Legislator Case Law & Legislation
1307/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court correctly applied acquisitive prescription laws.

Case Number 1307/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred in applying specific statutes concerning acquisitive prescription and public domain status. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning legally sound and the appellant's arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible and must be examined if procedural requirements are met, but it will be dismissed if the appealed decision is legally correct and the appellant's grounds are unfounded.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription public domain property appeal admissibility property ownership civil procedure code court costs legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1), 3 of the Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1307 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1307/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σταθοπούλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2464/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 07.09.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 21.11.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 09.11.2017 από το άρθρο 6§§2 α', β', 3αα', ββ' του ν. 2664/1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., 11 εδάφ. α' του από 26.06.1944 κανονιστικού διατάγματος "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (Γενικαί διατάξεις)" - Φ.Ε.Κ. Α' 139 της 10.07.1944, 27§1 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών"). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 09.11.2017 αγωγή που απηύθηνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε κατά του αναιρεσείοντος, πέντε φυσικών προσώπων και του Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "...", η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ισχυριζόμενη ότι κατέστη κυρία παραγώγως, άλλως πρωτοτύπως, του περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο κατά μεν ένα μέρος του καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, ελλείψει δικής της δηλώσεως, ως ακίνητο αγνώστου ιδιοκτήτη, κατά δε τα λοιπά τμήματά του ως ιδιοκτησία, κατά τις αγωγικές διακρίσεις, των εναγομένων.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί κυρία του όλου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής. Επί της ως άνω αγωγής, η οποία συζητήθηκε ερήμην των φυσικών προσώπων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον εναγόμενο Ο.Τ.Α.

και έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Την ανωτέρω απόφαση εξεκάλεσε το αναιρεσείον με την από 21.11.2018 έφεσή του την οποία απηύθηνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψε κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Συζητήσεως γενομένης κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2464/2020 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει με την από 07.09.2020 αίτησή του το αναιρεσείον και ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιέχονται στο αναιρετήριο. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτουν από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, έχουν, κατ' αντιγραφήν, ως ακολούθως: "Δυνάμει του με αριθ. 3840/21.07.2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Κορωπίου ...

νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόμο 394 με αύξοντα ..., περιήλθε στην ενάγουσα εταιρεία, κατά πλήρη κυριότητα, αιτία αγοράς από τον ..., ένα αγροτεμάχιο, έκτασης κατά μεν τον τίτλο κτήσης 6.303,95 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το από 12.10.2017 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του πολιτικού μηχανικού ...., το οποίο κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Ενότητας Σπάτων του ....

Το ανωτέρω γεωτεμάχιο εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο έχει συνταχθεί με βάση το Ελληνικό ... Σύστημα Αναφοράς 1987 (Ε.Γ.Σ.Α. '87), με τα περιμετρικά στοιχεία ... και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς Ζ-Η μήκους 27,09 μέτρων με αγροτική ..., δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους 19,27 μέτρων με την ..., βόρεια επί πλευράς Β-Γ μήκους 115,50 μέτρων, επί πλευράς Γ-Δ μήκους 47,75 μέτρων, επί πλευράς Δ-Ε μήκους 102,92 μέτρων και επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 65,68 μέτρων, ήτοι συνολικά μήκους 331,85 μέτρων με ιδιοκτησία ...

και νότια επί πλευρά Λ-Α μήκους 114,78 μέτρων, επί πλευράς Κ-Λ μήκους 50,75 μέτρων, επί πλευράς Ι-Κ μήκους 40,32 μέτρων, επί πλευράς Θ-Ι μήκους 71,48 μέτρων και επί πλευράς Η-Θ μήκους 36,62 μέτρων, ήτοι συνολικά μήκους 313,95 μέτρων με ιδιοκτησία των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων και καταχωρημένο αρχικό δικαιούχο τον πέμπτο εναγόμενο.

Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το προπεριγραφόμενο γεωτεμάχιο δεν αποτυπώθηκε ως ανεξάρτητο και αυτοτελές γεωτεμάχιο στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων, αλλά εδαφικό τμήμα αυτού, έκτασης 6.175 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ...

καταχωρήθηκε ως τμήμα του ευρύτερου γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. ..., συνολικής έκτασης 6.452 τ.μ. και δικαιούχο κατά ποσοστό 100% "άγνωστο ιδιοκτήτη", έτερο εδαφικό τμήμα, έκτασης 101,41 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ... περιλαμβάνεται στο ευρύτερο γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. 051336908023/0/0, συνολικής έκτασης 6.447 τ.μ.

και αρχικό δικαιούχο τον πέμπτο εναγόμενο και ειδικούς διαδόχους αυτού τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο εναγόμενους, ενώ εδαφικό τμήμα εμβαδού 56,67 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ... έχει καταχωρηθεί ως τμήμα του ευρύτερου γεωτεμαχίου με ..., επιφάνειας 55.082 τ.μ.

και δικαιούχο τον έβδομο εναγόμενο. Στον ως άνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας ... το ως άνω ακίνητο, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Μ. του Ι., που απεβίωσε την ..., δυνάμει της με αριθ. ... δημόσιας διαθήκης του συνταχθείσας στον συμβολαιογράφο Κρωπίας Κ. Κ. Λ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Αθηνών την 12.11.1993 με το με αρ. ...

πρακτικό του και καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του ως άνω Πρωτοδικείου στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 24, ο δε ως άνω δικαιοπάροχος αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή δυνάμει της με αρ. ... πράξης της συμβολαιογράφου Κορωπίου Ε. συζ. Δ. Α., το γένος Γ. Π., που είναι νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του ..., στον τόμο 394 και αυξ.

αριθμό 40. Στον ανωτέρω απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Μ. του Ι., το παραπάνω αγροτεμάχιο περιήλθε στην πλήρη κυριότητά του από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Μ. του Δ., που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 25.07.1950, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε δυνάμει της με αριθ. 2745/1961 πράξης του συμβολαιογράφου Κ.

Λ. Π., που είναι νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του ..., στον τόμο 53 και αυξ. αριθμό 365. Επίσης αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από την αγορά του ανωτέρω ακινήτου το έτος 2000 ασκεί συνεχώς χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με διάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής επ' αυτού, ήτοι το καλλιεργεί με αμπέλια κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το επιβλέπει και το καθαρίζει, το οριοθετεί και το περιφράζει, το δηλώνει στην εφορία χωρίς καμία διεκδίκηση ή αμφισβήτηση από τρίτο πρόσωπο.

Επομένως, η ενάγουσα κατέστη κυρία του ακινήτου (τμήματα του οποίου είναι τα επίδικα) με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στον χρόνο νομής της και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της (καλλιέργεια με αμπέλια, καθαρισμό, επίβλεψη, οριοθέτηση και περίφραξη αρχικά με πασσάλους και εν συνεχεία με συρματόπλεγμα).

Συνεπώς ήταν κυρία αυτού την 26-6-2006 ημέρα έναρξης του κτηματολογίου για την περιοχή (ΑΠΟΦ. Ο.Κ.Χ.Ε. 378/4/14.06.2006, Φ.Ε.Κ. 760/Β'/26.06.2006). Όμως, επειδή εκ παραδρομής δεν δήλωσε το ακίνητο αυτό κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης του ... τα ανωτέρω επίδικα τμήματα καταχωρήθηκαν για εδαφικό τμήμα εμβαδού 6.175 τ.μ. ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", για εδαφικό τμήμα εμβαδού 101,41 τ.μ.

με αρχικό δικαιούχο τον πέμπτο εναγόμενο και ειδικούς διαδόχους αυτού τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο εναγόμενους και για εδαφικό τμήμα εμβαδού 56,67 τ.μ. με δικαιούχο τον έβδομο εναγόμενο. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του πρώτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος (πρώτου εναγομένου) αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ότι το επίδικο που φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" περιήλθε στην κυριότητά του α) δυνάμει της από 09.07.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 03.02. 1830, 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς β) βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. 17/29.11.1836 περί ιδιωτικών δασών, ως δάσος, αλλιώς γ) ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β.δ. 3/15.12.1833, αλλιώς δ) ως αδέσποτο (άρθρο 16 β.δ.

από 10.07.1837). Ειδικότερα, πρωτίστως το εκκαλούν δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ο ισχυρισμός του, ότι το εν λόγω επίδικο τμήμα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν δάσος, ή βοσκότοπος ή λιβάδι ή αδέσποτο και επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, ουδέποτε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο διαχειρίστηκε την παραπάνω επίδικη εδαφική έκταση, που φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ως δημόσιο κτήμα και επομένως, η εφεσίβλητη δεν ήταν αναγκαίο να επικαλεσθεί και να αποδείξει πρωτότυπο τρόπο για την απόκτηση της κυριότητάς της από αυτή τριακονταετή νομή της ιδίας και των δικαιοπαρόχων της επ' αυτής (εδαφικής έκτασης), που είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.09.1915, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν και επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο μόνο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, που φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", από την εφεσίβλητη - ενάγουσα, κρίνοντας αναπόδεικτους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, παρόλο, που η επίδικη έκταση, που φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", καλλιεργείται τουλάχιστον από το έτος 1961 μέχρι σήμερα, ως προεκτέθηκε και έχει αποκτηθεί η κυριότητα σε αυτή από την ενάγουσα και με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, και επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Σημειωτέον ότι το εκκαλούν δεν διεκδικεί την κυριότητα των δύο άλλων τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, που καταχωρήθηκαν με Κ.Α.Ε.Κ. 051336908023/0/0 και 05133ΕΚ00441/0/0, εκτάσεως 101,41 τ.μ. και 56,67 τ.μ. αντίστοιχα, ούτε τα όμορα ακίνητα του επιδίκου.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή αν και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) κατά τα προαναφερθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. ... .".

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "..." (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.

τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.

τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.

Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του ... ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Η διαδοχή εκ μέρους του ... του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Όροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "..." (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).

Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".

Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..

Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.

Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του ..., τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ.

του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του .... Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν. 27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του ... επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).

Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του ..., τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".

Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.

Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του ..., προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).

Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπιδέκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεσθεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του ...

σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 712/2015). Περαιτέρω, σε περίπτωση επικλήσεως από τον ενάγοντα παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (Α.Π. 277/2019).

Έτι περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 3/2020).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. . Εξάλλου, κατά το άρθρο 338§1 του Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή της διαδικασίας του ήδη καταργηθέντος άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.

και, ακολούθως, του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 658/2014, Α.Π. 692/2008). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 22/2022, Α.Π. 713/2020). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. .

Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και παρέλειψε να εφαρμόσει τα από 03.02.1830, 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου σε συνδυασμό με την από 09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως αναφορικά με τη διαδοχή εκ μέρους αυτού (...) του Οθωμανικού Δημοσίου περαιτέρω δε εσφαλμένα κατένειμε το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως αναφορικά με την παραδοχή του ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε τις προβλέψεις των ως άνω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, τα οποία ακολούθως, ορθώς εφήρμοσε, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, περιελθόν στο αναιρεσείον κατά ένα των τρόπων που αυτό ισχυρίζεται, λόγω της διαδοχής εκ μέρους αυτού του Οθωμανικού Δημοσίου.

Κατά το έτερο σκέλος του, ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι το διατακτικό της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στηρίζει πλήρως η παραδοχή αυτού ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας με περαιτέρω αποτέλεσμα να είναι αδιάφορη ενδεχόμενη πλημμέλεια της ετέρας αιτιολογίας περί κτήσεως της κυριότητας αυτού και με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του βζρδ για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία [ν. 20 παρ. 6, Πανδ. (5,3), ν. 27 Πανδ. (18,1), Β 38 και 48 Πανδ. (41,3), ν. 5 Πανδ. (41,8), ν. 3 Πανδ. (41,10), ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3)], 51 του Εισ.Ν.Α.Κ.

και 1041 επόμ. του Α.Κ., διότι εάν ορθά τις ερμήνευε και εφήρμοζε θα έπρεπε να απαιτήσει από την αναιρεσίβλητη να αποδείξει ότι ο απώτατος δικαιοπάροχός της είχε συμπληρωμένη, στις 11.09.1915, τριακονταετή νομή χρησικτησίας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού, και του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι ως άνω νομικές διατάξεις ήσαν εφαρμοστέες, ενώ δεν ήσαν, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο υπήρξε, με οποιαδήποτε μορφή, δημόσιο κτήμα.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.09.2020 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2464/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ