Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding specific procedural errors in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court improperly rejected specific monetary claims due to their lack of quantification, citing specific articles of the Code of Civil Procedure. The Court held that these specific procedural errors do not constitute grounds for appeal under the relevant articles of the Code, as they relate to the rejection of claims for being quantitatively indefinite.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on specific procedural errors regarding the rejection of claims for being quantitatively indefinite is inadmissible as such errors are not listed as grounds for appeal in the relevant articles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1307/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονυσίου Γαβουνέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Προυσανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, και 10553/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/3/2020 αίτησή του. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών άσκησε την από 7/10/2021 πρόσθετη παρέμβαση και ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Μονομελούς Πρωτοδικείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 5 Μαρτίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 21643/37/6.3.2020 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 10553/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Εφετείου επί διαφοράς από αμοιβές για την παροχή εργασίας, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό ...
ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ και της εντολής ηλεκτρονικής πληρωμής του μέσω της Τράπεζας "ALPHA BANK" για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω, όμως, διαφορά από αμοιβές για την παροχή εργασίας απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Με την από 5 Μαρτίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 21643/37/6.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου και του εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθμό 10553/6.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Εφετείου.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 3.4.2012 και με αριθμό κατάθεσης 68364/976/2012 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 252/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, επίσης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, είχε δεχθεί στο σύνολό της την από 31.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 624/7.4.2011 αγωγή του ενάγοντος - εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος δικηγόρου και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο -εκκαλούντα - αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αντίδικό του το ποσό των 11.667,48 ευρώ, ως αμοιβή για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξαφάνισε την ως άνω, με αριθμό 252/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την από 31.3.2011 αγωγή κατ' ουσίαν, τη δέχθηκε κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον εναγόμενο - εκκαλούντα -αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα - εφεσίβλητο -αναιρεσείοντα το ποσό των 403,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και με το ποσό του Φ.Π.Α.
που αναλογεί στο επιμέρους ποσό των 328,92 ευρώ, υπολογιζόμενο με βάση το ποσοστό του φόρου αυτού που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής και έκδοσης του οικείου παραστατικού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (μέσα στη διετή προθεσμία) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 06.03.2020 και δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 06.09.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει.
Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012).
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 28/2007, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 8/1998, ΟλΑΠ 9/1998, ΑΠ 557/2021). Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχείο (ζ) του ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013) νέος 'Κώδικας Δικηγόρων' (Κ.Δ.) -με ισχύ του άρθρου αυτού από 27.9.2013 [άρθρο 166 παρ. 3 νέου Κ.Δ.]- ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ... (ζ).- Η άσκηση παρεμβάσεων, ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.
Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθμός 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση -διάταξη, που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006)- συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 557/2021, ΑΠ 681/2017, ΑΠ 1147/2015), όχι, όμως και στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 557/2021).
Με την από 7.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 30/7.10.2021 πρόσθετη παρέμβαση, το προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" εκθέτει ότι ο αναιρεσείων είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό και σε όλα τα μέλη του η έκβαση της δίκης που αφορά σε απαίτηση του υπέρ ου - αναιρεσείοντα δικηγόρου σε βάρος του καθ' ου - αναιρεσίβλητου εντολέα του για καταβολή δικηγορικής αμοιβής και τη συμβολή του στη διάπλαση της νομολογίας που θα προκύψει από το αιτιολογικό της εκδοθησόμενης απόφασης στην έκβαση μελλοντικών δικών, όπου θα ανακύψουν τα ίδια ερμηνευτικά προβλήματα.
Ενόψει, όμως, του κατά τα ανωτέρω αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που αφορά προσωπική υπόθεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τον καθορισθέντα στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση τρόπο υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, δεν εισάγεται προς έρευνα ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που να αφορά γενικότερα τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος ή κατηγορία μελών του, ή το δικηγορικό σώμα.
Επομένως και κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει, αφού συνεκδικασθεί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το προσθέτως παρεμβαίνον δεν πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του καθ'ου η πρόσθετη παρέμβαση, διότι ο τελευταίος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, αφενός δεν έχει υποβάλει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 473/2010) και αφετέρου δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπισή της (ΑΠ 1171/2012).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 98 του κατά τον ένδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. Δ/μα 3026/1954) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. και 713 επόμ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία (ΑΠ 175/2018, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007).
Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του. Εάν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του άνω ν.δ. 3026/1954 ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 αυτού, όπως αυτή ίσχυσε μετά την προσθήκη του εδ.
β` με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, ορίζεται ότι η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες και ότι σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.
του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο της σύναψής της και με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και των εν γένει δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.
Ειδικότερα, η αµοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα, όπως επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτηµα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά µόνον αίτηµα ακυρωτικό ορισµένης διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή εξώδικης πράξης ή παράλειψης ή (διαπλαστικό), εφαρµοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ' αποκοπήν καθορισµού του ύψους της αµοιβής (άρθρα 11Ο παρ.3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα περί Δικηγόρων), όπως έχουν τροποποιηθεί με την ισχύουσα κατά τον ένδικο χρόνο Κ.Υ.Α. 1117864/2297/ΑΟ012/ 7.12.2007 (ΑΠ 390/2015).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ. ορίζεται ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση και ότι, αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο.
Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει επίσης από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτο, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.
Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και να υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, ένα ή περισσότερους (ΑΠ 143/2019, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 1769/2017, ΑΠ 162/2017, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 403/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με τη οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1410/2017) Η διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1446/2019). Με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις επιτρέπεται μόνο (και) όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία κατά περιεχόμενο είναι ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 728/2010). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα περιοριστικά στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι μάρτυρες και τα έγγραφα, με αποτέλεσμα η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των μαρτυρικών καταθέσεων και περιεχομένου των εγγράφων να μην ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008).
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της ένδικης, από 31.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 624/2011, αγωγής και της προσβαλλόμενης με αριθμό 10553/6.9.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος από του έτους 2003 του έχει δώσει, ως δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, επανειλημμένες εντολές για τη διεξαγωγή δικών κατά του Πανεπιστημίου Αιγαίου και για τις συναφείς δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες, που εμφαίνονται στην υπό στοιχείο Ι παρατιθέμενη στην αγωγή "Σύντομη επισκόπηση των υποθέσεων του Ι.
Β., τις οποίες μέχρι τούδε εχειρίσθην", για κάθε μία από τις οποίες τον ενημέρωνε (προφορικά ή τηλεφωνικά) αμελλητί ως προς το ύψος των εξόδων και της αμοιβής του, η οποία προσδιοριζόταν κατ' αποκοπή, συναρτώμενη κάθε φορά από τον αριθμό και την έκταση των αντιμετωπιζόμενων νομικών ή πραγματικών ζητημάτων, τις ιδιάζουσες περιστάσεις περί τη συμπεριφορά της Διοίκησης και την αντιστοίχως απαιτούμενη επιστημονική του εργασία.
Ότι κατά την πάγια και ανεξαίρετη τακτική του ενάγοντος - αναιρεσείοντος να ενημερώνει "κεχωρισμένως και αυτοτελώς" τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο επί κάθε δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας (αμέσως πριν ή αμέσως μετά την επιτέλεσή της) για την αντίστοιχη χρέωση, ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαιολογημένο του ύψους των αμοιβών που ζητούσε ο ενάγων - αναιρεσείων για τις αντίστοιχες δικαστικές ή εξωδικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβαινε κατ' εντολή του, ενώ ο ενάγων - αναιρεσείων, αποδεχόταν ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος να του καταβάλει κάθε φορά ένα σημαντικό τμήμα της αντίστοιχης αμοιβής και τα έξοδα με την επιτέλεση της αντίστοιχης δικαστικής ή εξωδικαστικής ενέργειας, το δε υπόλοιπο της αμοιβής να του το καταβάλλει σε δόσεις, χωρίς να είναι αυστηρά εκ των προτέρων προσδιορισμένα το ύψος κάθε δόσης και η περιοδικότητα της καταβολής, καθώς υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των διαδίκων.
Ότι πρόβλημα στη μέχρι το έτος 2010 απρόσκοπτη συνεργασία των διαδίκων ανεφάνη τον Ιανουάριο του 2011, όταν ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος, τον οποίο ο ενάγων -αναιρεσείων είχε ενημερώσει προηγουμένως ότι θα χρειαστεί να καταβάλει επιπλέον ποσό ύψους τουλάχιστον 2.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. για αμοιβή και έξοδα για τα τρία υπομνήματα που κατέθεσε στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, κληθείς τηλεφωνικά να καταβάλει έστω και ένα τμήμα της ως άνω αμοιβής, του δήλωσε ότι δεν είχε χρήματα, δεν δέχθηκε να του καταβάλει αμέσως έστω το ποσό των 1500 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
και το υπόλοιπο σε μηνιαίες δόσεις των 200 ή 300 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α) και για πρώτη φορά αμφισβήτησε και δη αναδρομικά το δικαιολογημένο του ύψους των αμοιβών του για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που περιγράφονται στην αγωγή, αν και προηγουμένως του είχε χορηγήσει πληρεξούσια και αποδεικτικά έγγραφα, είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά, είχε συμφωνήσει να τις καταβάλει και κατέβαλε έναντι αυτών συνολικά 2.000 ευρώ.
Ότι μετά από αυτό ο ενάγων -αναιρεσείων δήλωσε στον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ότι αδυνατεί να τον εκπροσωπήσει στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 18.1.2011, τον κάλεσε να παραλάβει από το γραφείο του τους φακέλους όλων των εκκρεμών υποθέσεων που του είχε αναθέσει να χειριστεί και με την από 23.2.2011 συστημένη επί αποδείξει επιστολή του τον κάλεσε να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά για τη ρύθμιση της οφειλής του (εφάπαξ ή σε δόσεις).
Ότι με την από 14.3.2011 επιστολή του ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε εκ των υστέρων το δικαιολογημένο ύψος των απαιτηθεισών από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα αμοιβών, που παραθέτει στην αγωγή υπό τον ενσωματωμένο σε αυτή πίνακα με τον τίτλο "
ΙΙ. Πίναξ οφειλομένων για τις πραγματοποιηθείσες εργασίες μου αμοιβών και εξόδων" και που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 11.667,48 ευρώ, περιλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α, το οποίο και δεν κατέβαλε. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων -αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 11.667,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου άσκησε πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του κατά τον ένδικο χρόνο ισχύοντος ΚΠολΔ) και με τη με αριθμό 252/2012 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα το ως άνω ποσό των 11.667,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εναγόμενος- εκκαλών -αναιρεσίβλητος άσκησε την 3.4.2012 και με αριθμό κατάθεσης 68364/976/2012 έφεση, επικαλούμενος αοριστία της αγωγής και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, απέρριψε ως αόριστα τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια α) των 2.000 ευρώ, με ημερομηνία οφειλής 1.7.2010, β) των 135,30 ευρώ που περιλαμβάνονται στο συνολικό κονδύλιο ύψους 3.500 ευρώ, γ) των 25 ευρώ και 59,04 ευρώ, που περιλαμβάνονται στο συνολικό κονδύλιο των 3.000 ευρώ και δ) των46,74 ευρώ "για αμοιβή δικαστικού επιμελητή", με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή σε τι αυτά αφορούν, με ποιά δικαστική ή εξώδικη πράξη συνδέονται και πως σχετίζονται με τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας στον ενάγοντα -εφεσίβλητο - αναιρεσείοντα εντολής.
Στη συνέχεια, μετά την εκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, προέβη στις ακόλουθες, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές: "Ο πρώτος εφεσίβλητος (ήτοι ο αναιρεσείων) είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ασκεί ενεργά δικηγορία με ειδίκευση στο πεδίο του Διοικητικού Δικαίου.
Ο εκκαλών είναι μαθηματικός και από το έτος 2003 είχε αναθέσει στον πρώτο εφεσίβλητο (ήτοι στον αναιρεσείοντα) τη διεκπεραίωση υποθέσεών του σχετικά με την ακύρωση διοικητικών πράξεων οργάνων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που αφορούσαν στην πλήρωση θέσεων διδακτικού προσωπικού του Τμήματος Μαθηματικών του εν λόγω Πανεπιστημίου.
Μεταξύ άλλων, είχε αναθέσει στον πρώτο εφεσίβλητο να προβεί στη σύνταξη και κατάθεση των με αριθμούς κατάθεσης 596/11-11-2010 και 615/15-11-2010 αιτήσεων ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (ορθό Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς), οι οποίες συνοδεύονταν από τις με αριθμούς κατάθεσης 10784/11-11-2010 και 10845/15-11-2010 αιτήσεις προτίμησης για προσδιορισμό συντομότερης δικασίμου, στρέφονταν κατά του Πανεπιστημίου Αιγαίου (ΝΠΔΔ) και είχαν ως αίτημα την ακύρωση αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης περί παράτασης της θητείας διδάσκοντος στο γνωστικό αντικείμενο "Μαθηματική Εκπαίδευση και η Διδακτική τους με χρήση της Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Μαθηματικών και εφαρμογές σε ηλεκτρονικό εκπαιδευτικό περιβάλλον", καθώς και συναφών διοικητικών πράξεων οργάνων του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Επίσης, ο εκκαλών ανέθεσε στον πρώτο εφεσίβλητο τη σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς του 34/23-12-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων ακύρωσης επί της ήδη κατατεθείσας (μη επίδικης) 730/11-12-2009 αίτησης ακύρωσης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου. Ο πρώτος εφεσίβλητος ισχυρίστηκε με την κρινόμενη αγωγή του ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του για τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις ανέρχεται σε 5.800 € (2.000 € για την 596/11-11-2010 αίτηση ακύρωσης και την 10784/11-11-2010 αίτηση προτίμησης, 500 € για την 615/15-11-2010 αίτηση ακύρωσης και την 10845/15-11-2010 αίτηση ακύρωσης και 3.300 € για το 34/23-12-2010 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ακύρωσης) από τα οποία 357,70 € αντιστοιχούν σε παράβολα και ένσημα.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι η συμφωνηθείσα (προφορικά) αμοιβή του πρώτου εφεσιβλήτου ανερχόταν στο παραπάνω ποσό, καθώς, ακόμη και η εξετασθείσα με επιμέλεια του πρώτου εφεσιβλήτου (ήτοι αναιρεσείοντος) μάρτυρας απόδειξης, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής του ("δεν ξέρω για την αμοιβή"), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι διάδικοι δεν μερίμνησαν, ακόμη και για λόγους αποδεικτικής ευχέρειας, να περιβληθεί η συμφωνία τους τον έγγραφο τύπο.
Αντίθετα, [...], για τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις η αμοιβή του πρώτου εφεσιβλήτου συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.460 € (συνυπολογιζομένων εξόδων και ΦΠΑ), το οποίο και καταβλήθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο στις 28-12-2010, όπως προκύπτει από την 189/28-12- 2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο τελευταίος. Πράγματι, στην εν λόγω απόδειξη βεβαιώνεται η καταβολή από τον εκκαλούντα στον εφεσίβλητο του ποσού των 2.460 € για δύο αιτήσεις ακύρωσης και πρόσθετους λόγους ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, το οποίο στην 189/28-12-2010 απόδειξη αναλύεται ως εξής:
ληφθέν ποσό 2.460 €, μείον κρατήσεις ΔΣ Πειραιώς 59,94 € = 2.400,06 € (απαρτιζόμενο από γραμμάτιο προείσπραξης 518,16 € και επιπλέον αμοιβή 1.881,90 €), ήτοι 493 € για έξοδα, 460 € για ΦΠΑ και 1.447 € ως αμοιβή. Μάλιστα, στην εν λόγω απόδειξη δεν σημειώνεται με χρήση δόκιμης φράσης (λ.χ. "έναντι αμοιβής", "μέρος αμοιβής"), ότι το ως άνω ποσό αποτελεί μέρος συμφωνηθείσας μεγαλύτερης αμοιβής για τις παραπάνω ενέργειες, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση αυτή, ώστε να συναχθεί η βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού του πρώτου εφεσίβλητου ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του, πλέον των εξόδων, για τις παραπάνω ενέργειες ανερχόταν στο υπέρτερο του ως άνω καταβληθέντος ποσό των 5.800 €.
Περαιτέρω, στις 11-1-2011 ο πρώτος εφεσίβλητος κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς τρία υπομνήματα (προτάσεις) επί των 730/11-12-2009, 596/11-11 -2010 και 615/15-11-2010 αιτήσεων ακύρωσης, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται ότι υπήρχε ειδική συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής του για τη σύνταξη και την κατάθεσή τους.
Άλλωστε, και ο ίδιος ο πρώτος εφεσίβλητος εκθέτει στην αγωγή του ότι ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον εκκαλούντα, πριν την κατάθεση των υπομνημάτων, ότι θα πρέπει να του καταβάλει γι' αυτά τουλάχιστον 2.000 € πλέον ΦΠΑ, χωρίς όμως να επικαλείται ότι ο εκκαλών συμφώνησε στην καταβολή του ως άνω ποσού, η δε επικαλούμενη μη αποτροπή του πρώτου εφεσιβλήτου από το να τα καταθέσει δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αποδοχή της οποιουδήποτε ύψους αιτούμενης αμοιβής γι' αυτά.
Συνεπώς, για τα ως άνω υπομνήματα, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, ο πρώτος εφεσίβλητος δικαιούται την αμοιβή, που προσδιορίζεται στα άρθρα 99, 100§4, 107§1, 110§3 του προισχύσαντος Κώδικα περί δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), όπως έχουν τροποποιηθεί με την ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ Β' 2422/24.12.2007) περί προσδιορισμού των ελάχιστων αμοιβών των δικηγόρων, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 Ν. 2753/1999, εφόσον το αντικείμενο των δικών δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης [...], δηλαδή 85 € για κάθε υπόμνημα και συνολικά 255 €, πλέον του ποσού των 74,10 € για τα ένσημα των τριών υπομνημάτων.
Επίσης, ο πρώτος εφεσίβλητος, κατόπιν εντολής του εκκαλούντος, υπέβαλε στις 5-11-2010 και στις 13-11-2010 τρεις αιτήσεις προς το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου για χορήγηση αντιγράφων των προσβαλλόμενων με τις αιτήσεις ακύρωσης πράξεων, για τις οποίες δικαιούται, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, κατ' άρθρο 162 του ΝΔ 3026/1954, σε συνδυασμό με την ΥΑ 12398/9- 21.2.1989, το ποσό των 12,32 € για καθεμία (30 μεταλλικές δραχμές X 140 / 340,75) και συνολικά 36,96 €.
Τέλος, την 1-10-2010 ο πρώτος εφεσίβλητος μετέβη στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς για αναζήτηση νέων στοιχείων φακέλου σχετικά με την 730/11-12-2009 αίτηση ακύρωσης, απασχολούμενος επί τρεις ώρες εκτός της έδρας του δικαστηρίου, όπου είναι διορισμένος, και ελλείψει ειδικής συμφωνίας περί αμοιβής για την εν λόγω απασχόληση δικαιούται, κατ' άρθρο 165 του ΝΔ 3026/1954, σε συνδυασμό με την ΥΑ 12398/9-21.2.1989, το ποσό των 36,96 € (90 μεταλλικές δραχμές X 140 /340,75).
Συνεπώς, για τις παραπάνω αιτίες ο πρώτος εφεσίβλητος δικαιούται το συνολικό ποσό των 403,20 €, από τα οποία 328,92 € αφορούν σε αμοιβή και 74,10 € σε έξοδα (ένσημα δικογράφων) [...]. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, υποχρέωσε τον εκκαλούντα να καταβάλει στον πρώτο εφεσίβλητο το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό των 11.667,48 ευρώ, αντί να επιδικάσει το ποσό των 403,20 ευρώ πλέον ΦΠΑ, έσφαλε προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς τα ερευνηθέντα κατ' ουσίαν κεφάλαιά της [...]. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς την κατ' ουσίαν εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο [...], να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, [...] και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 403,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής του και μέχρι την εξόφληση και με το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί στο επιμέρους ποσό των 328,92 ευρώ, υπολογιζόμενο με βάση το ποσοστό του φόρου αυτού που θα ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής και έκδοσης του οικείου παραστατικού. [...].".
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμους 5, 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του ότι με την ένδικη από 31.3.2011, αγωγή του ισχυρίστηκε, ότι κατά πάγια και πολυετή μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του συμφωνία και συναλλακτική πρακτική, το ύψος της από αυτόν δικαιούμενης δικηγορικής αμοιβής για την εκτέλεση των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που του ανέθετε ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος είχε συμφωνηθεί να καθορίζεται από τον αναιρεσείοντα ως δικαιούχο της αμοιβής μονομερώς στο εύλογο ύψος που αναλογούσε κάθε φορά στον αριθμό και στην έκταση των αντιμετωπιζόμενων νομικών είτε πραγματικών ζητημάτων, στις ιδιάζουσες περιστάσεις περί τη συμπεριφορά της Διοίκησης και στην αντιστοίχως απαιτούμενη επιστημονική του εργασία, και να γνωστοποιείται απλώς στη συνέχεια από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο, υποχρεούμενο στην οικεία αντιπαροχή, προκειμένου να προβεί την καταβολή της "ούτω καθορισθείσας" από τον αναιρεσείοντα εκάστοτε αμοιβής του.
Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, στο οικείο αγωγικό δικόγραφο, δεν διαλαμβάνεται ως στοιχείο του (ήδη εκτεθέντος) περιεχομένου της αγωγής η κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία αυτοί είχαν αναθέσει στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα να προσδιορίζει ο ίδιος την αόριστη αρχικά δικηγορική του αμοιβή για την εκάστοτε δικαστική ή εξωδικαστική ενέργεια που εκτελούσε κατ' εντολή του εναγομένου -αναιρεσίβλητου.
Αντίθετα, στο αγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και κατ' επανάληψη εκτίθεται ότι ο ενάγων - αναιρεσείων ενημέρωνε προφορικά ή τηλεφωνικά "αμελλητί" τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο ως προς το ποσό της αμοιβής του για κάθε δικαστική η εξώδικη ενέργεια, που θα εκτελούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του εναγομένου - αναιρεσίβλητου.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω, μη διαλαμβανόμενο στην ένδικη αγωγή, αυτοτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 371ΑΚ, καθόσον δεν εφάρμοσε το άρθρο 371, άλλως το άρθρο 379, και τα άρθρα 287 και 361 ΑΚ, τα οποία ήσαν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές της ότι ο αναιρεσείων τηλεφώνησε και ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο περί του ύψους της αμοιβής του για τις δικηγορικές εργασίες που εκτέλεσε στα πλαίσια της εντολής που ο αναιρεσίβλητος του ανέθεσε.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η αόριστη αρχικά αμοιβή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος για την καθεμία δικαστική και εξώδικη υπηρεσία που παρείχε ως δικηγόρος στον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο και κατ' εντολή του τελευταίου να προσδιορίζεται μόνο από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, άλλως ότι η έκταση της αντιπαροχής (της αμοιβής) του ενάγοντος - αναιρεσείοντος δεν είχε ορισθεί από τους διαδίκους και έτσι, σε περίπτωση αμφιβολίας, το δικαίωμα προσδιορισμού αυτής το είχε ο ενάγων - αναιρεσείων.
Αντίθετα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι : α) Για τη σύνταξη και κατάθεση των με αριθμούς κατάθεσης 596/11-11-2010 και 615/15-11-2010 αιτήσεων ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (ορθό Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς), οι οποίες συνοδεύονταν από τις με αριθμούς κατάθεσης 10784/11-11-2010 και 10845/15-11-2010 αιτήσεις προτίμησης για προσδιορισμό συντομότερης δικασίμου και για τη σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς του 34/23-12-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων ακύρωσης επί της ήδη κατατεθείσας (μη επίδικης) 730/11-12-2009 αίτησης ακύρωσης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, στις οποίες, κατ' εντολή του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, προέβη ο ενάγων -αναιρεσείων, η αμοιβή του τελευταίου συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.460 ευρώ (συνυπολογιζομένων εξόδων και ΦΠΑ) και β) για τα τρία υπομνήματα, τα οποία στις 11.1.2011 ο ενάγων -αναιρεσείων κατέθεσε στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς επί των 730/11.12.2009, 596/11.11.2010 και 615/15.11.2010 αιτήσεων ακύρωσης και για τις τρεις αιτήσεις τις οποίες στις 5.11.2010 και στις 13.11.2010 κατ' εντολή του εναγομένου - αναιρεσίβλητου ο ενάγων - αναιρεσείων κατέθεσε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ορθά δεν εφάρμοσε τα άρθρα 371, 287 και 361 ΑΚ, άλλως το άρθρο 379 του ΑΚ και με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθά εφάρμοσε τα άρθρα 92 παρ. 1, 100 παρ. 4, 107 παρ. 1, 110 παρ. 3 και 155 του ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο.
Κατά συνέπεια, τα ως άνω αντίθετα υποστηριζόμενα στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζοντας ως Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που ο ενάγων - αναιρεσείων είχε διαλάβει στις από 19.12.2011 προτάσεις που είχε καταθέσει στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και επανέφερε ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στις προτάσεις του αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε κατά τη χρονική περίοδο από 11.6.2003 έως 24.12.2009, καθ' όλη τη συνεργασία τους:
α) ουδέποτε χρέωσε τον εναγόμενο -εκκαλούντα -αναιρεσίβλητο ποσά αμοιβών ίσα προς τις θεσπισθείσες με Υπουργικές Αποφάσεις ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων, αλλά τον χρέωνε με ποσά αμοιβών πολύ μεγαλύτερα και β) το ύψος των αξιούμενων με την ένδικη αγωγή αμοιβών του τελεί σε πλήρη αρμονία προς εκείνο των χρεώσεών του βάσει των οποίων ο εναγόμενος-εκκαλών -αναιρεσίβλητος καθ' όλα τα προηγούμενα χρόνια κατέβαλε ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα και αφετέρου έχει πλημμελή αιτιολογία, καθότι δεν εξειδικεύει τους λόγους εκ των οποίων η αντίθετη κρίση του Ειρηνοδικείου Αθηνών στερείται βασιμότητας.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι :α) δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι ως άνω ισχυρισμοί του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, καθόσον συνιστούν επιχειρήματά του, που συνάγονται από τις επικαλούμενες από αυτόν αποδείξεις, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του και β) υπό την επίφαση συνδρομής της από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειες πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 19/2020).
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα τη φράση της μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλειά του αναιρεσείοντος "δεν ξέρω για την αμοιβή είμαι δακτυλογράφος", ενώ ο αναιρεσείων με την κατάθεση της μάρτυρα ήθελε να επιβεβαιώσει μόνο το ήθος του και όχι τα όσα ισχυρίζεται ως προς τις καταβλητέες προς αυτόν από τον αναιρεσίβλητο δικηγορικές αμοιβές.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το οριζόμενο στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο της μαρτυρικής κατάθεσης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και έτσι δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο.
Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε τις διατάξεις, που ορίζουν ότι δεν απαιτείται η τήρηση πανηγυρικού τύπου για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα ως προς τη δικηγορική αμοιβή, με τις ακόλουθες παραδοχές του : "δεν αποδεικνύεται ότι η συμφωνηθείσα (προφορικά) αμοιβή του πρώτου εφεσίβλητου (ήτοι του αναιρεσείοντος) ανερχόταν στο ποσό [...] λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι διάδικοι δεν μερίμνησαν, ακόμη και για λόγους αποδεικτικής ευχέρειας, να περιβληθεί η συμφωνία τους τον έγγραφο τύπο".
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι :α) είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν παρατίθενται οι διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας φέρεται ότι παραβίασε από τη μη εφαρμογή τους, και β) υπό την επίφαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην πραγματικότητα πλήττει την εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 30/2020).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι αβάσιμος, καθότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι για την κατάρτιση της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα συμφωνίας ως προς τον τρόπο καταβολής της αμοιβής του έπρεπε να τηρηθεί μεταξύ των μερών έγγραφος τύπος αλλά έκρινε ότι η έλλειψη γραπτής συμφωνίας αποτελεί επιχείρημα (πραγματικό) ότι δεν είχε καταρτισθεί μεταξύ των μερών συμφωνία με το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο.
Με το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως Εφετείο παραβίασε τις παρατιθέμενες στο εν λόγω σκέλος διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφοι 1, 9, 10, 11, 14 και 15 και του άρθρου 13 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 του π.δ. 186/1992 (Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων), όπως είχαν αντικατασταθεί και ίσχυαν κατά το ένδικο χρόνο (δηλαδή το έτος 2010), από τις οποίες προκύπτει ότι δεν υφίστατο υποχρέωση του αναιρεσείοντος να αναγράψει στη με αριθμό 189/28.12.2010 απόδειξή του παροχής υπηρεσιών πλήρη στοιχεία της συναλλαγής και δη μνεία περί του ότι το εισπραχθέν απ'αυτόν ποσό συνιστά μέρος μείζονος οφειλόμενης σε αυτόν αμοιβής τις οποίες (διατάξεις) παραβίασε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι: "Αντίθετα [...] για τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις η αμοιβή του πρώτου εφεσίβλητου [δηλαδή αναιρεσείοντος] συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.460 ευρώ (συνυπολογισμένων εξόδων και ΦΠΑ), το οποίο και καταβλήθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο στις 28.12.2010, όπως προκύπτει από την 189/28.12.2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο τελευταίος.
Πράγματι στην εν λόγω απόδειξη βεβαιώνεται η καταβολή από τον εκκαλούντα [δηλαδή τον αναιρεσίβλητο] στον εφεσίβλητο του ποσού των 2.460 ευρώ για δύο αιτήσεις ακύρωσης και πρόσθετους λόγους ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετειου Πειραιώς, το οποίο στην 189/28.12.2010 απόδειξη αναλύεται ως εξής: ληφθέν ποσό 2.460 ευρώ μείον κρατήσεις Δ.Σ.
Πειραιώς 59,94 ευρώ - 2.400,06 ευρώ (απαρτιζόμενο από γραμμάτιο προείσπραξης 518,16 ευρώ και επιπλέον αμοιβή 1.881,90 ευρώ) ήτοι 493 ευρώ για έξοδα,460 ευρώ για ΦΠΑ και 1.447 ευρώ ως αμοιβή. Μάλιστα στην εν λόγω απόδειξη δεν σημειώνεται με χρήση δόκιμης φράσης (λχ. "έναντι αμοιβής", "μέρος αμοιβής") ότι το ως άνω ποσό αποτελεί μέρος συμφωνηθείσας μεγαλύτερης αμοιβής για τις παραπάνω ενέργειες, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση αυτή, ώστε να συναχθεί η βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού του πρώτου εφεσιβλήτου ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του, πλέον των εξόδων, για τις παραπάνω ενέργειες ανερχόταν στο υπέρτερο του ως άνω καταβληθέντος ποσό των 5.800 ευρώ".
Με αυτό το περιεχόμενο το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο αφενός μεν ως απαράδεκτο διότι υπό την επίφαση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, δηλαδή της παραβίασης των ως άνω διατάξεων του π.δ. 186/1992, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του περιεχομένου της με αριθμό 189/28.12.2010 απόδειξης παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο αναιρεσείων για το ποσό των 2.460 ευρώ, που εισέπραξε ως την οφειλόμενη δικηγορική αμοιβή από τον αναιρεσίβλητο, αφ'ετέρου δε ως αβάσιμο καθότι η έλλειψη της ως άνω μνείας αποτελεί για το δικαστήριο της ουσίας πραγματικό επιχείρημα του ότι η αμοιβή δεν είχε συμφωνηθεί σε μεγαλύτερο ύψος από το αναγραφόμενο στην πιο πάνω απόδειξη ποσό.
Με το πέμπτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι με την παραδοχή " [...] στις 11.1.2011 ο πρώτος εφεσίβλητος [ήτοι ο αναιρεσείων] κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς τρία υπομνήματα (προτάσεις) επί των 73/11.12.2009, 596/11.11.2010 και 615/15.11.2010 αιτήσεων ακύρωσης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι υπήρχε ειδική συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής του για τη σύνταξη και την κατάθεσή τους.
Άλλωστε και ο ίδιος ο πρώτος εφεσίβλητος εκθέτει στην αγωγή του ότι ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον εκκαλούντα [ήτοι τον αναιρεσίβλητο] πριν την κατάθεση των υπομνημάτων, ότι θα πρέπει να του καταβάλει γι' αυτά τουλάχιστον 2.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, χωρίς όμως να επικαλείται ότι ο εκκαλών συμφώνησε στην καταβολή του ως άνω ποσού, η δε επικαλούμενη μη αποτροπή του πρώτου εφεσιβλήτου από το να τα καταθέσει δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αποδοχή της οποιουδήποτε ύψους αιτούμενης αμοιβής γ' αυτά.
Συνεπώς για τα ως άνω υπομνήματα, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, ο πρώτος εφεσίβλητος δικαιούται την αμοιβή που προσδιορίζεται στα άρθρα 99, 100 παρ. 4, 107 παρ 1, 110 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως έχει τροποποιηθεί με την ΚΥΑ 1117864/2297/ΑΟΟ12 (ΦΕΚ Β 2422/24.12.2007) [...]" το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο υπέπεσε στις από τους αριθμούς 5 και 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή και εξειδικευόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό του, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να προσδιορίζεται μόνο από τον αναιρεσείοντα η δικηγορική αμοιβή που απαιτούσε για τις εκάστοτε δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβαινε κατ' εντολή του αναιρεσίβλητου, ο οποίος καθ' όλη τη πολυετή συνεργασία τους, τις κατέβαλε αδιαμαρτύρητα, παρότι ήταν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων που όριζε ο τότε ισχύων "Κώδικας περί Δικηγόρων".
και καθόσον παραβίασε τις αρχές της καλής πίστης ως συστατικό των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 200 και 288 ΑΚ) δεχόμενο "τη βασιμότητα της εκ των υστέρων απροειδοποίητης αμφισβήτησης του δικαιολογημένου ύψους των επί πολυετούς συνεργασίας λαμβανομένων υπό δικηγόρου αμοιβών (από μέρος του πελάτη του), ενώ η τοιαύτη συμπεριφορά του πελάτη συνιστά ανεπίτρεπτο κατά τις αρχές της καλής πίστης venire contra factum propium (ουδείς δύναται να έρχεται σε αντίθεση με τις ίδιες αυτού πράξεις)".
Το ως άνω πέμπτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στο ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης από 31.3.2011 αγωγής, δεν διαλαμβάνεται ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, που θεμελιώνεται στα άρθρα 371 και 361 ΑΚ.
Το ίδιο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, έχοντας το ως άνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι υπό την επίφαση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν αποδεικνύεται ειδική συμφωνία των διαδίκων περί του ύψους της αμοιβής του αναιρεσείοντος και του τρόπου προσδιορισμού της για τα τρία υπομνήματα, που ο τελευταίος συνέταξε επί των 73/11.12.2009, 596/11.11.2010 και 615/15.11.2010 αιτήσεων ακύρωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 338/2019, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως, μεταξύ άλλων, είναι α) ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ο οποίος ιδρύεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο απέρριψε αγωγή ή βάση αυτής ως αόριστη (ποσοτικά ή ποιοτικά), ενώ αυτή περιείχε όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ ορισμένο αυτής (ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1192/2012).
Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 1, 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι παρά το νόμο και δίχως να λάβει υπόψη της τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο "πράγματα", που προτάθηκαν νομότυπα με τις από 22.10.2015 προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εφεσίβλητος προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του, απέρριψε ως αόριστα:
α) το επιμέρους αγωγικό κονδύλιο των 2.000 ευρώ, δεχόμενο ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή σε ποιες διαδικαστικές ή εξώδικες πράξεις αυτό αφορά, ώστε να διαγνωσθεί αν σχετίζονται με τη διεκπεραίωση της εντολής που ανατέθηκε στον ενάγοντα [αναιρεσείοντα] και ότι οφείλεται να καταβληθεί αμοιβή γι' αυτές, χωρίς να αρκεί προς τούτο η αναφορά ότι "οι προηγηθείσες (δικαστικές ή εξωδικαστικές) ενέργειες", που δεν εξειδικεύονται, σχετίζονται με την 730/11.12.2009 αίτηση ακύρωσης και β) τα επιμέρους κονδύλια ποσού 135,30 ευρώ (από το συνολικό κονδύλιο των 3.500 ευρώ, που αφορά στη μετάβαση στον Πειραιά και τη σύνταξη και κατάθεση δικογράφου πρόσθετων λόγων ακύρωσης) με την αιτιολογία "Τιμολ. ...
Μ. Τ.", ποσού 25 ευρώ και 59,04 ευρώ (από το συνολικο κονδύλιο ύψους 3.000 ευρώ που αφορά υπομνήματα για τις 730/11.12.2009, 596/11.11.2010 και 615/15.11.2010 αιτήσεις ακύρωσης) με την αιτιολογία "Τιμολ. ... Κ. Αναγν., Τιμολ. ... Μ. Τ.." και ποσού 46,74 ευρώ με την αιτιολογία "αμοιβή δικαστικού επιμελητή", δεχόμενο ότι ως προς αυτά ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή σε τι αφορούν, με ποια δικαστική ή εξωδικαστική πράξη συνδέονται και πως σχετίζονται με τη διεκπεραιωση της ανατεθείσας στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα εντολής.
Οι επικαλούμενες, όμως, στον τρίτο λόγο αναιρετικές πλημμέλειες αφορούν κατά το περιεχόμενο αυτών στην παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου σχετικά με την απόρριψη των ως άνω επιμέρους αγωγικών κονδυλίων ως (ποσοτικά) αόριστων, την οποία προβλέπουν οι ρυθμίσεις του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως, αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Εξάλλου, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου όταν οι αιτιάσεις του λόγου αυτού αναφέρονται στην σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία τμήμα της ένδικης αγωγής απορρίφθηκε λόγω ποσοτικής του αοριστίας.
Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται οι από τους αριθμούς 5, 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης με το οποίο απορρίφθηκαν λόγω ποσοτικής αοριστίας τα εκτεθέντα επιμέρους αγωγικά κονδύλια, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη από 5 Μαρτίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 21643/37/2020 αίτηση αναίρεσης. Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, διότι ο αναιρεσίβλητος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν έχει υποβάλει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 473/2010).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που ασκήθηκε με το από 07.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 30/2021 δικόγραφο.
Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 21643/37/2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 10553/06.09.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ