Legislator Case Law & Legislation
1308/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract duration ruling, remanding case for retrial.

Case Number 1308/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal and remanded the case for retrial after finding the lower court erred in its legal reasoning. The appellant argued that the first-instance court improperly invalidated fixed-term employment contracts to create an indefinite-term relationship, violating specific statutory provisions. The court agreed that the lower court failed to apply the correct laws regarding contract duration and constitutional protections, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 103 of the Constitution; Article 19, paragraph 11, letter b of Law 1404/1983; Article 5, paragraph 11 of Presidential Decree 164/2004; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920: When a court invalidates fixed-term employment contracts to establish an indefinite-term relationship, it must strictly apply the relevant statutory provisions governing contract duration and cannot disregard constitutional and legislative protections against such conversions.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contracts indefinite-term relationship labor law duration constitutional protection presidential decree 164 labor law 2112 remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 103 of the Constitution
Article 19, paragraph 11, letter b of Law 1404/1983
Article 5, paragraph 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1308 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1308/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΛΑΜΙΑΣ", που εδρεύει στο 3Ο χλμ. Π.Ε.Ο. Λαμίας - Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παρασκευουλάκο. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11, 12) Ψ12, 13) Ψ13, 14) Ψ14, 15) Ψ15, 16) Ψ16 17) Ψ17, 18) Ψ18, 19) Ψ19, 20) Ψ20, 21) Ψ21, 22) Ψ22, 23) Ψ23, 24) Ψ24 και 25) Ψ25. Οι 13ος, 14ος, 17η, 18η, 19ος, 20ος, 21ος, 22η, 23η, 24η και 25ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νίκα, ο οποίος δήλωσε ότι οι 1ος, 2η, 4η, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, και 16η αναιρεσίβλητοι παραιτούνται από το δικαίωμα της από 21-7-2004 αγωγής τους, με αριθμό πράξης κατάθεσης 2170/ΕΓ 248/2004, που απευθυνόταν προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, καθώς και από κάθε δικαίωμά τους, που απορρέει από την υπ' αριθ. 130/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 202/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Οι 3ος, 5ος, 11ος, 12ος και 15ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στην προκείμενη περίπτωση από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 202/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2006 αίτησή του και τους από 4-12-2007 πρόσθετους λόγους του, καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 13-11-2006 πρόσθετη παρέμβασή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 28-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου, λόγων της αναιρέσεως και όλων των προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, από τις προσκομιζόμενες ... -... -....-....- ....- ....- ....- ....., ....., .... - ... -... -....- .... -.... -.... -... -....., εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ...... και ...., ... -.... -....., ....., .... -.... -.... -.... -..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., προκύπτει, ότι, κυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των από 4-12-2007 προσθέτων λόγων με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου κατά την προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο της 8-1-2008 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δώδεκα πρώτους εκ των αναιρεσιβλήτων καθώς και στον δέκατο πέμπτο και δέκατη έκτη από αυτούς (Ψ1,Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ9, Ψ10, Ψ11, Ψ12, Ψ15 και Ψ16). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως και δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου κλήτευση τους (άρθρα 576 παρ. 2, 575, 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 παρ.1 εδ.α' και 215 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.

Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Επομένως είναι παραδεκτή στην κατ` αναίρεση δίκη η πρόσθετη παρέμβαση (Ολ. ΑΠ 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη 130/2006 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την 202/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) Λαμίας-Αθηνών), αναγνωρίζοντας ότι ο καθένας από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους συνδέεται με το εναγόμενο αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 2-4-2003.

Με την από 13-11-2006 πρόσθετη παρέμβασή του υπέρ του πιο πάνω αναιρεσείοντος παρεμβαίνει με δικόγραφο το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο ότι έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη υπέρ αυτού συνιστάμενο στο ότι, ναι μεν τα Τεχνολογικά εκπαιδειτικά Ιδρύματα όπως το αναιρεσείον αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, τελούν όμως υπό την εποπτεία του Κράτους, χρηματοδοτούνται από το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο έχει την ευθύνη και τη γενικότερη μέριμνα για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών, προσαρμοζόμενες στις εκάστοτε επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Προς τούτο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 19 του ν. 1404/1983 περί προσλήψεως εκπαιδευτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, όπως προκύπτει από τις ...- ...., ...-....-...., ...-...-....-....-....-....-....., ....-....-....., ...., ......, ...., ...., .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικέιου Λαμίας .....

και ...., ...., .... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., κοινοποιήθηκε νόμιμα στους αρχικούς διαδίκους και φέρεται για συζήτηση, μαζί με την αίτηση αναίρεσης, και τους πρόσθετους λόγους.

Συνεπώς, είναι παραδεκτά και νόμιμη (άρθρα 80 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔικ) γι' αυτό και πρέπει να συνεκδικαστεί (άρθρα 31 παρ.1 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ) με την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους της. Στην εξεταζόμενη υπόθεση είναι πρόδηλο το επικαλούμενο ως άνω έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος (άρθρα 68 ΚΠολΔικ, 13 ν. 1404/1983, όπως αντικ. με αρ. 5 παρ. 11 ν. 2912/2001, 1 παρ. 1 ν. 1238/1982 όπως ισχύει).

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ.

ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον.... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας,, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.

δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).

Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του ν. 1404/1983, για την κάλυψη αναγκών των ΤΕΙ μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακόμη ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη. Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα που δεν προβλέπονται από το νόμο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δημοσίου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 1404/1983, υπάγεται ενόψει αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 με τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε. ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή της δραστηριότητα της επιχείρησης...

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση ... Η επιλογή με το ανωτέρω ΠΔ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως αυτή έχει διορθωθεί με την υπ' αριθμ. 202/2006 απόφαση του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) Λαμίας" με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα, ο πρώτος από 21-9-1998, η δεύτερη από 22-2-1999, ο τρίτος από 22-2-1999, η τέταρτη από 25-9-1995, ο πέμπτος από 24-9-2001, ο έκτος από 25-9-2001, ο έβδομος από 23-9-1997, ο όγδοος από 13-10-1998, ο ένατος από 19-3-1998, ο δέκατος από 19-3-1998, ο ενδέκατος από 19-3-1998, ο δωδέκατος από 26-9-1994, η εικοστή τρίτη από 16-3-200, η εικοστή τετάρτη από 16-3-2001 και ο εικοστός πέμπτος από 13-10-2000 προκειμένου να εργαστούν:

Α) στη Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας, στο τμήμα Φυσικοθεραπείας ως Εργαστηριακοί Συνεργάτες οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτος, έκτος, έβδομος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος και δωδέκατος των εναγόντων, Β) στην ίδια παραπάνω σχολή στο τμήμα Νοσηλευτικής, οι όγδοος, ο δέκατος πέμπτος, δέκατη έκτη, δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων, Γ) στη Σχολή Τεχνολογικών Εφαρμογών στο Τμήμα Πληροφορικής και Τεχνολογίας Υπολογιστών ως εργαστηριακοί συνεργάτες οι, δέκατος τρίτος, και δέκατος τέταρτος των εναγόντων, Δ) στη Σχολή Τεχνολογικών Εφαρμογών στο Τμήμα Ηλεκτρολογίας ως εργαστηριακοί συνεργάτες οι, δέκατος ένατος, εικοστός, εικοστός πρώτος, αρχικά ως καθηγητής εφαρμογών από 21-9-1987, η εικοστή δεύτερη από 26-9-1994, η εικοστή τρίτη, η εικοστή τέταρτη και ο εικοστός πέμπτος των εναγόντων.

Οι παραπάνω συμβάσεις που αφορούσαν τα ακαδημαϊκά εξάμηνα από Σεπτέμβριο μέχρι και του επομένου έτους καθώς και από τα μέσα Φεβρουαρίου μέχρι τέλος Ιουνίου του ίδιου έτους, ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι το τέλος Ιουνίου 2004, ενώ οι ενάγοντες προσφέρουν την εργασία τους με την ειδικότητα που είχαν και στα κενά χρονικά διαστήματα καθόσον παρόλο που έληγαν οι συμβάσεις τους στο τέλος Ιουνίου κάθε έτους, επιτηρούσαν και τις εξετάσεις της περιόδου Σεπτεμβρίου κάθε έτους προτού ακόμα ανανεωθούν οι συμβάσεις τους για τα χειμερινά εξάμηνα.

Στη συνέχεια δέχτηκε το Εφετείο ότι οι ενάγοντες κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα τελούσαν υπό τον έλεγχο των προϊσταμένων τους, οι οποίοι έδιδαν σ' αυτούς οδηγίες ως προς τον τόπο και τον χρόνο εκπληρώσεως της εργασίας τους και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες που συνδέονταν με την εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού του εναγομένου και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των ανωτέρω αλλεπαλλήλων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920 με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων αυτών ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειας τους και ότι το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων και των σχέσεων εργασίας με το εναγόμενο συνιστά μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από της ενάρξεως της σχέσης εργασίας, έσφαλε μόνο ως προς το χρόνο ενάρξεως αυτής, αφού σύμφωνα με την παρατιθέμενη νομική σκέψη ο καθένας από τους ενάγοντες συνδέεται με το εναγόμενο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 2-4-2003, χρονολογία κατά την οποία ενσωματώθηκε η με αριθμό 1999/70/ΕΚ Κοινοτική Οδηγία στο Ελληνικό δίκαιο.

Μετά ταύτα εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή αναγνώρισε ότι ο καθένας από τους ενάγοντες συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 2-4-2003. Όμως οι ανωτέρω συμβάσεις που δεν ήταν ενεργείς στις 19-7-2004, οπότε άρχισε η ισχύς του Π.Δ. 164/2004, καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 παρ. 11 β' του ν. 1404/1983, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Έτσι, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες και των άρθρων 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του ν. 1404/1983 και 5, 11 του ΠΔ164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες.

Επομένως, οι, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και όλοι οι πρόσθετοι λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

IV. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως, κατά παραδοχή δε των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, όπως ζητεί και το παρεμβαίνον, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Οι αναιρεσίβλητοι θα καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος και του παρεμβαίνοντος (μειωμένη), κατά τα άρθρα 176, 182 παρ.1 και 183 ΚΠολΔικ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αίτηση αναίρεσης και πρόσθετη παρέμβαση.

Αναιρεί την 130/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 202/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη: α) του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ και β) του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, που ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ