Legislator Case Law & Legislation
1307/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's partial acceptance of tort claim for moral damages.

Case Number 1307/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision to partially accept a tort claim. The appellants argued the appellate court improperly reversed the burden of proof regarding stolen marble products, but the court found this reasoning non-essential. The court held that the judgment's core finding of theft and resulting damages did not depend on the specific fate of the stolen goods, rendering the alleged procedural error inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a reversal of the burden of proof is inadmissible if the contested reasoning is superfluous and does not affect the substantive basis of the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility burden of proof reversal superfluous reasoning tort claim acceptance moral damages appellate review standards procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 111 paragraph 2, 118 number 4, 216 paragraph 1a of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559 number 13 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1307 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1307/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Η. του Ν., 2) Κ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βαβούρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Βιοτεχνικής και Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρυσόστομο Βελάκη και Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/2/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 4-4-2016 και με αριθμό κατάθεσης 20/2016 έφεση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά της με αριθμό 2/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, ένεκα αοριστίας, την από 13-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης Τ.Π.30/2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που, με βάση την αδικοπραξία, αξίωνε από τους αναιρεσείοντες την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την αγωγή, έκανε αυτή δεκτή κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και στην ουσία της και υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 439.858,03 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Η αοριστία της αγωγής συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστησε σε λιγότερα (νομική αοριστία).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018).

Η αοριστία της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε η αναιρετική πλημμέλεια να εμπίπτει στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ' ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 150/2013). Έτσι, η ποσοτική αοριστία της αγωγής πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο νόμιμα, να αναφέρεται δε αυτό στο αναιρετήριο και να καθορίζεται συγχρόνως ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 46/2013, ΑΠ 1631/2009).

Εξάλλου τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδαφ. β' ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι της περιγραφής των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 847/2010).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολ.λΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 13-3-2015 αγωγής της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι εκτίθενται τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι οι εναγόμενοι, σύζυγοι, υπήρξαν οι μοναδικοί εργαζόμενοι στο υποκατάστημα της επιχείρησης της ενάγουσας, που διατηρεί στην ..., ο πρώτος από την 1-6-1996 και η δεύτερη από την 21-10-2002.

Ήσαν δε και οι υπεύθυνοι για τη λειτουργία του πιο πάνω υποκαταστήματος, εκπροσωπώντας την ενάγουσα, με διαχειριστικές αρμοδιότητες, στο σύνολο των υποθέσεων που αφορούσαν το υποκατάστημα αυτό, ένεκα και της συγγενικής σχέσης του πρώτου εναγομένου με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας. Ότι το πρώτο δεκαήμερο του μήνα Δεκεμβρίου του έτους 2004, οι εναγόμενοι δήλωσαν πως επιθυμούν να αποχωρήσουν, από κοινού, από την εργασία τους, αφού είχαν απαξιώσει πλήρως το υποκατάστημα της ..., καθώς και το λατομείο της εταιρείας στο ... (Δράμα), ισχυριζόμενοι ότι δήθεν δεν είχαν δραστηριότητα.

Η ενάγουσα τότε τους ζήτησε να χορηγηθούν τα στοιχεία λειτουργίας του υποκαταστήματος, καθώς και να γίνει απογραφή των εμπορευμάτων, δεδομένου και του ότι η δεύτερη εναγομένη ήταν αρμόδια για την λογιστική παρακολούθηση του υποκαταστήματος. Ότι οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τις υπάρχουσες σχέσεις εμπιστοσύνης, ισχυρίστηκαν πως όλα έχουν καλώς, επιχειρώντας αρχικά να αποφύγουν την αναλυτική απογραφή των εμπορευμάτων και στοιχείων του υποκαταστήματος, η οποία απογραφή διενεργήθηκε την 7-1-2015 από τον πρώτο εναγόμενο, με την παρουσία του υιού του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας.

Για την απογραφή αυτή συντάχθηκε δια χειρός του πρώτου εναγομένου έγγραφο, με το περιεχόμενο που αναφέρεται στην αγωγή. Ότι με βάση τα επίσημα στοιχεία της ενάγουσας και της προηγούμενης απογραφής που είχε διενεργηθεί την 31-12-2013, είχαν αποσταλεί εμπορεύματα (μάρμαρα) στην αποθήκη του υποκαταστήματος ...

και όφειλαν να υπάρχουν σ' αυτή αποθέματα 16.906,03 τ.μ., με αξία αποτίμησης 231.905,62 ευρώ, ενώ μετά την καταμέτρηση που πραγματοποιήθηκε την 7-1-2015 διαπιστώθηκε ότι βρέθηκαν στην αποθήη 6.123,05 τ.μ., με αποτέλεσμα να έχουν αφαιρεθεί από αυτήν 10.782,98 τ.μ. μαρμάρου, με αξία αποτίμησης των αφαιρεθέντων και υπεξαιρεθέντων από τους εναγομένους, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, 215.532,13 ευρώ, όπως οι ποσότητες αυτές κατά είδος και επί μέρους αξίες αναλύονται στην αγωγή.

Περαιτέρω, ότι σύμφωνα με τα βιβλία της ενάγουσας εταιρείας, στην αποθήκη του λατομείου ... στη Δράμα υπήρχαν αποθέματα 5.466,47 τόνων μαρμάρου, ενώ στην καταμέτρηση που πραγματοποιήθηκε στο συγκεκριμένο χώρο την 31-12-2014 βρέθηκαν 2.276,10 τόνοι, έχοντας αφαιρεθεί και υπεξαιρεθεί από τους εναγομένους ποσότητα 3.190,37 τόνων, αξίας αποτίμησης 223.325,90 ευρώ, όπως αναλυτικά κατά είδος, επί μέρους ποσότητες και αξίες παρατίθενται στην αγωγή.

Ότι, έτσι, οι εναγόμενοι, ενεργώντας παράνομα με δόλο και από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2014 υπεξαίρεσαν τις προαναφερόμενες ποσότητες μαρμάρων, προξενώντας αιτιωδώς στην ενάγουσα συνολική ζημία ύψους 438.858,03 ευρώ, καθώς και ηθική της βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν 488.855,03 ευρώ συνολικά, σε ολόκληρο ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με προσωπική τους κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη αφού εκτίθενται σ' αυτή τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν ευθύνη των εναγομένων από αδικοπραξία, ήτοι η παράνομη συμπεριφορά και η υπαιτιότητα (δόλος) τούτων, η επελθούσα από αυτή ζημία της ενάγουσας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής, τον οποίο είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο και να δεχθεί το λόγο έφεσης της ενάγουσας, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη, είναι αβάσιμος, μη απαιτουμένης, για τη θεμελίωσή της κατ' άρθρ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ, της αναφοράς επιπλέον πραγματικών περιστατικών περί δυνατότητας πρόσβασης των εναγομένων στους επιδίκους χώρους, εξειδίκευσης των αρμοδιοτήτων τους και των εργασιακών τους καθηκόντων, περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση του χρόνου της αδικοπραξίας, ποιές ήσαν οι δραστηριότητες του ...

και ποια η σύνδεση των εναγομένων - αναιρεσειόντων με αυτό, όπως οι τελευταίοι διατείνονται στον παραπάνω λόγο.

IV. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τον οποίον φέρουν στο δικόγραφό τους ως επικουρικό του πρώτου λόγου αναίρεσης, βάλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμέλεια λήψης βάσεων της αγωγής που δεν προβλήθηκαν. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, ενώ το δικόγραφο της αγωγής έπασχε από τις ελλείψεις που πιο πάνω αναφέρονται συγκεκριμένα, σχετικά και με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, το εφετείο έλαβε υπόψη τους κρίσιμους αυτούς ισχυρισμούς, που αποτελούν αγωγικές βάσεις, χωρίς να έχουν προταθεί από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος διότι το Εφετείο θεμελίωσε την αγωγή στη μοναδική βάση της ευθύνης από αδικοπραξία (άρθρα 297, 298, 299, 914, 932 ΑΚ), χωρίς για το ορισμένο του δικογράφου της να ήταν απαραίτητη η παράθεση των ως άνω περιστατικών, όπως προαναφέρθηκε, τα οποία, έτσι, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά πρόκειται για μη έχοντα αυτοτέλεια πραγματικά επιχειρήματα, που δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια αυτών.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Δεν ιδρύουν όμως αναιρετικό λόγο οι τυχόν εσφαλμένες αιτιολογίες που πλεοναστικά διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 255/2010). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθιδρύεται "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης".

Το υποκειμενικό βάρος της απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο που έχει την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1254/2010), ενώ αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστηρίου, ως προς τη συνδρομήτων θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 12/2017, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 233/2011).

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές "...Η ενάγουσα είναι εταιρία παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας μαρμάρου με έδρα τον ... ενώ διατηρεί υποκατάστημα στη ... και στο λατομείο ... στη Δράμα.

Οι εναγόμενοι υπήρξαν εργαζόμενοι στα ως άνω υποκαταστήματα της ενάγουσας και ειδικότερα ο πρώτος, Π. Η. από την 1-6-1996 με αρμοδιότητες διαχειριστικές, ως μοναδικός υπεύθυνος των εν λόγω υποκαταστημάτων (λειτουργία αποθήκης, ταμείου, πωλήσεων, προμηθειών και γενικά όλων των συναλλαγών αυτών) και η δεύτερη από 21-10-2002, με αρμοδιότητες επίσης διαχειριστικές, στα καθήκοντα της οποίας περιλαμβανόταν και η διαχείριση των ταμείων των υποκαταστημάτων της ενάγουσας, η συμφωνία με προμηθευτές και προμήθεια υλικών για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης καθώς και η έκδοση τιμολογίων και δελτίων αποστολής αυτής (βλ.σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα της ενάγουσας με αρ. 7, 8, 9, 11, 12, 13, 14, 15).

Πέραν όμως της ως άνω επαγγελματικής σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους μεταξύ τους, οι εναγόμενοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, ενώ ο πρώτος εναγόμενος συνδέεται με συγγενική σχέση με το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Α. Λ. (εξάδελφος) ενώ ο υιός του τελευταίου, μάρτυρας αποδείξεως, Π. Λ., υπήρξε κουμπάρος στο γάμο των εναγομένων.

Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου του έτους 2014, οι εναγόμενοι δήλωσαν στην ενάγουσα ότι επιθυμούσαν να αποχωρήσουν από την εργασία τους, ισχυριζόμενοι ότι δεν είχαν πλέον αντικείμενο εργασίας λόγω υπολειτουργίας των υποκαταστημάτων της. Κατόπιν των ανωτέρω δηλώσεων, η ενάγουσα, δεδομένου ότι αυτοί (εναγόμενοι) ήταν υπεύθυνοι από κοινού της λειτουργίας των άνω υποκαταστημάτων, ζήτησε να της χορηγηθούν τα οικονομικά στοιχεία τους, ώστε να διενεργηθεί απογραφή των εμπορευμάτων.

Για το σκοπό αυτό, ο υιός του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Π. Λ. μετέβη στην πόλη της ..., όπου φιλοξενήθηκε στην οικία των εναγομένων, όπου στις 7-1-2015 ο πρώτος από αυτούς, παρόντος του παραπάνω, συνέταξε ιδιοχείρως έγγραφο απογραφής, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της υπό κρίση αγωγής. Ακολούθως, προς αντιπαραβολή της κατά τα άνω ιδιόχειρης απογραφής, διενεργήθηκε από την ενάγουσα νέα απογραφή με βάση τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης (αγορές - πωλήσεις μαρμάρων), που προέκυπταν από τα αντίστοιχα παραστατικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 31-12-2014, δοθέντος ότι στις 31-12-2013 είχε διενεργηθεί απογραφή, που απεικόνιζε τις ποσότητες των εμπορευμάτων που διέθεταν τα ως άνω υποκαταστήματα μέχρι το χρόνο εκείνο.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με τα αποσταλέντα εμπορεύματα (μάρμαρα) στην αποθήκη του υποκαταστήματος ... έπρεπε να υφίστανται σ' αυτήν αποθέματα 16.906,03 τ.μ., αξίας 231.905,62 ευρώ, ενώ, μετά την καταμέτρηση που πραγματοποιήθηκε στις 7-1-2015, στην εν λόγω αποθήκη βρέθηκαν 6.123,05 τ.μ. μαρμάρων, που αποδείκνυε την ύπαρξη ελλείμματος 10.782,98 τ.μ.

μαρμάρων, συνολικής αξίας 215.532,13 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με τα βιβλία που τηρεί η ενάγουσα, κατά το χρόνο απογραφής στην αποθήκη του λατομείου ... στη Δράμα έπρεπε να υφίστανται σ' αυτήν αποθέματα 5.466,47 τόνων μαρμάρου, ενώ, μετά την καταμέτρηση που πραγματοποιήθηκε στο χώρο αυτό, βρέθηκαν 2.276,10 τόνοι μαρμάρου, που αποδείκνυε την ύπαρξη ελλείμματος 3.190,37 τόνων, συνολικής αξίας 223.325,90 ευρώ.

Τα προαναφερόμενα ελλείμματα δημιουργήθηκαν διότι οι εναγόμενοι, μοναδικοί εργαζόμενοι της ενάγουσας στις εν λόγω αποθήκες κατά το χρονικό διάστημα που αφορούσε η διενεργηθείσα απογραφή, εκμεταλλευόμενοι την ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που τους συνέδεε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ενεργώντας από κοινού προέβησαν στην παράνομη αφαίρεση των προαναφερομένων ποσοτήτων μαρμάρων που διαπιστώθηκε κατά τα άνω ότι έλειπαν με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους.

Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, στο πλαίσιο των διαχειριστικών τους καθηκόντων, είχαν πλήρη πρόσβαση, οποιαδήποτε στιγμή στις αποθήκες της ενάγουσας, παρά τα αντιθέτως από αυτούς ισχυριζόμενα περί αδυναμίας πρόσβασης στους χώρους αυτούς χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση της ενάγουσας.

Σημειωτέον ότι, μέχρι το έτος 2013 η λογιστική κίνηση των ως άνω υποκαταστημάτων διαβιβαζόταν από την δεύτερη των εναγομένων - λογίστρια, απευθείας (on line) στην έδρα της ενάγουσας στον .... Όμως, αυτή η ηλεκτρονική διαβίβαση διακόπηκε για λόγους οικονομικούς και κατά το επίδικο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των απογραφών, η ενάγουσα δεν είχε άμεση εικόνα και έλεγχο των δοσοληψιών των υποκαταστημάτων της, που γίνονταν πλέον με έκδοση παραστατικών από τους εναγομένους, γεγονός που διευκόλυνε την παράνομη αφαίρεση και ιδιοποίηση των άνω ποσοτήτων μαρμάρων από τους τελευταίους.

Σημειώνεται δε ότι τα παραπάνω υπεξαιρεθέντα προϊόντα ουδαμού και ουδέποτε ανευρέθησαν, γεγονός από το οποίο (κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής) προδήλως συνάγεται ότι αυτά εν συνεχεία απαλλοτριώθηκαν (διατέθηκαν περαιτέρω) από τους εναγόμενους προς ίδιον όφελος. Οι τελευταίοι βέβαια αρνούνται την ύπαρξη των προαναφερομένων αποθεμάτων μαρμάρων στις εν λόγω αποθήκες, ισχυριζόμενοι αφενός μεν ότι τα εν λόγω υποκαταστήματα υπολειτουργούσαν και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να υπήρχαν στις αποθήκες τους τα αναφερόμενα στην αγωγή αποθέματα μαρμάρων αφετέρου δε ότι οι κατά την ενάγουσα αφαιρεθείσες ποσότητες μαρμάρων είναι τεράστιες, και ότι η αφαίρεσή τους θα γινόταν αντιληπτή τόσο από τα συστήματα ασφαλείας που ήταν τοποθετημένα σ' αυτές όσο και από όμορες στις εν λόγω αποθήκες επιχειρήσεις, πλην όμως οι ως άνω ισχυρισμοί στερούνται βασιμότητας, αφού δεν προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η επικαλούμενη από αυτούς ανακρίβεια της απογραφής που διενήργησε η ενάγουσα στις αποθήκες της, επιπλέον δε η σταδιακή αφαίρεση και μεταφορά (σε άγνωστο χώρο) των ως άνω μαρμάρων καθόλη τη διάρκεια του έτους 2014 δεν θα μπορούσε να κινήσει υποψίες στις όμορες επιχειρήσεις, δοθέντος ότι τα εν λόγω υποκαταστήματα λειτουργούσαν κατά τον ως άνω χρόνο, ενώ, όσον αφορά το επικαλούμενο σύστημα ασφαλείας, που τοποθετήθηκε για λόγους ασφαλείας κατά το έτος 2012, δεν ήταν συνδεδεμένο με την έδρα της ενάγουσας στον ..., αλλά ελεγχόταν αποκλειστικά από τους εναγομένους και συνεπώς οι τελεσθείσες υπεξαιρέσεις των μαρμάρων δεν ήταν δυνατόν να υποπέσουν στην αντίληψη αυτής.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το σύνολο της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα εξαιτίας της κατά τα άνω παράνομης πράξης των εναγομένων, ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, ανέρχεται στο ποσό των 438.858,03 ευρώ. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνεπεία της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού πταίσματος των εναγομένων, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών (άρθρο 932 ΑΚ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τετρακοσίων τριάντα εννέα χιλιάδων οχτακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και τριών λεπτών (439.858,03), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση...".

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο σκέλος του, πλημμέλεια από τον αριθ.13 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο με την ως άνω ειδικότερη ουσιαστική παραδοχή του ".... Σημειώνεται ότι τα παραπάνω υπεξαιρεθέντα προϊόντα ουδαμού και ουδέποτε ανευρέθησαν, γεγονός από το οποίο (κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής) προδήλως συνάγεται ότι αυτά απαλλοτριώθηκαν (διατέθηκαν περαιτέρω) από τους εναγόμενους προς ίδιο όφελος ...." αντέστρεψε το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης και επέρριψε, έτσι, σε βάρος τους την αδυναμία της αναιρεσίβλητης να αποδείξει την τύχη των δήθεν υπεξαιρεθέντων.

Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι το Εφετείο, με την ίδια ως άνω ειδικότερη παραδοχή του διέλαβε ανεπαρκείς, κατ' ορθήν εκτίμηση, αιτιολογίες και στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ιδρύεται αναιρετική πλημμέλεια από την πιο πάνω ειδικότερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αυτή είναι καταφανώς πλεοναστική και δεν επιστηρίζει το διατακτικό της, το οποίο βασίζεται στις λοιπές ως άνω πραγματικές παραδοχές, από τις οποίες εξήγαγε αποδεικτικό πόρισμα τέλεσης αδικοπραξίας, δηλαδή υπεξαίρεσης από τους αναιρεσείοντες των προϊόντων μαρμάρου της αναιρεσίβλητης και πρόκλησης ζημίας της, χωρίς να εξαρτήσει την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από την τύχη των προϊόντων μετά την γενόμενη υπεξαίρεσή τους.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2018 αίτηση των Π. Η. και Κ. Λ., για αναίρεση της με αριθμό 1/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ