ότι ταυτίζεται με τον από τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 περ.
β' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, ο οποίος όμως, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, συντρέχει όχι όταν υπάρχει υπέρβαση της εξουσίας των διαιτητών κατά το χρόνο και την έκταση του υποβληθέντος προς κρίση αντικειμένου αλλά όταν τα μέρη δεν είχαν εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς ή ο νόμος απαγορεύει τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς, προϋποθέσεις όμως τις οποίες το ενάγων δεν επικαλείται ότι συντρέχουν στην ένδικη διαφορά".
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, δεν εφήρμοσε την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 901 περ. α ΚΠολΔ και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού παρέβλεψε το εμπεριεχόμενο - κατά τα προεκτεθέντα - στο αγωγικό δικόγραφο αίτημα για αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής αποφάσεως, επειδή η αναιρεσίβλητη εταιρία (υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή) δεν υπαγόταν καθόλου στην διαιτητική συμφωνία, όπως προεξετέθη.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του δευτέρου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο -κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του- αποδίδεται σ' αυτήν η ρηθείσα πλημμέλεια, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε η εξέταση του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 4354/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ