1307/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1307/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1307/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ππαδογιαννάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 22003/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 157/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α’ Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 315 παρ.1 εδ. Α και β’ Π.Κ., στις περιπτώσεις των άρθρων... και 314 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση εν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ’ ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Π.Δ. 778/1980, περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, "φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι’ ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1,00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε διά της πλήρους καλύψεώς των δι’ αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών (0,025) του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων λατακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της".
Κατά δε το άρθρο 40 παρ. 1 του Π.Δ. 1073/1981 (Εργασίες αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού. Μέτρα ασφαλείας), "καταπακταί δαπέδων,...φρεάτια...και άλλα επικίνδυνα χάσματα...πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι’ επικαλύψεως ικανής αντοχής".
Τέλος, ο Ν. 1396/1983 (Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα) ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2 παρ. 7, ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού "επιβλέπων" θεωρείται το "πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης", στο άρθρο 6, ότι "Ο μελετητής έχει υποχρέωση να συντάσσει μελέτη μέτρων ασφαλείας σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, όταν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση από τις διατάξεις που ισχύουν" και στο άρθρο 7, ότι: "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες : 1...2...3.
Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, που αφορούν τις οικοδομικές εργασίες, σαφώς συνάγεται, ότι η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού δεν εξαντλείται στην υπόδειξη προς τον κύριο του έργου ή τον εργολάβο των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, που πρέπει να ληφθούν, αλλά πρέπει ο ίδιος να μεριμνήσει για τη λήψη των μέτρων αυτών ή, έστω, να επιβλέψει αν τηρήθηκαν οι σχετικές οδηγίες του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή.
Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η, κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, τη θεμελίωση, δηλαδή, της εκφερόμενης δικαιοδοτικής κρίσεως σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.Α.Π. 2/2005). Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. - Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 22003/2014, αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής: "Στο ...
Αττικής στις 24-1-2007, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την ιδιότητα της σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει και να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη της και συγκεκριμένα με την ιδιότητα της ως επιβλέπουσα μηχανικός και ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τα άρθρα 4 και 7 του Ν. 1396/83 για λήψη, επίβλεψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή, δεν ενήργησε ως όφειλε.
Ειδικότερα, ο Ν. Μ., κύριος του κείμενου επί των οδών Ν. Μ. και Χ. Γ. οικοπέδου, ανέθεσε στον Ν. Δ., αρχιτέκτονα - μηχανικό την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης, της μελέτης του φέροντος οργανισμού, καθώς επίσης και των μελετών ύδρευσης, αποχέτευσης, θερμομόνωσης, και πυροπροστασίας για την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής επί του ανωτέρω οικοπέδου.
Έπειτα από την από 15-12-2005 αίτηση του Ν. Μ. στην Πολεοδομία Μαρκοπούλου εκδόθηκε η .../27-12-2005 οικοδομική άδεια. Προηγουμένως, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ είχε κρίνει ότι ήταν απαραίτητη η εγκατάσταση υποσταθμού της ΔΕΗ στην παραπάνω οικοδομή και είχε ζητήσει να διατεθεί κατάλληλος χώρος εντός του οικοπέδου.
Στα σχέδια που υποβλήθηκαν στην Πολεοδομία περιλαμβάνονταν η θέση και οι διαστάσεις του χώρου, ο οποίος είχε δεσμευθεί για τον υποσταθμό της ΔΕΗ. Περαιτέρω, σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2,006 τεχνική έκθεση κατασκευής χώρου προς εγκατάσταση υποσταθμού της ΔΕΗ, ο υποσταθμός επρόκειτο να κατασκευασθεί στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, στη συμβολή των οδών Ν.
Μ. και Χ. Γ., με εσωτερικές διαστάσεις 7,10 μ. Χ 4,05 μ και ύψος 3μ. Στο πρώτο από τα προβλεπόμενα στάδια κατασκευής του υποσταθμού περιλαμβάνονταν η εκσκαφή και ο οπλισμός των τοιχίων. Κατά το δεύτερο στάδιο, ήτοι αυτό της ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών εντός του χώρου του υποσταθμού, προβλεπόταν "η κάλυψη του ανοίγματος του φρεατίου με σταθερή κατασκευή από λατάκια 10 εκ.
Χ 10 εκ. καρφωμένα με μπετόκαρφα στην πλάκα ανά 0,30 μ. και επικάλυψη αυτών με τάβλες καρφωμένες στα λατάκια στο κόντρα". Πράγματι ως άνω χώρος για τον υποσταθμό της ΔΕΗ κατασκευάστηκε, δημιουργήθηκε δε για το λόγο αυτό στο δάπεδο της οικοδομής, σε σημείο που έδινε την εντύπωση βεράντας της, άνοιγμα διαστάσεων 2,60 μ Χ 1,80 μ προς το υπόγειο της οικοδομής, και το οποίο έπρεπε να είναι προστατευμένο έναντι του κινδύνου της πτώσης από ύψος 3,30 μ.
στο δάπεδο του υπογείου διερχόμενου εργαζόμενου από το σημείο αυτό. Στις 24-1-2007, επισκέφθηκε την οικοδομή, κατόπιν συνεννόησης με τον κύριο του έργου, Ν. Μ., ο υπεργολάβος σιδηρών κατασκευών Π. Α., προκειμένου να μετρήσει τις διαστάσεις της βεράντας του ισογείου, όπου, βάσει της συμφωνίας τού με τον κύριο του έργου, επρόκειτο να τοποθετήσει κιγκλιδώματα.
Κάτω από το δάπεδο της ως άνω βεράντας βρισκόταν ο χώρος, όπου κατασκευαζόταν ο ως άνω υποσταθμός της ΔΕΗ. Κατά τη διενέργεια της μέτρησης, ο υπεργολάβος κινήθηκε στο δάπεδο της βεράντας. Κατά την κίνηση του, ήταν αναμενόμενο να διασχίσει και το τμήμα του δαπέδου, κάτω από το οποίο είχε γίνει εκσκαφή, προς κατασκευή του υποσταθμού.
Ο παθών πάτησε επί του παραπάνω, τμήματος του δαπέδου, όπου βρισκόταν το άνοιγμα, το οποίο δεν ήταν επαρκώς σκεπασμένο, και κατάπεσε εντός του φρεατίου από ύψος 3 μέτρων. Ο παθών υπέστη, συνεπεία της πτώσης του, κάκωση κεφαλής, διαγνώσθηκε δε οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά βρεγματικά και οξύ υπόσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποβρεγματικά δεξιά, καθώς και αιμορραγία στην περιοχή της γέφυρας.
Υποβλήθηκε σε αριστερή βρεγματική κρανιοτομία και σε δεξιά μετωποκροταφοβρεγματική κρανιοτομία για την αφαίρεση των αιματωμάτων. Παρέμεινε σε κωματώδη κατάσταση μέχρι το θάνατο του, την 23-11-2011. Ο τραυματισμός του παθόντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εκκαλούσας - κατηγορουμένης. Η τελευταία, η οποία, σύμφωνα με την ως άνω οικοδομική άδεια, έφερε την ιδιότητα της επιβλέπουσας μηχανικού κατά την ανέγερση της οικοδομής, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την επίβλεψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, δεν έπραξε τούτο στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά τη στιγμή του ατυχήματος και στο σημείο που αυτό έλαβε χώρα δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Συγκεκριμένα, το άνοιγμα που δημιουργήθηκε για τον ως άνω λόγο, ήτοι τον υποσταθμό της ΔΕΗ, επί του δαπέδου διαστάσεων 2,60 μ Χ 1,80 μ προς το υπόγειο της οικοδομής και το οποίο φαινόταν ως άνοιγμα επάνω σε βεράντα, αν και έπρεπε να είναι προστατευμένο έναντι του κινδύνου της πτώσης από ύψος 3,30 μ.
στο δάπεδο του υπογείου : α) είτε περιμετρικά με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τούτον ενός μέτρου, β) είτε με πλήρη επικάλυψη με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα πάχους δυόμιση εκατοστόμετρων, καρφωμένο σε ανθεκτικό πλαίσιο από ξύλινα λατάκια γ) είτε δια της τοποθετήσεως σιδερένιου πλέγματος οπλισμού στερεωμένου εντός της εκ σκυροδέματος πλάκας, κατά την κατασκευή της, ώστε να μην κινδυνεύει κανένας εργαζόμενος διερχόμενος από το σημείου εκείνο, δεν ήταν προστατευμένο με έναν από τους αναφερόμενους τρόπους.
Προέκυψε ότι στο σημείο εκείνο του ανοίγματος, κατά την ως άνω ημερομηνία του ατυχήματος, είχαν τοποθετηθεί πρόχειρα για να το σκεπάσουν (το άνοιγμα) δύο ξύλινα λατάκια διαστάσεων 10X10 εκατοστόμετρων με κάποιες ξύλινες παλέττες. Τα ξύλα απείχαν μεταξύ τους περίπου ένα μέτρο, προκειμένου οι ξύλινες παλέτες να στηρίζονται πάνω σε αυτά.
Ο παθών πάτησε επί του παραπάνω, φαινομενικά σκεπασμένου, τμήματος του δαπέδου και κατέπεσε εντός του φρεατίου από ύψος 3 μέτρων. Ο παθών κατά την πτώση του δεν παρέσυρε μέρος της πρόχειρης κατασκευής εντός του ημιυπόγειου χώρου, αλλά το σώμα του πέρασε μέσα από τμήμα του ανοίγματος που δεν έφερε κανένα προστατευτικό μέσο.
Πλησίον του ανοίγματος ανευρέθησαν πλάκες, οι οποίες χρησίμευαν, τις προηγούμενες ημέρες, για να συγκρατούν μαζί με τις καρφωμένες ξύλινες τάβλες, ένα κομμάτι νάιλον, που είχε τεθεί προς προστασία του υπογείου από το νερό της βροχής. Ο παθών, κατά την προσπάθεια του να συγκρατήσει το σώμα του προς αποτροπή της πτώσης, άδραξε κάποιες από τις πλάκες και, λόγω της αστάθειας τους, παρέσυρε αυτές κατά την πτώση του στο ημιυπόγειο.
Τμήματα αυτών των πλακών ανευρέθησαν στο δάπεδο του ημιυπόγειου χώρου του υποσταθμού. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την με ημερομηνία 24-01-2007 έκθεση έρευνας του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου και δεν αναιρούνται ουσιωδώς από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - κατηγορουμένης ότι τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας υπήρχαν στις 19-1-2007, αφαιρέθηκαν προσωρινά τη συγκεκριμένη ημερομηνία προκειμένου να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη του υπαλλήλου της ΔΕΗ στον εκεί υφιστάμενο υποσταθμό της, μετά το τέλος της οποίας έδωσε εντολή για την επανατοποθέτηση τους, χωρίς ωστόσο να βεβαιωθεί ότι οι εργάτες συμμορφώθηκαν στην εντολή της, καθόσον απομακρύνθηκε από το χώρο της οικοδομής, δεν είναι ικανός ν’ αναιρέσει την ευθύνη και την υπαιτιότητα της εκκαλούσας - κατηγορουμένης.
Και τούτο διότι, και αληθούς υποτιθέμενου του ισχυρισμού αυτού, δηλαδή ότι τα μέτρα ασφαλείας υπήρχαν σε χρόνο προγενέστερο του επίδικου ατυχήματος, προέκυψε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ουδόλως υπήρχαν αυτά (τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας πρέπει να υπάρχουν καθ’ όλη την διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και όχι μόνο σε μερικές χρονικές στιγμές.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι τόσο στο σημείο όπου κατέληξε το σώμα του παθόντος μετά την πτώση δεν βρέθηκε ίχνος από την προστατευτική κατασκευή που υφίστατο επί του ανοίγματος όσο και στο χώρο γύρω από το άνοιγμα δεν βρέθηκαν μαδέρια και ικανός αριθμός λατακίων και παλετών που οδηγεί στο συμπέρασμα για την ύπαρξη σταθερής κατασκευής, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα - κατηγορουμένη.
Τα ανωτέρω δε, εάν είχαν βρεθεί, θα είχαν αναφερθεί στην με ημερομηνία 24-01-2007 έκθεση έρευνας του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου. Η ως άνω αμελής συμπεριφορά της εν λόγω κατηγορουμένης οφείλεται στο ότι δεν προέβλεψε την πρόκληση σωματικής βλάβης του παθόντος, διότι δεν επέδειξε την προσοχή της μέσης συνετής επιβλέπουσας μηχανικού, την οποία μπορούσε ενόψει των προσωπικών περιστάσεων της, ιδίως της εμπειρίας της στον εν λόγω τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, να καταβάλει.
Ο κίνδυνος από τη μη θέση σταθερού κιγκλιδώματος τη συγκεκριμένη ημέρα στο άνοιγμα του Φρεατίου, τη μη συνεχή παρουσία της στην οικοδομή και τη μη χορήγηση εντολών για την κάλυψη του τη συγκεκριμένη ημέρα, πραγματώθηκε στο επελθόν αποτέλεσμα της πτώσης και του τραυματισμού του παθόντος. Εάν, όμως, είχε εκπληρώσει την υποχρέωση της να διασφαλίζει την τοποθέτηση και την εξακολούθηση της τήρησης των μέτρων ασφαλείας καθ’ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, το άνοιγμα θα είχε καλυφθεί με βάση την τεχνική έκθεση και η πτώση του παθόντος θα είχε αποτραπεί.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η εκκαλούσα να κηρυχθεί ένοχη, απορριπτόμενων των ισχυρισμών της περί του αντιθέτου. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι στο σημείο του ανοίγματος, στο οποίο έπεσε ο παθών, δεν είχε τοποθετηθεί καμία προειδοποιητική σήμανση προς αποτροπή της διέλευσης των εργατοτεχνιτών, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί γνώση του παθόντος σχετικά με τον κίνδυνο που διέτρεχε, αν διερχόταν από το συγκεκριμένο σημείο, ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε κρίση περί υπαίτιας διακινδύνευσης του παθόντος και διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου.
Επίσης, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - κατηγορουμένης αναφορικά με την αρχή της εμπιστοσύνης απορρέουσας από το ότι και οι λοιποί απασχολούμενοι εκπληρώνουν τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις τους για την αποφυγή δυσάρεστων αποτελεσμάτων, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη της εκκαλούσας ως επιβλέπουσας μηχανικού, θεμελιώνεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και τις παραδοχές της παρούσας αποφάσεως στην προαναφερθείσα συγκεκριμένη αμελή συμπεριφορά της και όχι στην παραβίαση της αρχής της εμπιστοσύνης, κατά την οποία κάθε επιμελώς πράττων δικαιούται να έχει εμπιστοσύνη ότι και οι λοιποί θα πράττουν εξ ίσου επιμελώς".
Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ Π.Κ.), για την οποία, της επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει αυτήν ένοχη με ελαφρ. 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ και 84 παρ. 20 ΠΚ του ότι: Στο ... Αττικής στις 24-1-07 αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της ιδιότητάς τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει και να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη της και συγκεκριμένα με την ιδιότητά της η κατηγορουμένη της επιβλέπουσας μηχανικού της οικοδομής στη διασταύρωση των οδών ...
στο ... και ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ των άρθρων 4 και 7 του Ν. 1396/83 για λήψη, επίβλεψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας στις νεοαναγειρόμενες οικοδομές, αυτή σε βεράντα της οικοδομής όπου υπήρχε ένα άνοιγμα επί του δαπέδου διαστάσεων 2,60μ χ 1,80μ προς το υπόγειο της οικοδομής που υπήρχε για υποσταθμό της ΔΕΗ, δεν είχε τοποθετήσει, είτε περιμετρικά του ανοίγματος αυτού ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου, είτε αμετακίνητο στερεό σανίδωνα πάχους δυόμισι εκατοστόμετρων καρφωμένο σε ανθεκτικό πλαίσιο από ξύλινα λατάκια, είτε τέλος σιδερένιο πλέγμα οπλισμού στερεωμένο εντός της πλάκας σκυροδέματος κατά την κατασκευή της ώστε να είναι προστατευόμενος οποιοσδήποτε εργαζόμενος διέρχονταν από το σημείο εκείνο της βεράντας από τον κίνδυνο της πτώσης από ύψος 3,30μ.
στο δάπεδο του υπογείου, αλλά είχε τοποθετήσει πρόχειρα για να σκεπάσει το άνοιγμα δύο ξύλινα λατάκια (ξύλα οικοδομής μεγάλου μήκους) με κάποιες ξύλινες παλέτες, με αποτέλεσμα όταν ο παθών Π. Α. βρέθηκε στη συγκεκριμένη βεράντα της οικοδομής προκειμένου να μετρήσει τις διαστάσεις της για τοποθέτηση μεταλλικών κιγκλιδωμάτων να πέσει στο ανωτέρω άνοιγμα, μετακινήθηκαν τα ξύλα από το βάρος του και αυτός έπεσε στο δάπεδο του υπογείου και έπαθε σοβαρότατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση (οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα (αρ) βρεγματικά, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποβρεγματικά δεξιά και αιμορραγία στην περιοχή της γέφυρας".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (δια παραλείψεως) από υπόχρεο, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώνεται από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού), διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τελέσεως του ανωτέρω αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, συνισταμένης στο ότι η αναιρεσείουσα, ως επιβλέπουσα μηχανικός του αναφερόμενου οικοδομικού έργου (νεοανεγειρόμενης οικοδομής), δεν φρόντισε να λάβει τα προπεριγραφόμενα μέτρα ασφαλείας στο υπάρχον άνοιγμα του δαπέδου προς το υπόγειο της οικοδομής, για την εγκατάσταση υποσταθμού της Δ.Ε.Η., καίτοι κατά το νόμο είχε τέτοια υποχρέωση, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του παθόντος εργαζομένου, από πτώση του εντός του ανωτέρω φρεατίου από ύψος τριών μέτρων, ήτοι προσδιορίζονται, τόσο η παράλειψη της αναιρεσείουσας (μη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών στην ανωτέρω οικοδομή, ώστε να μην κινδυνεύει κανένας εργαζόμενος, που θα διερχόταν από το σημείο εκείνο), όσο και η μορφή της υπαιτιότητάς της, που χαρακτηρίζεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος), καθώς και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της ιδίας (αναιρεσείουσας) προς αποτροπή του αποτελέσματος του τραυματισμού του παθόντος από πτώση και οι προπαρατεθέντες επιτακτικοί κανόνες δικαίου, που αναφέρονται στις οικοδομικές εργασίες, από τους οποίους απέρρεε η υποχρέωσή της αυτή, ως και η παραβίασή τους εκ μέρους της.
Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της άνω παραλείψεως της αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η πτώση και ο εξ αυτής τραυματισμός του παθόντος οφείλεται στην έλλειψη των μνημονευόμενων μέτρων ασφαλείας.
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο είναι αβάσιμες, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας, ως επιβλέπουσας μηχανικού του οικοδομικού έργου, δεν εξαντλείται στην υπόδειξη αυτής προς τον κύριο του έργου ή τον εργολάβο των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, αλλά έπρεπε και ή ίδια να μεριμνήσει για τη λήψη των μέτρων τούτων ή, έστω, να είχε επιβλέψει, ότι τηρήθηκαν οι σχετικές οδηγίες της, ενώ, περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται, αν η αναιρεσείουσα, ως επιβλέπουσα μηχανικός, υπέδειξε στον κύριο ή τον εργολάβο τα μέτρα ασφαλείας, που έπρεπε να ληφθούν.
Εξάλλου, η κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 1396/1983 επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υποχρέωση του κυρίου του έργου πριν από την έναρξη των διακοπεισών εργασιών να ειδοποιεί εγγράφως τον επιβλέποντα μηχανικό, δεν αναιρεί την ευθύνη του τελευταίου να έχει λάβει προηγουμένως τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός υποχρεούται όχι μόνο να υποδεικνύει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, αλλά και να μεριμνά για τη λήψη αυτών και την τήρηση των οδηγιών του.
Οι ισχυρισμοί, λοιπόν, της αναιρεσείουσας α) ότι δεν ειδοποιήθηκε και μάλιστα εγγράφως για την επανέναρξη των εργασιών μετά την ενημέρωση του κυρίου του έργου από την αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ ότι ήταν απαραίτητη η εγκατάσταση υποσταθμού στην οικοδομή, προκειμένου αυτή να προσέλθει και να επιβλέψει οποιαδήποτε εργασία, που αποτελεί υπερασπιστικό επιχείρημα και β) περί ευθύνης τρίτων (του κυρίου του έργου και του εργολάβου) για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, που συνιστά άρνηση της κατηγορίας από την πλευρά της, δεν είναι αυτοτελείς, κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια και, επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να τους απορρίψει με ειδική αιτιολογία, αφού δεν ασκούν επιρροή στην υπόθεση, δοθέντος ότι, και υπό την εκδοχή ότι είναι βάσιμοι, δεν αίρεται η στηριζόμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις ευθύνη της ιδίας (αναιρεσείουσας) για τη λήψη και επίβλεψη των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας στην οικοδομή, περί των οποίων, όπως αυτή υποστηρίζει στο αναιρετήριο, είχε εκπονήσει μελέτη και είχε προβεί στις δέουσες υποδείξεις προς τον κύριο του έργου.
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στους παραπάνω λόγους αναιρέσεως, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος της αναιρεσείουσας ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των αναιρετικών αυτών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.
δ’ Κ.Ποιν.Δ.), από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ’ αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ` Κ.Ποιν.Δ., στην κατ’ έφεση δίκη, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα, θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ` έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και στήριξε την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κρίση του, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και στην "με ημερομηνία 24-01-2007 έκθεση έρευνας του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου".
Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της ίδιας αποφάσεως, το εν λόγω έγγραφο αναγνώσθηκε κατ’ έφεση μέσω των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η, παραδεκτώς επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπ’ αριθ. 36514/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στα πρακτικά της οποίας το πιο πάνω έγγραφο (έκθεση έρευνας) έφερε τον αριθμό 1 του καταλόγου των αναγνωσθέντων πρωτοδίκως εγγράφων, ενώ από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας συνάγεται, ότι η επίμαχη έκθεση έρευνας είναι το μοναδικό τέτοιου είδους έγγραφο, που περιέχεται σ’ αυτήν, συντάχθηκε στα πλαίσια της αστυνομικής προανακρίσεως, αφορά την περιγραφή του χώρου και των ευρημάτων του ατυχήματος και περιελήφθη στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων.
Μάλιστα, στη σχετική περικοπή των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. σελ. 10 των πρακτικών τούτων της δευτεροβάθμιας δίκης) γίνεται ειδική μνεία της αναγνώσεως των εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ανωτέρω αναφερθέν, το οποίο, ενόψει των προεκτεθέντων, ήταν γνωστό στην αναιρεσείουσα και το συνήγορό της, που είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, οπότε η αναιρεσείουσα δεν στερήθηκε του, απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., κατά τα άνω υπερασπιστικού της δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να επιφέρει τις παρατηρήσεις της.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το έγγραφο αυτό παραδεκτώς συνεκτιμήθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για τη διαμόρφωση της δικανικής του πεποιθήσεως περί της ενοχής της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας και ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη του ως άνω εγγράφου χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-1-2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-1-2015) της Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 22003/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ