Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural defects and lack of standing for certain appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding four of the five appellants and dismissed the appeal against the third respondent. The appellants argued that the lower court awarded excessive compensation for moral damages, but the court found their claims based on a false premise since the primary appellant was not injured in the accident. Consequently, the court ruled that the appeal lacked valid grounds for the specific parties involved and ordered the appellants to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 672 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed by parties lacking standing or if the grounds rely on erroneous facts not supported by the challenged decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1307/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Σ., 2) Λ. Σ. του Ι., 3) Ο. Σ. του Γ., κατοίκων ..., 4) Σ. Δ. του Α. και 5) Γ. Μ. του Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 4η και 5η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καρκάλη, η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2012 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 22-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 31-12-2012 αγωγή του Α. Α. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 27-9-2012 (αρ. εκθ. καταθ. .../2013) και 28-3-2013 (αρ. εκθ. καταθ. .../2013) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5767/ 2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ.
και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 182/2016, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 1361/2013).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αυτή προσδιορίστηκε προς συζήτηση ενώπιον του Δ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17.3.2017).
Κατ' αυτήν, παρέστησαν οι μεν πρώτος, δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων, Γ. Σ., Λ. Σ. και Ο. Σ., αντίστοιχα, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Οικονόμου, οι δε πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ. και ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....", αντίστοιχα, εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους Παύλο Καρκάλη και Ιωάννη Δαρούδη, αντίστοιχα.
Δεν εμφανίστηκαν όμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου οι τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων Σ. Δ. και Γ. Μ., αντίστοιχα, καθώς επίσης και η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....".
Εξ άλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιο διάδικο μέρος επισπεύδει την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και αν έχουν κλητευθεί οι παραπάνω αναφερόμενοι διάδικοι, ούτε τέλος γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί των ανωτέρω στα έγγραφα σημειώματα - προτάσεις των παρισταμένων διαδίκων.
Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην μείζονα σκέψη και δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως ως προς τις τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους, το Δικαστήριο πρέπει να χωρήσει στην συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.
Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Κατά τις διατάξεις δε των §1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την §2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§3).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλομένης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 330/2017, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 675/2013). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ακόλουθα: "Στις 11-9-2011 και ώρα 3:45 π.μ., ο Γ. Κ., οδηγούσε στην οδό ..., με κατεύθυνση από την οδό Παπανδρέου προς την οδό Κρήτης, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου AURIS, 1.398 c.c., με 1η ημερομηνία κυκλοφορίας του την 27-6-2007, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...". Συνεπιβάτης στο όχημα αυτό, ο οποίος καθόταν στο πίσω από τη θέση του συνοδηγού κάθισμα, ήταν ο Α.
Α.. Οι ανωτέρω, μαζί με δύο ακόμη φίλους τους που είχαν αποβιβασθεί λίγο νωρίτερα από το όχημα, επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη από τις Σέρρες, όπου είχαν παρευρεθεί στη γαμήλια τελετή ενός φίλου τους και είχαν την πρόθεση να κατευθυνθούν στον αριθμό … της οδού ..., όπου βρισκόταν η οικία του συνεπιβάτη. Για να το πραγματοποιήσουν αυτό, έπρεπε να διασχίσουν με το προαναφερόμενο όχημα κάθετα την οδό Βασιλίσσης Όλγας, από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση των κινούμενων σε αυτήν οχημάτων.
Κατά το χρόνο αυτό, ο θανών συγγενής των εναγόντων (γιος του 1ου και της 2ης, αδελφός του 3ου και εγγονός της 4ης και της 5ης) -εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγομένων (των τριών πρώτων εξ αυτών) και ήδη εκκαλούντων, Σ. Σ., οδηγούσε, με συνεπιβάτη τον Κ. Κ., επί της μονής κατευθύνσεως οδού Βασιλίσσης Όλγας, κινούμενος στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, τη με αριθμό κυκλοφορίας ..., δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI, τύπου GSX, κυλινδρισμού 999 κ.ε. (η οποία έχει τελική ταχύτητα 290 χ/ω και μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα 230 χ/ω σε απόσταση 400 μέτρων - βλ.
την τεχνική έκθεση του Χ. Α.), που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...". Η οδός Βασιλίσσης Όλγας είναι κεντρική οδός στην πόλη της Θεσσαλονίκης, μονής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρα και 4 λωρίδες κυκλοφορίας, από τις οποίες η πρώτη από δεξιά λωρίδα προορίζεται για την κίνηση των αστικών λεωφορείων, κατά τον άνω δε χρόνο καταλαμβανόταν από δύο σταθμευμένα οχήματα πριν τη διασταύρωσή της με την οδό ... (και πριν τις διαβάσεις πεζών), καθώς και με άλλα τρία σταθμευμένα οχήματα μετά τη διασταύρωση (βλ.
το σχεδιάγραμμα της τροχαίας), και στα άκρα της υφίσταται πεζοδρόμιο πλάτους 4,3 μέτρων. Η οδός ... είναι επίσης μονής κατευθύνσεως οδός, με πλάτος οδοστρώματος, πριν την διασταύρωσή της με την οδό Β. Όλγας, 6 μέτρων (και κατόπιν το πλάτος της γίνεται 7,5 μέτρα), επί της οποίας, δεξιά σε σχέση την πορεία του ανωτέρω οχήματος (και πριν τη διασταύρωσή της με την οδό Β.
Όλγας) υπήρχαν, κατά τον ανωτέρω χρόνο, δύο σταθμευμένα οχήματα. Επίσης η οδός αυτή παρουσιάζει ομαλή ανωφέρεια σε σχέση με την πορεία του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Η κατάσταση των οδών ήταν ξηρά, ήταν νύκτα με τεχνητό φωτισμό επαρκή, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και ήταν καλοκαιρία. Το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χιλ/ώρα (κατοικημένη περιοχή) και όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η οδός Βασιλίσσης Όλγας είναι ευθεία σε μήκος άνω των 200 μέτρων σε σχέση με την προαναφερόμενη διασταύρωσή της με την οδό ....
Η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι ήταν κανονικά σε λειτουργία και όταν η ένδειξη είναι "πράσινο φως" στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας είναι "κόκκινο φως" στην οδό ... και αντίθετα όταν είναι "κόκκινο φως" επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας τότε είναι "πράσινο φως" επί της οδού ....
Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από το από 07.05.2012 έγγραφο του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αναφορικά με την λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών, αυτοί λειτουργούν ως εξής: 1) από το 89" έως το 61" πράσινο φως στην Βασιλίσσης Όλγας και κόκκινο φως στην οδό ..., 2) από το 61" έως το 64" κίτρινο φως στην οδό Βασιλίσσης Όλγας και κόκκινο φως στην οδό ..., 3) από το 64" έως το 65" κόκκινο φως και στις δύο οδούς, 4) από το 65" έως το 85" πράσινο φως στην οδό ...
και κόκκινο φως στην οδό Βασιλίσσης Όλγας, 5) από το 85" έως το 88" κίτρινο φως στην οδό ... και κόκκινο φως στην οδό Βασιλίσσης Όλγας και 6) από το 88" έως το 89" κόκκινο φως και στις δύο οδούς. Επομένως εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι υφίσταται χρόνος 3" και επιπλέον χρόνος 1" και συνολικά 4" κατά τον οποίον ο σηματοδότης στην οδό Βασιλίσσης Όλγας δείχνει "κόκκινο φως" (και αντίστοιχα ο σηματοδότης στην οδό ...
δείχνει κατά τα 3" "κίτρινο φως" και κατά το 1" "κόκκινο φως"), εντός του οποίου οφείλουν να διασχίσουν την πλάτους 14 μέτρων οδό Βασιλίσσης Όλγας τα κινούμενα στην οδό ... οχήματα που κατευθύνονται από την οδό Γ. Παπανδρέου προς την οδό Κρήτης. Όταν το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο έφθασε στην τρίτη από τα αριστερά (δεύτερη από τα δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Βασιλίσσης Όλγας (σε σχέση με τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα), έχοντας διανύσει τα 9 από τα 14 μέτρα της οδού αυτής και ενώ υπολείπονταν 5 ακόμη μέτρα για να εξέλθει εξ αυτής, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν.
Συγκεκριμένα το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας επέπεσε με μεγάλη σφοδρότητα (τέτοια ήταν η σφοδρότητα της πρόσκρουσης ώστε το εμπρόσθιο τμήμα της - η κοινώς ονομαζόμενη "ΜΑΝΑ" - αποκολλήθηκε στα σημεία της άρθρωσης - βλ. την από 12.9.2011 έκθεση του διορισθέντος από την Εισαγγελία πραγματογνώμονα Ν.
Κ.) στο οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Στα βλαβέντα μέρη του οχήματος αυτού και συγκεκριμένα στην πίσω δεξιά πόρτα μαζί με τον μασπιέ της, το τζάμι της πίσω δεξιάς πόρτας, το πίσω δεξί φτερό, το τμήμα του ουρανού που βρίσκεται πάνω από την πίσω δεξιά πόρτα (ακριβώς δηλαδή στο σημείο που καθόταν ο συνεπιβάτης) βρέθηκαν σφηνωμένα, σπασμένα τμήματα εξαρτημάτων όμοια με τα σπασμένα και αποκολλημένα εξαρτήματα (το εμπρόσθιο φτερό, εμπρόσθιο πιρούνι, τιμόνι [στρέβλωσε το αριστερό τμήμα του], ζάντα, εμπρόσθια δισκόπλακα, ρεζερβουάρ, όργανα των διαφόρων ενδείξεων, εμπρόσθια μάσκα, εμπρόσθια φανάρια, διάφορα πλαστικά κ.λπ.) της δίκυκλης μοτοσικλέτας (βλ.
την συνταχθείσα για το όχημα από 12.9.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιδίου ως άνω πραγματογνώμονα). Κατά τη σύγκρουσή τους τα δύο οχήματα σχημάτιζαν μεταξύ τους γωνία 90° μοιρών ή σχεδόν 90° μοιρών και από τους αερόσακους που έφερε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο άνοιξε ο δεξιός της οροφής (κουρτίνα). Ακολούθως το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, αφού περιστράφηκε περί τον άξονά του, προσέκρουσε με το οπίσθιο τμήμα του σε μεταλλικό κολωνάκι που βρισκόταν στο αριστερό άκρο της οδού ... σε σχέση με την πορεία του μετά την διασταύρωση (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Π2) και στη συνέχεια με το οπίσθιο επίσης τμήμα του προσέκρουσε στο σταθμευμένο επί της οδού ..., μετά τη διασταύρωση, με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Γ), το οποίο μετακίνησε το έμπροσθέν του σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Δ) και αυτό με τη σειρά του το έμπροσθεν αυτού σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη Ε) και τελικά ακινητοποιήθηκε επί της οδού ... (σε απόσταση 6,9 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως), στο μετά τη διασταύρωση τμήμα της, με μέτωπο προς την οδό Βασιλίσσης Όλγας (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη ΤΑ).
Η δίκυκλη μοτοσικλέτα, ο οδηγός της οποίας πριν την πρόσκρουση με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τροχοπέδησε αυτήν σε απόσταση μήκους 12,5 μέτρων, μετά την πρόσκρουσή της στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, αφού σύρθηκε στο οδόστρωμα (βρέθηκαν χαρακιές 0,40 μέτρων) εκτράπηκε της πορείας της προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο σταθμευμένο στη δεξιά πλευρά της οδού Βασιλίσσης Όλγας με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας με την ένδειξη ΣΤ) και σταμάτησε τελικά μπροστά από το όχημα αυτό (σε απόσταση 7 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως), ενώ ο οδηγός αυτής, Σ. Σ. και ο συνοδηγός Κ. Κ. έπεσαν στο δεξιά ευρισκόμενο σε σχέση με την πορεία τους πεζοδρόμιο της οδού Βασιλίσσης Όλγας (σημειώνεται η θέση τους στο πεζοδρόμιο στην έκθεση αυτοψίας με τις ενδείξεις ΤΑ και ΤΚ, αντίστοιχα).
Οι τελευταίοι υπέστησαν, ο μεν πρώτος "θανατηφόρες κακώσεις κρανίου-ρήξη θωρακικής αορτής", ο δε δεύτερος "πολλαπλά θανατηφόρα τραύματα (του πνευμονικού παρεγχύματος και του σπλήνα), αιμοθώρακα, αιμοπεριτόναιο", από τα οποία, ως μοναδικής ενεργούς αιτίας, προήλθε ο θάνατός τους. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η παραπάνω σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Σ.
Σ., ο οποίος με κατά πολύ αυξημένη για τις εν λόγω περιστάσεις ταχύτητα, που εκτιμάται, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, ότι ανερχόταν σε 120 χιλ/ώρα τουλάχιστον, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους μέθης (σημειωτέον ότι για το είδος του οχήματος που οδηγούσε ο εν λόγω οδηγός το όριο είναι αυτό των 0,20 γρ/λίτρο αίματος), δεδομένου ότι στο αίμα του ανιχνεύθηκε αλκοόλη σε ποσοστό 1,43 γρ/λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 1,21 γρ./λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη (σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους με αριθμ.
πρωτ. …/24.10.2011 και …/15.02.2012 εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που υπογράφει η υπεύθυνη αναλύσεων, … Λ. Κ.) παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του και εισήλθε στη διασταύρωση με "κόκκινο φως".
Τόσο ο συνοδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Α. Α., στην από 16.02.2012 ένορκη εξέτασή του, όσο και ο οδηγός αυτού, Γ. Κ., αναφέρουν ότι ο σηματοδότης στην οδό ... έδειχνε "πράσινο φως" όταν εισήλθαν στην διασταύρωση, ενώ σε μετέπειτα χρόνο ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, δήλωσε στον Υπαστυνόμο Β' Κ. Α. και στον Υπαρχιφύλακα Β.
Τ., ότι την στιγμή που περνούσε την διασταύρωση ο σηματοδότης από πράσινος έγινε πορτοκαλί ("ακριβώς κάτω από το φανάρι, δηλαδή, αντιλήφθηκε το πορτοκαλί στην τελευταία οπτική επαφή που είχε με αυτό", όπως αναφέρει ο ίδιος στο ακροατήριο του 5μελούς Αεροδικείου). Τα ίδια δήλωσε αυτός και ενώπιον του Πενταμελούς Αεροδικείου Θεσσαλονίκης, στη συνεδρίαση της 17.10.2013, το οποίο, δεχόμενο συγκλίνουσα υπαιτιότητά του, κατά πλειοψηφία (με ψήφους 3-2), με την υπ' αριθμ. 22/2013 απόφασή του, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια μη οικείου κατά συρροή (αμφοτέρων των επιβατών της μοτοσικλέτας), η απόφαση δε αυτή εκτιμάται ελεύθερα στην προκειμένη πολιτική δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς, βεβαίως, να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο...
Σύμφωνα με όσα δέχεται ως αποδειχθέντα το παρόν δικαστήριο, το οδηγούμενο από τον Κ. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο εισήλθε στη διασταύρωση τη στιγμή που ο σηματοδότης της πορείας του άλλαξε από "πράσινο φως" σε "κίτρινο φως", είχε στη διάθεσή του, κατά τα προαναφερθέντα, 4" (3" που διαρκεί το κίτρινο φως + 1" του νεκρού χρόνου), προκειμένου να διανύσει κάθετα τα 14 μέτρα της οδού Βασιλίσσης Όλγας.
Εφόσον αυτό κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 35 περίπου χιλ/ώρα, όπως κατέθεσε και ο οδηγός και ο συνεπιβάτης, θα είχε διανύσει (35.000 μέτρα : 3.600) 9,72 μέτρα σε 1" και επομένως ολόκληρη τη Βασιλίσσης Όλγας (14 μέτρα) σε λιγότερο από 1,5". Ακόμη και αν η απόσταση γίνεται 18 μέτρα, καθόσον όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, ο φωτεινός σηματοδότης βρίσκεται στο πεζοδρόμιο, δηλαδή 4 μέτρα πιο μέσα (14 + 4 = 18 μέτρα) τότε και πάλι το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, από τη στιγμή που ο οδηγός του αντιλήφθηκε την εναλλαγή του σηματοδότη σε "πορτοκαλί φως", είχε στη διάθεσή του 2" για να ολοκληρώσει με ασφάλεια τη διέλευσή του από την Βασιλίσσης Όλγας. Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι ο οδηγός Κ. εισήλθε στη διασταύρωση τη στιγμή που η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του (οδού ...) άλλαζε από "κίτρινο φως" σε "πράσινο φως" (γεγονός που δεν προέκυψε από τα ανωτέρω στοιχεία) τότε και πάλι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για την ένδικη σύγκρουση, καθ' όσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδαφ.
γ' του Κ.Ο.Κ. όταν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη είναι "κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής" τότε ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει, όπως και προ του ερυθρού φωτός, εκτός αν βρίσκεται τόσο κοντά στον σηματοδότη, ώστε να μην μπορεί να κάνει αυτό με ασφάλεια. Έτσι και με δεδομένη την ανωτέρω ταχύτητά του, δεν ήταν δυνατή η ακινητοποίησή του πριν την είσοδό του στη διασταύρωση, αφού τυχόν προσπάθειά του για ακινητοποίηση, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντίδρασης ενός μέσου συνετού οδηγού, που είναι 1", θα είχε ως συνέπεια την ακινητοποίησή του εντός της Β.
Όλγας, γεγονός που ενείχε μεγαλύτερους κινδύνους σύγκρουσης με τα κινούμενα κάθετα σε σχέση με την πορεία του επί της Β. Όλγας οχήματα και στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι θα αποτρεπόταν η σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "....Ζ." ότι ο οδηγός Κ.
αντιλήφθηκε την εναλλαγή του σηματοδότη από "πορτοκαλί φως" σε "κόκκινο φως" από απόσταση 15-20 μέτρων πριν φθάσει στη διασταύρωση και επιτάχυνε την ταχύτητά του, καθόσον κάτι τέτοιο δεν αναφέρει ούτε και ο συνεπιβάτης του οχήματος Α., αλλά και ούτε και είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μεγαλύτερη ταχύτητα στην οδό ...
ενόψει της στενότητας της οδού αυτής, αλλά και των εκεί σταθμευμένων οχημάτων. Αντίθετα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας αποδείχθηκε ότι έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλ/ώρα (ο πραγματογνώμονας Χ. Α., προσδιορίζει στην τεχνική έκθεση που συνέταξε για λογαριασμό της εφεσίβλητου ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." την ταχύτητα του δικύκλου σε 140 χιλ/ώρα), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται τόσο από τον αυτόπτη μάρτυρα και παθόντα Α.
Α. στην από 16.02.2012 ένορκη εξέτασή του, όσο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού τέτοια ήταν η σφοδρότητα της συγκρούσεως, ώστε το δίκυκλο μετά από τροχοπέδηση 12,5 μέτρων, κατάφερε να περιστρέψει το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο γύρω από τον άξονά του, μολονότι το τελευταίο ήταν κατά πολύ βαρύτερο από το πρώτο και να προκαλέσει πλήρη παραμόρφωση και ολοσχερή καταστροφή αμφοτέρων των οχημάτων.
Αποδείχθηκε συγκεκριμένα ότι ο οδηγός αυτός, παρά το γεγονός ότι οδηγούσε εντός κατοικημένης περιοχής και πλησίαζε σε διασταύρωση και είχε ορατότητα του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του, που ήταν "κόκκινος", αλλά και της διασταύρωσης της οδού Βασιλίσσης Όλγας με την οδό ..., από αρκετά μεγάλη απόσταση, περίπου 70-80 περίπου μέτρων (βλ.
και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τ.), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αλλ' αντίθετα ανέπτυξε ταχύτητα άνω των 120 χ/μ, η οποία είναι κατά πολύ αυξημένη, ενόψει των προμνησθεισών κυκλοφοριακών συνθηκών και της οδήγησης εντός πόλης. Ο οδηγός αυτός, περαιτέρω, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του άλλαξε από "κόκκινο φως" σε "πράσινο φως" τη στιγμή που αυτός έφθασε στη διασταύρωση και το όχημα του Κ.
βρισκόταν στην τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της Βασιλίσσης Όλγας (έχοντας διανύσει την πρώτη και τη δεύτερη), όπως εσφαλμένα κατά το σημείο αυτό δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τότε και πάλι όφειλε να μην εισέλθει στη διασταύρωση πριν βεβαιωθεί ότι είχαν εξέλθει από αυτήν όλα τα οχήματα που κινούνταν από την προηγούμενη σηματοδότηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ.
β' εδ. β' του Κ.Ο.Κ. κατά την οποία "....ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατ' ευθείαν μπροστά, να παραχωρήσει προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση...". Κατ' ακολουθίαν αυτών, υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (άρθρο 330 παρ. 2 Α.Κ.) του θανόντος οδηγού Σ.
Σ., ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός δικύκλου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει....
Ειδικότερα, το πταίσμα του Σ. Σ., συνίσταται στο ότι αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 6 παρ. 1 περ. β', 19 παρ. 1 & 2, 20 παρ. 1, 26 και 42 του Κ.Ο.Κ. (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα), οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του υπό την επήρεια μέθης που επέδρασε καταλυτικά στην οδηγική του συμπεριφορά, και απέκλεισε πλήρως τόσο την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις επικρατούσες στην οδό συνθήκες, όσο και τη δυνατότητά του να ασκεί την απαραίτητη εποπτεία και τον έλεγχο της μηχανής του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί όλους τους ενδεδειγμένους χειρισμούς για να αντιδράσει αποτελεσματικά σε περίπτωση εμφάνισης τυχόν εμποδίων στο οδόστρωμα.
Ειδικότερα, ευρισκόμενος σε καθεστώς ευφορίας από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, που μείωσε σε ελάχιστο βαθμό τα αντανακλαστικά του και τον έκανε να χάσει την αίσθηση του κινδύνου στον οποίον έβαλε τόσο τον εαυτό του και τον συνεπιβάτη του, όσο και τους υπόλοιπους χρήστες της οδού, ανέπτυξε την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων, ήτοι τουλάχιστον διπλάσια του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, παρά το γεγονός ότι τη στιγμή που πλησίαζε στη διασταύρωση ο σηματοδότης στην πορεία του ήταν κόκκινος.
Το αποτέλεσμα της υπερβολικής αυτής ταχύτητας ήταν να μην έχει κανένα περιθώριο να ακινητοποιήσει τη μηχανή του προς αποφυγή της σύγκρουσης την ώρα που ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. ήδη διέσχιζε τη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (παρά το γεγονός ότι στο οδόστρωμα βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης 12,50 μέτρων, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας), αλλά ούτε και να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Εάν όμως αυτός ενεργούσε ως μέσος συνετός και νηφάλιος οδηγός και μείωνε την ταχύτητά του, έστω και στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, είναι βέβαιο είτε ότι θα προλάβαινε να σταματήσει τη μοτοσικλέτα του, είτε ότι θα έκανε αποτελεσματικό ελιγμό προς την αριστερή πλευρά του δρόμου και θα απέφευγε τη σύγκρουση, δεδομένου ότι από αριστερά δεν κινούνταν άλλο όχημα τη στιγμή εκείνη, λόγω της προχωρημένης ώρας (3:45 π.μ.) και ο ελεύθερος χώρος που είχε προς αυτήν ήταν περίπου 8-9 μέτρα.
Στοιχεία που να μπορούν να θεμελιώσουν (οποιασδήποτε μορφής και έκτασης) υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Γ. Κ. δεν προέκυψαν από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τροχαίο οδικό ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, καθόσον δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αντικανονική κίνηση του οδηγού του επερχόμενου δικύκλου.
Συγκεκριμένα, ο Γ. Κ. οδηγούσε το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, καθώς ο τελευταίος κινείτο κανονικά, με χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη κατά τον Κ.Ο.Κ. (σε συνδυασμό και με τις επικρατούσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στον τόπο του ατυχήματος, κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες), ταχύτητα των 30 έως 35 χλμ/ώρα, στο ρεύμα πορείας που ακολουθούσε, έχοντας στην πορεία του "πράσινο φως", το οποίο έγινε "πορτοκαλί" κατά τη στιγμή της διέλευσής του κάτω από αυτό.
Ο ανωτέρω οδηγός αναφέρει ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου την κίνηση της μοτοσικλέτας εντός της Βασιλίσσης Όλγας, η οποία όταν ξεκίνησε την διέλευσή της ήταν άδεια από τα δεξιά του, γεγονός που μαρτυρεί ότι έστρεψε το βλέμμα του προς τα δεξιά και έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της Βασιλίσσης Όλγας, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τις κρινόμενες εφέσεις τους.
Όταν αντιλήφθηκε, το επερχόμενο, δίκυκλο, (πριν από 1" ίσως, όπως αναφέρει ο ίδιος, ο οποίος συνεχίζει ότι άκουσε πρώτα τον θόρυβο της μηχανής και μετά τον κτύπησε) ήταν αντικειμενικά αδύνατο να ενεργήσει κάποιον άλλον επιτυχέστερο ελιγμό για να αποφύγει το ατύχημα, αφού η απόσταση που τους χώριζε ήταν μικρή και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα, ανεξάρτητα από το ότι αιφνιδιάσθηκε από την ως άνω απρόσμενη, επιπόλαιη και τόσο αντικανονική κίνηση του θανόντος οδηγού του δικύκλου.
Το γεγονός ότι και στο αίμα του οδηγού Κ. διαπιστώθηκε ύπαρξη αλκοόλης σε ποσοστό 0,96% κατά την πρώτη μέτρηση και 0,90% κατά την δεύτερη (βλ. τις από 29.09.2011 και 16.11.2011 εκθέσεις αίματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας) δεν τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη συνάφεια με την επίδικη σύγκρουση, η οποία θα επέρχονταν ανεξάρτητα από αυτό και οφείλεται στην κατά τ' ανωτέρω αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα της μοτοσικλέτας και την παραβίαση του φωτεινού σηματοδότη της πορείας της, που έδειχνε "κόκκινο φως".
Το ανωτέρω ποσοστό αλκοόλης αποδείχθηκε ότι δεν επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού Κ., ο οποίος οδήγησε κανονικά το όχημά του από τις Σέρρες έως τη Θεσσαλονίκη σε μία διαδρομή 90 χιλιομέτρων χωρίς κανένα πρόβλημα, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε τόσο από τον ίδιο τον Α., όσο και από τους άλλους δύο επιβαίνοντες στο όχημα......
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στο αίμα του οδηγού Γ. Κ. ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,96% κατά την πρώτη μέτρηση και 0,90% κατά την δεύτερη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Η πιο πάνω ποσότητα του οινοπνεύματος ήταν πάνω από το επιτρεπόμενο για την κατηγορία του οχήματός του όριο των 0,50 γρ./λίτρο αίματος, γεγονός το οποίο, παρέχει ισχυρό τεκμήριο....
περί του ότι ο ανωτέρω ελεγχόμενος οδηγός βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος (άρθρο 42 § 1 του Κ.Ο.Κ.), κατάσταση η οποία είχε ως συνέπεια τη μειωμένη ικανότητα για οδήγηση και αποτελούσε γενικώς πρόσφορη πράξη πρόκλησης ατυχήματος. Από την κρίση όμως αυτή είναι διαφορετικό θέμα η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαπιστωθείσας "μέθης" και του ατυχήματος.
Η παραδοχή της επιδράσεως δεν σημαίνει και παραδοχή της αιτιώδους συνάφειας... Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, η πιο πάνω κατανάλωση οινοπνεύματος δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, την ικανότητα του ως άνω οδηγού περί την οδήγηση τη συγκεκριμένη στιγμή της σύγκρουσης.
Τούτο δε διότι το ένδικο ατύχημα (και οι εξ αυτού επιζήμιες) συνέπειες συνέβη λόγω της παραβίασης των ενδείξεων του φωτεινού σηματοδότη εκ μέρους του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και της αυξημένης ταχύτητάς της, κατά τα προαναφερθέντα. Η ανωτέρω κατανάλωση ποσότητας αλκοόλης από τον οδηγό Κ., ηλικίας 31 ετών, τουλάχιστον 1,5-2 ώρες πριν το ατύχημα, δεν κατέστησε αυτόν "μεθυσμένο" και εντεύθεν ανίκανο να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αφού μια τέτοια επίδραση της μέθης θα φαινόταν, προφανώς, από την αρχή της οδήγησης και όχι μετά τη διαδρομή αρκετών χιλιομέτρων από τις Σέρρες μέχρι τη Θεσσαλονίκη που διάνυσε αυτός οδηγώντας το παραπάνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητό του. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ως άνω παθών συνεπιβάτης Α. Α. επιβιβαζόμενος στο αυτοκίνητο του οδηγού Γ. Κ. και δείχνοντας εμπιστοσύνη στην οδήγησή του, γνώριζε ότι ο τελευταίος, εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που κατανάλωσε, τελούσε σε κατάσταση μέθης και είχε μειωμένη την ικανότητα για οδήγηση, αφού οι ανωτέρω δεν βρίσκονταν στην ίδια παρέα στο γάμο συναδέλφου τους που παραβρέθηκαν στις Σέρρες, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι υπήρχαν ενδείξεις στη συμπεριφορά του Κ.
μετέπειτα, η συνδρομή των οποίων να καθιστούσε εμφανή τη μείωση της ικανότητάς του να οδηγεί (η "μέθη" του ανωτέρω οδηγού δεν ήταν σε τέτοιο μεγάλο βαθμό (0,9 g/L), που να ήταν άμεσα αντιληπτή από οποιονδήποτε - βλ. και την κατάθεση του αστυνομικού Α., ο οποίος αναφερόμενος στην κατάσταση του Κ. αμέσως μετά το ατύχημα, αναφέρει ότι αυτός ήταν μεν σοκαρισμένος, ωστόσο είχε αυτοέλεγχο και αυτοκυριαρχία και μπορούσε να συζητήσει μαζί του).
Εξ όλων αυτών κρίνεται ότι η μετάβαση του παθόντος Α. με τον ανωτέρω οδηγό δεν αποτελούσε ενέργεια έκθεσης αυτού σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης και, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούται η προς ίδιο κίνδυνο ενέργειά του, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού περί συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση της ζημίας του εξ ιδίας διακινδυνεύσεως...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους συναφείς με την υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και την συνυπαιτιότητα του συνεπιβάτη αυτού λόγους των εφέσεων των οικείων του θανασίμως τραυματισθέντος Σ.
Σ., οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και της ασφαλίζουσας αυτήν ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", κατά της πρωτόδικης 5767/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν.
ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999 και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός Σ. Σ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους μέθης, η οποία επέδρασε καταλυτικά στην οδηγική του συμπεριφορά και κινούμενος με αυτό επί της μονής κατευθύνσεως οδού Βασιλίσσης Όλγας, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 120 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή ταχύτητα υπερδιπλάσια του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ω, παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του και εισήλθε στην διασταύρωση της ως άνω οδού με την οδό ...
με "κόκκινο φως", με συνέπεια να συγκρουστεί με το οδηγούμενο από τον Γ. Κ. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο (προερχόμενο από την οδό ...) εκείνη την στιγμή είχε διασχίσει καθέτως τα 9 από τα 14 μέτρα του οδοστρώματος της οδού Β. Όλγας και βρισκόταν στην τρίτη από αριστερά (δεύτερη από δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας αυτής (σε σχέση με τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα) και ενώ υπολείπονταν 5 ακόμη μέτρα για να εξέλθει εξ αυτής.
Επίσης με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του προαναφερθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας άλλαξε από "κόκκινο φως" σε "πράσινο φως" την στιγμή που αυτός έφθασε στην διασταύρωση και το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο βρισκόταν στην τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της οδού Β.
Όλγας και πάλι αυτός όφειλε να μην εισέλθει στην διασταύρωση πριν βεβαιωθεί ότι είχαν εξέλθει από αυτήν όλα τα οχήματα που κινούνταν από την προηγούμενη σηματοδότηση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α' εδ. β' του Κ.Ο.Κ. Ως προς την συμπεριφορά του τελευταίου οδηγού (Γ. Κ.) το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι αυτός εκινείτο κανονικά επί της οδού ..., προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως την οδό Β.
Όλγας, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση των κινουμένων σ' αυτήν οχημάτων, με χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη από τον Κ.Ο.Κ. ταχύτητα των 30 έως 35 χιλιομέτρων την ώρα, έχοντας στην πορεία του "πράσινο φως", ένδειξη η οποία άλλαξε σε "κίτρινο φως" την στιγμή της διελεύσεώς του κάτω από τον σηματοδότη, έχοντας στην διάθεσή του 4'' (3'' που διαρκεί το κίτρινο φως + 1'' του νεκρού χρόνου), προκειμένου να διανύσει τα 14 μέτρα του οδοστρώματος της οδού Β.
Όλγας, ότι όταν αυτός είχε διανύσει τα 9 μέτρα του οδοστρώματος της οδού Β. Όλγας τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν, ήταν δε αντικειμενικά αδύνατο ο εν λόγω οδηγός (του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου) να ενεργήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό, αφού η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν μικρή και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα, πέραν του ότι αιφνιδιάστηκε από την ως άνω απρόσμενη και αντικανονική κίνηση του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: 1) Με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της (προσβαλλομένης) για την ταχύτητα των δύο οχημάτων, τον χρόνο εισόδου του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου στην διασταύρωση και συνακολούθως την ένδειξη του σηματοδότη που είχαν τα δύο οχήματα, το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί, καθ' όσον ο συνολικός χρόνος που διανύθηκε από τον χρόνο της οπτικής επαφής των δύο οχημάτων μέχρι και την σύγκρουσή τους ήταν 1,375'', εντός του οποίου (χρονικού διαστήματος) ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου θα είχε διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από 13,33 μ., δηλαδή το σύνολο σχεδόν του πλάτους του οδοστρώματος της οδού Β. Όλγας και πάντως θα είχε φθάσει στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού αυτής, όπου θα ήταν αδύνατο να συγκρουστεί με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία εκινείτο στην δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, 2) Εσφαλμένως δέχθηκε ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου δεν μπορούσε να δει την μοτοσυκλέτα, επειδή αυτή βρισκόταν μακριά, καθ' όσον, κατά τις παραδοχές της (προσβαλλομένης) μεταξύ των δύο οχημάτων δεν υπήρχαν εμπόδια που εμπόδιζαν την ορατότητα και, συνεπώς, εφόσον ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας είδε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και προέβη σε τροχοπέδηση, μπορούσε και ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου να δει την δίκυκλη μοτοσυκλέτα και να προβεί και αυτός σε τροχοπέδηση, 3) Η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι μετά την διέλευσή του από τον σηματοδότη της διασταυρώσεως και κατά την είσοδό του στην οδό Β. Όλγας, ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κοίταξε προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αλλά δεν την είδε, αφενός μεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι πέρασε νόμιμα με κίτρινη ένδειξη, εφόσον εάν είχε περάσει νόμιμα, δεν χρειαζόταν να κοιτάξει προς την κατεύθυνση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφετέρου δε (αντιφάσκει) με την παραδοχή ότι σε μήκος 200 μέτρων υπήρχε ανεμπόδιστη ορατότητα επί της οδού Β.
Όλγας, 4) Αν και δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλόμενη, ότι, ενώ ο οδηγός της μοτοσυκλέτας είδε το Ι.Χ.Ε. και άσκησε πέδηση επ' αυτής και μάλιστα ότι διαπιστώθηκε ότι η πέδησή της άφησε ίχνη 12,5 μ., παράλληλα δέχθηκε, ότι το Ι.Χ.Ε. δεν μπορούσε να ασκήσει πέδηση επί του οχήματός του, ούτε όταν, εισερχόμενο στην διασταύρωση με την οδό Βασιλίσσης Όλγας (στην οποία λόγω του πλάτους της αναπτύσσονται μεγαλύτερες ταχύτητες), αντιμετώπισε κίτρινο σηματοδότη, ούτε και εν συνεχεία κατά την είσοδό του στην διασταύρωση, μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να αποφύγει την σύγκρουση, παραδοχές που είναι αντιφατικές, αφού, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η κινούμενη με ταχύτητα 120 χλμ/ώρα μοτοσυκλέτα άσκησε πέδηση, ο οδηγός του κινουμένου με 35 χλμ/ώρα οχήματος δεν μπορούσε να ασκήσει πέδηση και να αποφύγει την σύγκρουση, παρότι από την είσοδό του στην διασταύρωση μέχρι το σημείο συγκρούσεως διανύθηκαν 9,72 μ.
και παρότι μπορούσε να δει την μοτοσυκλέτα και 5) Οι παραδοχές ότι η διαπιστωθείσα ύπαρξη αλκοόλης στο αίμα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου "δεν κατέστησε αυτόν "μεθυσμένο" και εντεύθεν ανίκανο να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αφού μια τέτοια επίδραση της μέθης θα φαινόταν, προφανώς, από την αρχή της οδήγησης και όχι μετά την διαδρομή αρκετών χιλιομέτρων από τις Σέρρες μέχρι την Θεσσαλονίκη που διάνυσε αυτός οδηγώντας το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητό του" είναι ελλιπείς, αφού, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, "η κατανάλωση αλκοόλ και η μετά από αυτήν οδήγηση επί μεγάλο χρονικό διάστημα και βαθειά μέσα στη νύκτα επιφέρει, όσο παρέρχεται η ώρα, ακόμη μεγαλύτερη απώλεια των αντανακλαστικών και επηρεάζει δυσμενώς την οδήγηση", αλλά και αντιφάσκουν με την παραδοχή ότι ο μεν μεθυσμένος οδηγός της μοτοσυκλέτας άσκησε πέδηση επ' αυτής, είχε δηλαδή αντανακλαστική αντίδραση κατά το επίδικο συμβάν, ενώ ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου δεν άσκησε καμιά πέδηση επί του οχήματός του, ούτε έκανε κάποιον αποφευκτικό ελιγμό. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Εξ άλλου η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εισήλθε στην διασταύρωση την στιγμή που η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του άλλαζε από "κίτρινο φως" σε "κόκκινο φως" (σημειουμένου ενταύθα ότι η αναγραφή στην προσβαλλομένη απόφαση σε "πράσινο φως" αντί του ορθού σε "κόκκινο φως" οφείλεται προφανώς σε παραδρομή) τότε και πάλι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ.
γ' του Κ.Ο.Κ., αφού τυχόν προσπάθειά του για ακινητοποίησή του πριν από την είσοδό του στην διασταύρωση, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου συνετού οδηγού, που είναι 1'', θα είχε ως συνέπεια την ακινητοποίησή του εντός της Β. Όλγας, γεγονός που ενείχε μεγαλύτερους κινδύνους συγκρούσεως με τα κινούμενα κάθετα σε σχέση με την πορεία του επί της Β.
Όλγας οχήματα και δεν είναι βέβαιο ότι θα αποτρεπόταν η σύγκρουση με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα" είναι επάλληλη της προαναφερομένης κυρίας αιτιολογίας (ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εισήλθε στην διασταύρωση κατά την στιγμή που άλλαξε η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του από "πράσινο φως" σε "κίτρινο φως"), που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού η κύρια αυτή αιτιολογία δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά.
Επομένως, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αφορούν στην προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία απαραδέκτως προβάλλονται. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος, υπό τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με τον δεύτερο, επίσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Γ. Κ., ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το ποσό των 110.000 ευρώ, το οποίο όμως είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και ότι με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα για την πορεία της θεραπείας και την κατάσταση της υγείας του παθόντος το ποσό που αναλογεί δεν υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Κ., οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, δεν τραυματίστηκε κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, λόγος για τον οποίο δεν επιδικάστηκε σ' αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του.
Να σημειωθεί ότι το παραπάνω ποσό επιδικάστηκε στον Α. Α., συνεπιβάτη στο παραπάνω αυτοκίνητο, κατά του οποίου όμως δε στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι πρώτος, δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της ένδικης από 20.3.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/2016 αιτήσεως για αναίρεση της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τις τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων, Σ. Δ. και Γ. Μ., αντίστοιχα και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...".
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση για αναίρεση της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους λοιπούς (παρισταμένους) διαδίκους.
Καταδικάζει τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους ως άνω αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ