Legislator Case Law & Legislation
1307/2018 AI generated

1307/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1307/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 853/2006 απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και την έκανε δεκτή εν μέρει κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου ήδη αναιρεσιβλήτου.

Legislator headnote

AI generated

1307/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την 42/2011 απόφαση ήρε την αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας, κρίνοντας ότι η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Μετά ταύτα εξαφάνισε την 3138/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3153/2015 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2281/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
stay of realization waiver of realisation holding period deduction right of retention unpaid licensing royalties withdrawal of debt enforcement
AI generated
1848/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
23/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/10/2003 ανταίτηση της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1023/2003 μη οριστική και 820/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2005 αίτησή του.
1501/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
804/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1005/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1307 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1307/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσεκούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ & ΕΛΕΓΧΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" (ΟΠΕΚΕΠΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 853/2006 απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και την έκανε δεκτή εν μέρει κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου ήδη αναιρεσιβλήτου.

Το δεύτερο ήδη αναιρεσίβλητο προσέβαλε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου με αναίρεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 72/2009 απόφαση αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας και ότι η σχετική διαφορά ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια.

Εν συνεχεία η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 27/4/2009 αγωγή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 3138/2010 απόφαση απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας και ότι η σχετική διαφορά ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια.

Η ήδη αναιρεσείουσα με την από 20/7/2010 αίτηση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που στρεφόταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ζήτησε την άρση της αποφατικής σύγκρουσης, η οποία δημιουργήθηκε με τις ανωτέρω 72/2009 και 3138/2010 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα.

Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την 42/2011 απόφαση ήρε την αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας, κρίνοντας ότι η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Μετά ταύτα εξαφάνισε την 3138/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3153/2015 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2281/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ? ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την (ερμηνευτική) αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004).

Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 776/13).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1057/09).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχεται στα 3153/30-9-2015 και 3138/23-9-2009 πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την 3934/31-8-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Χ.

Γ. που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα - ενάγουσα, η οποία ελήφθη έπειτα από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. τις ...1/25-8-2009, ...2/25-8-2009 και ...3/25-8-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Μ.) καθώς και από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εκκαλούσα διατηρεί ειδικούς χώρους αποθήκευσης καρπών (κυψέλες - silos). Δυνάμει των από 22-5-1998, 23-7-1998, 24-8-1998 και 29-7-1999 συμβάσεων και των παραρτημάτων αυτών που συνήφθησαν μεταξύ του Υπουργείου Γεωργίας (που εκπροσωπήθηκε από τον Γενικό Διευθυντή της ΓΕ.ΔΙΔΑΓΕΠ [Ελληνικού Οργανισμού Παρέμβασης]) και της εκκαλούσας, η δεύτερη (καλούμενη "Φορέας") ανέλαβε το έργο της παρέμβασης στον τομέα του ρυζιού (δημόσια αποθεματοποίηση αναποφλοίωτου ρυζιού - paddy στο πλαίσιο της αγοραστικής κοινοτικής παρέμβασης) των εμπορικών περιόδων 1997 - 1998 (συμβάσεις από 22-5-1998, 23- 7-1998 και 24-8-1998) και 1998 - 1999 (σύμβαση από 29-7-1999).

Για την κατάρτιση των συμβάσεων, ήτοι για την ανάδειξη του φορέα παρέμβασης, είχαν προηγηθεί κλειστοί διαγωνισμοί. Οι συμβάσεις είχαν παρόμοιο περιεχόμενο και αντικείμενο. Αντικείμενο των συμβάσεων κατά το άρθρο 1 αυτών ήταν η εκκαλούσα ως "ανάδοχος του έργου της παρέμβασης" να συγκεντρώνει, ενεργώντας για λογαριασμό του Ελληνικού Οργανισμού Παρέμβασης (ΓΕ.ΔΙΔΑΓΕΠ), το ρύζι πού της προσφέρεται στους αναφερόμενους σε έκαστο, αντίστοιχο σε κάθε σύμβαση, παράρτημα αποθηκευτικούς χώρους και να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες που απορρέουν από την ανάθεση σ' αυτήν του εν λόγω έργου και που αναφέρονται:

α) στην ...4/26-2-98 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας "περί καθορισμού διαδικασιών και δικαιολογητικών σχετικά με την οργάνωση της αγοραστικής παρέμβασης στο τομέα του ρυζιού εσοδείας 1997" όπως συμπληρώθηκε με την Υ.Α./…..44/22.5.98 (από 22-5-1998, 23-7-1998 και 24-8-1998 συμβάσεις) και στην ...2/12-3-99 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Γεωργίας "περί καθορισμού διαδικασιών και δικαιολογητικών σχετικά με την οργάνωση της αγοραστικής παρέμβασης στο τομέα του ρυζιού εσοδείας 1998" όπως συμπληρώθηκε με την Υ.Α./….9/15.4.99 (από 29-7-1999 σύμβαση), β) στην αντίστοιχη διακήρυξη του κλειστού διαγωνισμού που προηγήθηκε εκάστης σύμβασης (την …8/98 Διακήρυξη "κλειστού διαγωνισμού για την ανάδειξη φορέων για το έργο της Δημόσιας Αποθεματοποίησης στον τομέα του ρυζιού εμπορικής περιόδου 1997 - 1998" οι από 22-5-1998, 23-7-1998 και 24-8-1998 συμβάσεις και την …..6/99 Διακήρυξη "κλειστού διαγωνισμού για την ανάδειξη φορέων για το έργο της Δημόσιας Αποθεματοποίησης στον τομέα του ρυζιού εμπορικής περιόδου 1998 - 1999" η από 29-7-1999 σύμβαση), γ) στην 170570/26/6/97 εγκύκλιο του Υπ.

Γεωργίας με θέμα "Οργάνωση Αγοραστικής παρέμβασης στον τομέα του ρυζιού νκατά την περίοδο εμπορίας 1997/97 και 1997/98" όπως συμπληρώθηκε με την υπ. αριθμ. 152272/22.5.98 Εγκύκλιο (από 22-5-1998, 23-7-1998 και 24-8-1998 συμβάσεις) και στην 122996/2-6-99 Εγκύκλιο του Υπ. Γεωργίας με θέμα "Οργάνωση Αγοραστικής παρέμβασης στον τομέα του ρυζιού κατά την περίοδο εμπορίας 1998/99" (από 29-7-1999 σύμβαση), δ) στους σχετικούς Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις ίδιες τις συμβάσεις.

Οι αποθηκευτικοί χώροι που προβλέφθηκαν στα παραρτήματα αφορούσαν: 1) 10.000 τον. στο αποθηκευτικό κέντρο …. και 18.000 τον. στο αποθηκευτικό κέντρο ….. (παράρτημα από 22-5-1998 σύμβασης "ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΜΟΥ ΡΥΖΙΟΥ ΕΣΟΔΕΙΑΣ '97"), 2) 12.000 ΜΤ στο αποθηκευτικό κέντρο …….. (παράρτημα από 23-7-1998 σύμβασης "ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΜΟΥ ΡΥΖΙΟΥ ΕΣΟΔΕΙΑΣ '97"), 3) 4.000 ΜΤ στο αποθηκευτικό κέντρο ……. (παράρτημα από 24-8-1998 σύμβασης "ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΜΟΥ ΡΥΖΙΟΥ ΕΣΟΔΕΙΑΣ '97") και 4) 17.000 Μ στο αποθηκευτικό κέντρο …… (παράρτημα από 29-7-1999 σύμβασης "ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΜΟΥ ΡΥΖΙΟΥ ΕΣΟΔΕΙΑΣ '98"), Η εκκαλούσα Φορέας Παρέμβασης και ανάδοχος του έργου της παρέμβασης είχε την υποχρέωση να αποθηκεύει το προϊόν που συγκεντρώνεται στα αποθηκευτικά συγκροτήματα (κυψέλες - SILOS) κατά ποικιλία και να εξασφαλίζει την φύλαξη, ασφαλή αποθήκευση και καλή συντήρηση του προϊόντος που παραλαμβάνει λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν αλλοιώσεις, φθορές και υποβαθμίσεις ή και καταστροφή του προϊόντος του οποίου φέρει ακέραια την ευθύνη (άρθρο 2 παρ. 1 των συμβάσεων).

Το προϊόν που αναλαμβάνεται από τον φορέα ανήκει στην κυριότητα του Υπουργείου Γεωργίας και θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά χωρισμένο από άλλα ρύζια του ίδιου φορέα ή τρίτων που διακινούνται εκτός παρέμβασης (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. β' των συμβάσεων). Επίσης μία κυψέλη θα πρέπει να παραμείνει κενή, ανά αποθηκευτικό συγκρότημα, για την πραγματοποίηση τυχόν μετάγγισης προϊόντος (άρθρο 2 παρ. 4 εδ.

β' των συμβάσεων). Η διάρκεια των συμβάσεων δεν ήταν εξ αρχής ορισμένη, αλλά ορίστηκε ότι εκάστη εξ αυτών θα παραμένει εν ισχύ μέχρι την ολοκληρωτική διάθεση του προϊόντος της παρέμβασης που εισήλθε στους αποθηκευτικούς χώρους, οπότε (με την ολοκληρωτική διάθεση) θα λύεται η σύμβαση (άρθρο 1 στοιχ. δ' των συμβάσεων).

Η αμοιβή της εκκαλούσας και φορέα της παρέμβασης για την συντήρηση και φύλαξη του ρυζιού υπολογίζεται "για κάθε μήνα ανά τόνο προϊόντος που εισκομίστηκε και αποθηκεύτηκε" (άρθρο 8 των συμβάσεων, όπως το ύψος του ποσού αναπροσαρμόστηκε με πρόσθετες πράξεις). Οι δαπάνες αποθήκευσης αφορούσαν δαπάνες αποθήκευσης, συντήρησης, ανακύκλωσης, διαχείρισης κλπ (άρθρο 8 των συμβάσεων).

Στο άρθρο 3 παρ. 3 των συμβάσεων ορίστηκε ότι "Μετά το τέλος της παρέμβασης και υπό την προϋπόθεση της εκκένωσης των κέντρων παρέμβασης από το ρύζι, ο φορέας ανακτά κάθε δικαίωμα ελεύθερης χρήσης των αποθηκών, εκτός αν η ΓΕ.ΔΙΔΑΓΕΠ ζητήσει την συνέχιση της χρήσης των αποθηκών". Η συμβατική αυτή πρόβλεψη, με την οποία εισάγεται περιορισμός στην χρήση των χώρων όπου εισήχθη παρεμβατικό προϊόν μέχρι και το τέλος της παρέμβασης, αποτελεί επανάληψη της ρύθμισης που περιέχεται στις ….4/26-2-98 και ….2/12-3-99 Κ.Υ.Α.

που διέπουν κατά περίπτωση την παρέμβαση (άρθρα 7 αριθ. 12 εδ. γ' των Κ.Υ.Α.). Στις συμβάσεις δεν προβλέφθηκε εάν η εκκαλούσα δικαιούται αμοιβή για το χρονικό διάστημα που οι κυψέλες στις οποίες είχε εισκομισθεί παρεμβατικό προϊόν παραμένουν κενές και δεν έχει λήξει η παρέμβαση, ήτοι παραμένει ακόμα ποσότητα προϊόντος παρέμβασης στο κέντρο φύλαξης και συντήρησης σε άλλες κυψέλες ή άλλη κυψέλη, οπότε η εκκαλούσα δεν δύναται - με βάση το ανωτέρω άρθρο 3 παρ. 3 των συμβάσεων - να προβεί σε ελεύθερη χρήση των κενών κυψελών με την εισκόμιση μη παρεμβατικού προϊόντος τρίτων (ύπαρξη συμβατικού κενού).

Από τις σχετικές συμβάσεις ερμηνευόμενες κατά την αληθινή βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συνάγεται ότι η αμοιβή της εκκαλούσας φορέα της παρέμβασης καθορίστηκε αποκλειστικά με βάση τον τόνο του παρεμβατικού προϊόντος που εισκομίσθηκε και αποθηκεύτηκε ανά μήνα στις εγκαταστάσεις της και ως εκ τούτου δεν δικαιούται αμοιβής ή ανταλλάγματος για τις κυψέλες που παρέμειναν υποχρεωτικά κενές μέχρι το πέρας της παρέμβασης.

Οι σχετικές συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα συμβάσεων έργου που αποσκοπούν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος και συγκεκριμένα στην ολοκλήρωση της παρέμβασης για το προϊόν του ρυζιού. Η διάρκεια των συμβάσεων εξαρτάται από τον χρόνο που θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωση του έργου στο σύνολο του και συναρτάται με το προϊόν της παρέμβασης που θα εισέλθει στους χώρους του φορέα της παρέμβασης (εκκαλούσας).

Η πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 3 των συμβάσεων για ανάκτηση της ελεύθερης χρήσης των αποθηκών μετά την εκκένωση των κέντρων παρέμβασης και εφόσον δεν ζητηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο της εκκαλούσας και κύριο του έργου (Ελληνικό Δημόσιο - Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) η συνέχιση της χρήσης των αποθηκών αφορά σε δικαίωμα του πρώτου (Ελληνικού Δημοσίου - Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) για μονομερή επέκταση του συμβατικού αντικειμένου (εισκόμιση, αποθήκευση κλπ προϊόντος σε ήδη κενωθείσες κυψέλες), δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την εκκένωση των κέντρων παρέμβασης.

Ο καθορισμός της αμοιβής "υπολογίζεται για κάθε μήνα ανά τόνο προϊόντος που εισκομίστηκε και αποθηκεύτηκε με τους όρους αυτής της σύμβασης", πλέον δαπανών εισόδου στις αποθήκες που μνημονεύονται λεπτομερώς στις συμβάσεις (άρθρο 8).

Συνεπώς ο καθορισμός της αμοιβής σε συνάρτηση με το εισκομισθέν παρεμβατικό προϊόν και μόνο προκύπτει από τον τρόπο που είναι δομημένος ο συμβατικός δεσμός μεταξύ των μερών. Ειδικότερα τα έξοδα (δαπάνες) εισόδου και εξόδου του προϊόντος στους και από τους χώρους της εκκαλούσας καθορίζονται ανά τόνο προϊόντος που εισκομίσθηκε και αποθηκεύτηκε, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την αμοιβή δαπανών αποθεματοποίησης, η οποία καθορίζεται ανά μήνα και ανά τόνο (άρθρο 8 των συμβάσεων).

Επίσης και η δυνατότητα σταδιακής αποδέσμευσης των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης συναρτάται με το προϊόν που η εκκαλούσα διαχειρίστηκε (άρθρο 4 των συμβάσεων), ενώ και η καταγγελία των συμβάσεων παρέχει δικαιώματα στην εκκαλούσα για τις αμοιβές και ης δαπάνες που αντιστοιχούν στη μέχρι την καταγγελία της σύμβασης ποσότητα του προϊόντος που βρίσκεται στη διαχείρισή της ως φορέας (άρθρο 12 των συμβάσεων) [βλ.

και την 494/18-7-2001 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που εκδόθηκε έπειτα από σχετική διαμαρτυρία της εκκαλούσας και γνωμοδότησε ότι η αμοιβή καθορίζεται σε συνάρτηση με το πράγματι διαχειρισθέν προϊόν και υπολογίζεται επί τη βάσει του χρόνου που το προϊόν παρέμεινε πράγματι στον αποθηκευτικό χώρο].

Η διαπίστωση ότι τα μέρη δεν επεδίωξαν αμοιβή (ή αντάλλαγμα) για κενωθείσες κυψέλες, αλλά συνάρτησαν την αμοιβή αποκλειστικά με το προϊόν που εισήλθε στους αποθηκευτικούς χώρους της εκκαλούσας, ενισχύεται από το γεγονός ότι προβλέφθηκε μεν στις συμβάσεις η υποχρέωση της εκκαλούσας να διατηρεί μία κυψέλη κενή ανά αποθηκευτικό συγκρότημα για την πραγματοποίηση τυχόν μετάγγισης (άρθρο 2 παρ. 4 εδ.

β' των συμβάσεων) πλην όμως δεν υφίσταται στις συμβάσεις πρόβλεψη αμοιβής ή ανταλλάγματος (έστω π.χ. ανά μονάδα δεσμευμένου χώρου/όγκου) για την δέσμευση αυτή, η οποία αποκλείει την χρήση της κυψέλης, δεσμεύοντας αυτή για τις ανάγκες του έργου της αποθεματοποίησης και μέχρι το πέρας αυτού, ήτοι μέχρι την πλήρη εκκένωση του κέντρου παρέμβασης.

Για τον λόγο αυτό δεν ευσταθεί το επιχείρημα της εκκαλούσας ότι εάν τα μέρη ήθελαν να μην καταβάλλεται αμοιβή για τις κενωθείσες κυψέλες θα υπολόγιζαν την αμοιβή όχι ανά μονάδα βάρους αλλά ανά μονάδα δεσμευμένου χώρου/όγκου. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή κατά την κύρια εκ των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

βάση της, δεδομένου ότι κατά τις σχετικές συμβάσεις ερμηνευόμενες κατά την αληθινή βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η εκκαλούσα φορέας της παρέμβασης δεν δικαιούται αμοιβής ή ανταλλάγματος για τις κυψέλες που παρέμειναν κενές μέχρι το πέρας της παρέμβασης αλλά η αμοιβή που δικαιούται υπολογίζεται σε συνάρτηση με την ποσότητα του προϊόντος παρέμβασης που εισήλθε στους χώρους αποθήκευσης που η ίδια διατηρεί και για όσο χρόνο παρέμεινε στους εν λόγω χώρους.

Περαιτέρω απορριπτέα κατ' ουσίαν τυγχάνει και η επικουρική εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής. Πρωτίστως, λαμβανομένου υπόψη ότι η επικουρική εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής προβάλλεται κατά το δικόγραφο υπό την αίρεση της μη συμβατικής κάλυψης της επίδικης περίπτωσης [αναφέρεται συγκεκριμένα στο αγωγικό δικόγραφο, σελ. 10, "Β' επικουρικώς.

Αν ήθελε θεωρηθεί ότι εκάστη κυψέλη εξέρχεται των συμβατικών ρυθμίσεων με την κένωσή της, τότε έχουμε... "], δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης, εφόσον κρίθηκε ότι οι κυψέλες που κενώθηκαν δεν εξέρχονται των συμβατικών ρυθμίσεων (αλλά αντίθετα κρίθηκε ότι η εκκαλούσα δεν δικαιούται αμοιβής γι' αυτές με βάση τις συμβάσεις όπως ερμηνεύτηκαν).

Επιπροσθέτως κατά τα προεκτεθέντα η μη καταβολή αμοιβής ή ανταλλάγματος για τις κενωθείσες κυψέλες ενώ η παρέμβαση δεν έχει περαιωθεί, καθόσον υφίσταται εντός των αποθηκευτικών χώρων παρεμβατικό προϊόν, δεν συνιστά παράνομη, καταχρηστική συμπεριφορά ή συμπεριφορά που συνιστά εκμετάλλευση υπερέχουσας και δεσπόζουσας θέσης, αλλά συναρτάται με τον συμβατικό τρόπο καθορισμού της αμοιβής της εκκαλούσας (ανά τόνο εισερχόμενου προϊόντος και ανά μήνα παραμονής) και δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από την συμβατική σχέση και την λειτουργία των συμβάσεων.

Η εκκαλούσα γνώριζε πριν την κατάρτιση των συμβάσεων το νομοθετικό καθεστώς που τις διέπει και συγκεκριμένα τις …..4/26- 2-98 και ….2/12-3-99 Κ.Υ.Α. στις οποίες προβλεπόταν η αδυναμία χρήσης κυψελών που εκκενώθηκαν πριν την ολοκλήρωση της παρέμβασης (άρθρο 7 αριθ. 12) των εδ. γ' των Κ.Υ.Α.). Η συμβατική πρόβλεψη, με την οποία εισάγεται περιορισμός στην χρήση των χώρων όπου εισήχθη παρεμβατικό προϊόν μέχρι και το τέλος της παρέμβασης (άρθρο 3 παρ. 3 των συμβάσεων), αποτελεί επανάληψη της ρύθμισης που περιέχεται στις εν λόγω ...4/26-2-98 και ...2/12-3-99 Κ.Υ.Α.

που διέπουν κατά περίπτωση την παρέμβαση. Σημειωτέον ότι η εκκαλούσα συνομολόγησε και αποδέχθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρο 3 παρ. 3 των συμβάσεων την συνέχιση της χρήσης των κυψελών του αποθηκευτικού χώρου του …… (βλ. την συναφθείσα μεταξύ των μερών - εκκαλούσας και Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. - από 3-6-2003 πρόσθετη πράξη στις από 22-5-98 και 23-7-98 συμβάσεις)".

Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού διαπίστωσε ότι υπάρχει συμβατικό κενό στο άρθρο 3 παρ. 3 των αναφερομένων σ' αυτήν ενδίκων συμβάσεων έργου, αναφορικά με το αν συμφωνήθηκε ή όχι πρόβλεψη αμοιβής της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι κυψέλες στις οποίες είχε εισκομισθεί παρεμβατικό προϊόν έχουν κενωθεί και παραμένουν κενές μέχρι τη λήξη της παρέμβασης, προσέφυγε με τη ρητή επίκλησή τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ και, περαιτέρω, προέβη στην ερμηνεία του σχετικού συμβατικού όρου, μέσω της οποίας κατέληξε στην διαπίστωση ότι, κατά την αληθινή βούληση των μερών, η αμοιβή αυτής (αναιρεσείουσας) καθορίσθηκε, αποκλειστικά, με βάση τον τόνο του παρεμβατικού προϊόντος που εισκομίσθηκε και αποθηκεύθηκε ανά μήνα στις εγκαταστάσεις της και ότι, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται αμοιβής ή ανταλλάγματος για τις κυψέλες, που κενώθηκαν από το εισκομισθέν προϊόν και παρέμειναν υποχρεωτικά κενές μέχρι το πέρας της παρέμβασης.

Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των ανωτέρω άρθρων του Αστικού Κώδικα, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, ερμήνευσε τον επίμαχο συμβατικό όρο και κάλυψε το διαπιστωθέν κενό, κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβάνοντας υπόψη του τον χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων έργου, ιδίως την φύση του συγκεκριμένου όρου τους, που ερμήνευσε, τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής της ήδη αναιρεσείουσας, εργολάβου, που είχε συμφωνηθεί για την εκτέλεση του όλου έργου (ήτοι αμοιβή, αποκλειστικά, με βάση τον τόνο του εισκομισθέντος και αποθηκευθέντος ανά μήνα στις εγκαταστάσεις της παρεμβατικού προϊόντος), καθώς και το σκοπό στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη (έργο δημόσιας αποθεματοποίησης αναποφλοίωτου ρυζιού, στο πλαίσιο αγοραστικής Κοινοτικής παρέμβασης), σταθμίζοντας, ορθώς, τα δικαιολογημένα συμφέροντά τους.

Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερμηνευτική κάλυψη του προαναφερθέντος συμβατικού κενού κατά την αληθινή βούληση των μερών.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση, από το Εφετείο, με κακή εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 173, 200 του ΑΚ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτέος, επίσης, κρίνεται και ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά μεν το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες και στερείται νόμιμης βάσης, ως αβάσιμος.

Κατά δε το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, επιχειρούσα να θεμελιώσει την από την ίδια διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα συμβαλλόμενα μέρη οδηγήθηκαν στην παραπάνω συμφωνία, με αντιφατικές, κατά την εκδοχή της (αναιρεσείουσας) ρυθμίσεις, και ότι "νοηματοδότησε", εσφαλμένως και με λανθασμένα επιχειρήματα τον θεμελιώδη όρο "παρέμβαση" των ενδίκων συμβάσεων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις συνάπτονται με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα με τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου για την αιτιολόγηση του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση, καθώς (συνάπτονται) και με την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, o ν. 992/1979 "Περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογήν της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών θεμάτων", με το άρθρο 23 παρ. 1 αυτού είχε συστήσει στο Υπουργείο Γεωργίας υπηρεσία υπό τον τίτλο "Υπηρεσία Διαχειρίσεως Αγορών Γεωργικών Προϊόντων" (Υ.Δ.Α.ΓΕ.Π.), με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή της πολιτικής επί των παρεμβάσεων στις αγορές στην Ελλάδα κοινοτικών γεωργικών προϊόντων.

Η Υπηρεσία αυτή μετονομάστηκε, κατόπιν μεταβολών του Οργανισμού του Υπουργείου Γεωργίας με τα προεδρικά διατάγματα 402/1988 και 385/1994, αρχικά σε "Διεύθυνση Διαχείρισης Αγορών Γεωργικών Προϊόντων" (ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.), συγκροτηθείσα και από το Τμήμα Αγοραστικής Παρέμβασης με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, τη σύναψη συμβάσεων ανάθεσης έργου στους φορείς παρέμβασης και καλής εκτέλεσης των όρων των συμβάσεων (άρθρο 19 παρ. 1 περίπτ.

ε υποπερίπτ. ηη π.δ. 402/1988), και τελικά σε "Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Αγορών Γεωργικών Προϊόντων" (ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.), συγκροτηθείσα, και αυτή, από το Τμήμα Εξόδων Παρεμβάσεων (άρθρα 2 περίπτ. γ και 5 παρ. 1 περίπτ. γ π.δ. 385/1994) με αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων, τη σύναψη συμβάσεων με τους φορείς παρέμβασης, την παρακολούθηση των αποθεμάτων, την διαπίστωση και βεβαίωση ελλειμμάτων ή πλεονασμάτων και τον καταλογισμό κατά περίπτωση καθώς και την ρύθμιση κάθε άλλου θέματος αγοραστικής παρέμβασης (άρθρο 5 παρ. 2 περίπτ.

γ υποπερίπτ. στστ, ζζ και θθ π.δ. 385/1994). Επακολούθησε ο ν. 2637/1998, με τον οποίο συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας (άρθρο 13 παρ. 1), το οποίο, στη συνέχεια, με το άρθρο 4 ν. 2732/1999, μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Έργο δε του Οργανισμού αυτού ορίστηκε, μεταξύ άλλων, η άσκηση από μέρους του, ως εντολοδόχου του Ελληνικού Δημοσίου, των αρμοδιοτήτων της αγοράς και εκποίησης προϊόντων της αγοραστικής παρέμβασης, και ιδία της διενέργειας των διαγωνισμών, της σύναψης των σχετικών συμβάσεων, της εκκαθάρισης των ποσών για είσπραξη ή επιστροφή διαφορών, της παρακολούθησης των αποθεμάτων, της διαπίστωσης και βεβαίωσης ελλειμμάτων ή πλεονασμάτων και της εισήγησης στα αρμόδια όργανα για τον καταλογισμό κατά περίπτωση (άρθρο 14 παρ. 2 στοιχ.

ζ του ως άνω ν. 2637/1998, όπως αντικαταστάθηκε εντέλει με άρθρο 24 παρ. 2 ν. 2945/2001). Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 29 ν. 2637/1998 ορίζονται τα εξής: "Μετά την έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) καταργούνται η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Αγορών Γεωργικών Προϊόντων (ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.) του Υπουργείου Γεωργίας, καθώς και οι οργανικές της μονάδες που ασκούν τις αντίστοιχες αρμοδιότητες.

Η κατάργηση αυτή, που μπορεί να γίνει και τμηματικά, ενεργείται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην οποία αναφέρονται οι καταργούμενες οργανικές μονάδες της ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π. και οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των μονάδων αυτών, που θα ασκούνται σύμφωνα με το νόμο αυτόν από τους Οργανισμούς της παρούσας παραγράφου (όπως τα ανωτέρω εδάφια αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 19 ν. 2732/1999 και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 24 παρ. 18 ν. 2945/2001).

Από την δημοσίευση της παραπάνω πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δικαιώματα, προνόμια και υποχρεώσεις που ασκούσαν υπέρ του Δημοσίου ή είχαν αναλάβει κατά του Δημοσίου οι καταργούμενες οργανικές μονάδες της ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π. περιέρχονται αυτοδικαίως στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως καθολικό διάδοχο αυτών, χωρίς άλλη διατύπωση.

Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από το Δημόσιο. Ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. αναλαμβάνει τα αποθέματα της κοινοτικής παρέμβασης με διαπιστωτική πράξη παράδοσης του Υπουργού Γεωργίας......." (όπως τα τελευταία αυτά εδάφια προστέθηκαν με το άρθρο 24 παρ. 19 του ν. 2945/2001). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 20 του άρθρου 24 του ως άνω ν. 2945/2001, "οι ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συμβάσεις, οι εγγυητικές επιστολές, καθώς και κάθε πράξη ή απόφαση που έχει εκδοθεί από τη ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.

ή αναφέρεται σ' αυτή, θεωρούνται ότι συνάφθηκαν ή συστήθηκαν ή εκδόθηκαν από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και εξακολουθούν να ισχύουν με τους ίδιους όρους". Τέλος, με το άρθρο 1 της 4167697/23-11-2001 κοινής απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Γεωργίας, και αφού ελήφθη υπόψη, κατά τα αναφερόμενα στο προοίμιο αυτής, η 371380/2001 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί κατάργησης της ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.

καθώς και το γεγονός ότι μέχρι της κατάργησής της η ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π. ασκούσε στο σύνολο του το έργο της Αγοραστικής Παρέμβασης, ανατέθηκε από τις 4-12-2001 (χρόνο δημοσίευσης της απόφασης στο Φ.Ε.Κ. και έναρξης ισχύος αυτής κατά το άρθρο 4 της ίδιας - Φ.Ε.Κ. Β' 1608/4-12-2001) στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., ως εντολοδόχο του Ελληνικού Δημοσίου, το εν λόγω έργο της αγοραστικής παρέμβασης και των εξ αυτού μέτρων ή δράσεων (δημόσια και ιδιωτική αποθεματοποίηση, δωρεάν διανομή προϊόντων) και ορίστηκε ο συγκεκριμένος Οργανισμός ως αρμόδιος για την άσκηση των αρμοδιοτήτων πραγματοποίησης του έργου αυτού (όπως το ανωτέρω άρθρο 1 τροποποιήθηκε με την κοινή απόφαση 301854/2005 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Β' 1332/21-9-2005).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την έναρξη λειτουργίας του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. καταργήθηκε η ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π. (πρώην ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.), από δε την κατάργηση των οργανικών μονάδων της Γενικής αυτής Διεύθυνσης, δικαιώματα, προνόμια και υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Δημόσια αυτή Υπηρεσία υπέρ ή κατά του Δημοσίου, περιήλθαν αυτοδικαίως στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

ως καθολικό διάδοχό της. Επομένως, τα ζητήματα που αφορούν το έργο της Αγοραστικής Παρέμβασης (Δημόσια Αποθεματοποίηση) ανάγονται στην άσκηση αρμοδιοτήτων, που, κατά τ' ανωτέρω, από τις 04-12- 2001 έχουν περιέλθει στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και, συνακόλουθα, στις σχετικές με το έργο αυτό δίκες, οι οποίες διεξάγονται μετά την εν λόγω καθολική διαδοχή και αφορούν αξιώσεις φορέων παρέμβασης από συμβάσεις που είχαν συναφθεί με το Υπουργείο Γεωργίας (ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.

ή ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.), νομιμοποιείται παθητικά, από του χρονικού αυτού σημείου, αποκλειστικά ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και όχι και (ή μόνο) το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, με το να απορρίψει το Εφετείο την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη (από 27-04-2009) αγωγή της ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του, διότι αυτή ασκήθηκε και η επ' αυτής δίκη άρχισε μετά τις 04-12-2001, αφότου δηλαδή, κατά τα παραπάνω, περιήλθαν, αυτοδικαίως, στο δεύτερο ήδη αναιρεσίβλητο, εναγόμενο ΝΠΙΔ (ΟΠΕΚΕΠΕ), ως καθολικό διάδοχο της ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π., όλα τα δικαιώματα, προνόμια και υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η τελευταία υπέρ ή κατά του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και αυτές από τις ένδικες συμβάσεις και, συνεπώς, η σχετική δίκη δεν εκκρεμούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο (04-12-2001), ώστε να συνεχισθεί αυτή από το Δημόσιο, ως νομιμοποιούμενο διάδικο, δεν παραβίασε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς.

Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1214/2010, ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 85/2010, ΑΠ 463, 468/2007 ). Όταν, όμως, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο και δεν προκύπτει τούτο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1368/2010).

Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα της παραβίασης, από το Εφετείο, της παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν. 1649/1986, συνισταμένη στην εσφαλμένη απόρριψη, ως μη νομίμου, του αγωγικού αιτήματος περί τοκοφορίας της ένδικης αξιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας από τις 04-09-2003 (ημερομηνίας όχλησης), άλλως από την κατάθεση (στις 29-03-2005) της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με αριθμό 74/05 (προγενέστερης της ένδικης) αγωγής της, άλλως από την επίδοση αυτής, η οποία εν τέλει απορρίφθηκε, ελλείψει δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, με την 72/2009 απόφαση του ΣτΕ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, ν' ανατρέψει, κατά τούτο, την προσβαλλομένη απόφαση, αφού, η ένδικη αγωγή της απορρίφθηκε, με αυτή, στο σύνολό της και δη ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, για έλλειψη παθητικής του νομιμοποιήσεως και ως προς το δεύτερο ΝΠΙΔ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ όλοι οι αναιρετικοί λόγοι, που την πλήττουν, κρίθηκαν, ως άνω, απορριπτέοι.

V. Συνακόλουθα, αφού δεν υπάρχει, προς εξέταση, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί και, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), με τη σημείωση ότι τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου θα επιβληθούν μειωμένα, κατ' άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06/12/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2281/2016, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα: α) του πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και, β) του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ