1307/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ.119/22-1-2008, 553/3-4-2008, 1501/26-9-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1307/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά πλειοψηφία, τα εξής πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των διαδίκων οδηγών: " Στις 2-5-2007 και ώρα 15.00' ο ενάγων- εναγόμενος P. F., αλβανικής υπηκοότητας, ηλικίας τότε 34 ετών, εργολάβος, κάτοικος Αμυνταίου ..., οδηγούσε το αριθμ.
Full text
Απόφαση 1307 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1307/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Η. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2. Μ. συζύγου Η. Τ., το γένος ..., και 3. Μ. χήρας ..., το γένος Δ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαραμίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. P. F. του K., κατοίκου ... ..., που δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Ζαχαριάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ.119/22-1-2008, 553/3-4-2008, 1501/26-9-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 20-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 104/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 9063Β'/31-1-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Ζ. Χ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στον πρώτο αναιρεσίβλητο με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
Με την κρινόμενη 142/19-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 104/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Με την από 22-1-2008 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, οι ήδη δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και ο μετέπειτα αποβιώσας Π. Σ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων, εξέθεσαν, ότι στις 2-5-2007, ο πρώτος εναγόμενος-ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη- ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, από αμέλειά του και υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, προκάλεσε τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, με συνέπεια την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου αυτού και τον τραυματισμό του ιδίου καθώς και των λοιπών εναγόντων, που συνεπέβαιναν σ' αυτό.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο, να τους καταβάλουν τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ποσά, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγή. Με την από 26-9-2008 αγωγή της κατά των αυτών εναγομένων, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, η δεύτερη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι, εξ αιτίας των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ως άνω ένδικο ατύχημα, η κατάσταση της υγείας της, μετά την άσκηση της ανωτέρω πρώτης αγωγής της, παρουσίασε απρόβλεπτη επιδείνωση, που προκάλεσε τη μόνιμη αναπηρία της, κατά ποσοστό 50%, η οποία θα επιδρά βλαπτικά στο μέλλον της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρο να της καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω της αναπηρίας της, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Τέλος, με την από 3-4-2008 αγωγή του, ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου ο πρώτος αναιρεσίβλητος εξέθεσε, ότι το περιγραφόμενο στις δύο προαναφερόμενες αγωγές αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου- ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη, μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΖΗΜΙΩΝ", και από αμέλειά του προκάλεσε τη σύγκρουση αυτού με το αυτοκίνητο του ενάγοντος, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο, να του καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 499/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού τις έκρινε νόμιμες, έκρινε περαιτέρω ως αποκλειστικώς υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο αναιρεσίβλητο, του οποίου απέρριψε την αγωγή, ενώ δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν τις από 22-1-2008 και από 26-9-2008 αγωγές και υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους, τον καθένα εις ολόκληρο, να καταβάλουν στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής τα ποσά των 5.382,02, 9.070,62 και 3.000 ευρώ, αντιστοίχως, στη δε ενάγουσα της δεύτερης αγωγής - δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 16.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση των αγωγών.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις τόσο οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες όσο και η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κράτησε και δίκασε τις αγωγές των αναιρεσειόντων, α) απέρριψε, ως αόριστη την από 26-9-2008 αγωγή της δεύτερης των αναιρεσειόντων, κατά το κεφάλαιο αυτής περί ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 Α.K, και β)έκρινε, κατά πλειοψηφία, αποκλειστικώς υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο των αναιρεσειόντων και απέρριψε τις δύο ως αγωγές, καθ'όσο μέρος στρέφονταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως αβάσιμες.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά πλειοψηφία, τα εξής πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των διαδίκων οδηγών: " Στις 2-5-2007 και ώρα 15.00' ο ενάγων- εναγόμενος P. F., αλβανικής υπηκοότητας, ηλικίας τότε 34 ετών, εργολάβος, κάτοικος Αμυνταίου ..., οδηγούσε το αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής General Motors τύπου Cadilac, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ασφαλιστική ευθύνη στην ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη, συνεναγόμενή του ασφαλιστική εταιρία PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ, επί της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης- Έδεσσας, με κατεύθυνση από Γιαννιτσά προς Θεσσαλονίκη.
Η οδός στο άνω σημείο είναι ευθεία και οριζόντια, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,30μ., κατά τον ανωτέρω δε χρόνο, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας οριζόταν σε 90 χιλιόμετρα/ώρα.
Την ίδια ανωτέρω ώρα, ο ενάγων- εναγόμενος, ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος Η. Τ., ηλικίας τότε 59 ετών, συνταξιούχος, αρχιφύλακας ε.α., κάτοικος επίσης, Αμυνταίου ..., οδηγούσε επί της άνω οδού, με κατεύθυνση οπό Θεσσαλονίκη- προς Γιαννιτσά, το αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Mazda τύπου 323 LX, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ασφαλιστική ευθύνη στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και στο οποίο συνεπέβαιναν, στη θέση του συνοδηγού ο ήδη αποβιώσας εφεσίβλητος- ενάγων Π.
Σ., πεθερός του, στη δικονομική θέση του οποίου όπως προεκτίθεται υπεισήλθαν οι κληρονόμοι του, ηλικίας τότε 75 ετών, συνταξιούχος και στο οπίσθιο κάθισμα η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη Μ. Τ., σύζυγος του, ηλικίας τότε 51 ετών, οικοκυρά. Ενώ ο P. F. εκινείτο, όπως ανωτέρω, ακολουθώντας άλλο προπορευόμενο όχημα, αντιλήφθηκε σε αρκετή απόσταση, το αυτοκίνητο του Η.
Τ., να διασχίζει καθέτως την Ε.Ο, από το ύψος αγροτικής οδού που υπήρχε από την πλευρά του αντιθέτου ρεύματος πορείας της, που οδηγεί προς Γιαννιτσά και να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο ο ίδιος, έμπροσθεν του προπορευόμενου απ' αυτόν οχήματος, το οποίο μείωσε για το λόγο αυτό την ταχύτητα του, όπως και ο ίδιος, τροχοπεδώντας και να λαμβάνει κατεύθυνση, όπως και αυτοί, προς Θεσσαλονίκη.
Ακολούθως, ενώ τα τρία αυτά οχήματα εκινούντο προς Θεσσαλονίκη, με πρώτο κατά σειρά το αυτοκίνητο του Η. Τ. και τρίτο το αυτοκίνητο του P. F., στην αντίθετη δε λωρίδα κατεύθυνσης της οδού δεν εκινείτο κανένα όχημα, ο τελευταίος αφού χρησιμοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του αυτοκινήτου του, επιχείρησε να ενεργήσει υπέρβαση των προπορευόμενων του οχημάτων, τη στιγμή όμως που η υπέρβαση του βρισκόταν σε εξέλιξη, ο Η.
Τ., πραγματοποιώντας αιφνίδιο ελιγμό προς αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνση τους, ρεύμα πορείας της οδού, που οδηγεί προς Γιαννιτσά και όπου ήδη εκινείτο το αυτοκίνητο του P. F., ενεργώντας όπως προαναφέρεται υπέρβαση, και επεχείρησε να κατευθυνθεί προς αγροτική οδό που συμβάλλεται στην ΕΟ από την πλευρά του αντιθέτου ρεύματος πορείας της (προς Γιαννιτσά), η οποία οδηγεί σε παρακείμενο κατάστημα πώλησης μαρμάρων, με αποτέλεσμα, λόγω της μικρής απόστασης στην οποία παρεμβλήθηκε κάθετα στην πορεία του P. F., o τελευταίος, μη έχοντας τη δυνατότητα να επανέλθει με ελιγμό προς δεξιά, στο αρχικό ρεύμα πορείας του, όπου εκινείτο το τρίτο, αγνώστων στοιχείων, όχημα, ενήργησε ελιγμό προς αριστερά, χωρίς όμως να κατορθώσει ν'αποφύγει τη σύγκρουση του με το αυτοκίνητο του Η.
Τ., που απέφρασσε σε μικρή απόσταση την κίνηση του και να συγκρουσθεί, με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του αυτοκινήτου του, με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Η. Τ. και να εκτραπούν τα δύο οχήματα σε χωμάτινο χάνδακα, βάθους ενός περίπου μέτρου, που υπήρχε στη συνέχεια του χωμάτινου ερείσματος (πλάτους 1,60 μ) του ρεύματος πορείας της Ε.Ο προς Γιαννιτσά.
Συγκεκριμένα, το αυτοκίνητο του Η. Τ. κατέπεσε στον χωμάτινο χάνδακα, όπου ανατράπηκε εντελώς, σε απόσταση περίπου 10- 15 μ., από το σημείο του ατυχήματος (προς την κατεύθυνση της Θεσσαλονίκης), με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένες βλάβες και στην οροφή και στις πλάγιες πλευρές του και να τραυματισθούν οι επιβαίνοντες σ' αυτό, το δε αυτοκίνητο του P. F., ακινητοποιήθηκε με τους αριστερούς τροχούς του εντός του χωμάτινου, χάνδακα και τους δεξιούς στο όριο του ερείσματος, σε κανονική θέση (χωρίς δηλαδή να ανατραπεί), με κλίση προς αριστερά και σε ελάχιστη απόσταση πριν την τελική θέση του αυτοκινήτου του Η.
Τ., όπως απεικονίζονται τα δύο οχήματα στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, υπέστη δε και αυτό εκτεταμένες ζημίες από την πτώση του στον χάνδακα και στην αριστερή εμπρόσθια γωνία του, ενώ ο ίδιος (P. F.) δεν υπέστη καμία σωματική βλάβη (βλ και έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος). Το σημείο της σύγκρουσης των δυο αυτοκινήτων, απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, λίγο μετά το κέντρο του ρεύματος πορείας της ΕΟ που οδηγεί προς Γιαννιτσά, πλάτους, όπως προαναφέρεται 5,50 μ, δηλαδή, η σύγκρουση συνέβη, όταν το αυτοκίνητο του Η.
Τ. είχε εισέλθει κατά 3-3,50 μ, περίπου, όπως συνάγεται από το σχεδιάγραμμα αυτό, εντός του εν λόγω ρεύματος πορείας και όχι όταν "ήθελε ελάχιστα εκατοστά για να εξέλθει από την ΕΟ εισερχόμενο στη συμβαλλόμενη οδό", όπως αντίθετα αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες στις ένδικες αγωγές. Κατά το ατύχημα, ο οδηγός Η.
Τ. υπέστη κάκωση αριστερού ημιθωρακίου και αιμάτωμα αριστερού μηρού και νοσηλεύτηκε στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Γιαννιτσών επί πέντε ημέρες, από 2.5.2007 έως 7.5.2007, οπότε εξήλθε με βελτίωση, ο συνοδηγός του αυτοκινήτου του Π. Σ. υπέστη κάκωση θώρακος στέρνου και κάταγμα 5ης και 8ης αριστερής πλευράς και νοσηλεύτηκε στην ίδια κλινική του άνω νοσοκομείου, επί εννέα ημέρες, από 2.5.2007 έως 11.5.2007, οπότε εξήλθε με βελτίωση και η επιβαίνουσα στις οπίσθιες θέσεις του αυτοκινήτου του Μ.
Τ. υπέστη συντριπτικό κάταγμα εξάρθρημα κεφαλής αριστερού βραχιονίου και νοσηλεύτηκε αρχικά στην ίδια κλινική επί τρεις ημέρες, από 2.5.2007 έως 5.5.2007 και εξήλθε με βελτίωση, με σύσταση για λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Η τελευταία, εμφάνισε επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της και ακολούθησε νέα νοσηλεία της και υποβολή της στις 16.5.2007 σε χειρουργική επέμβαση οστεοσυρραφής ογκωμάτων και τοποθέτηση πλάκας Philos και βιδών, που αφαιρέθηκαν ακολούθως, το Νοέμβριο του ίδιου έτους, μεταγενέστερα δε, εμφάνισε μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα αριστερού ώμου και μετατραυματική οστεονέκρωση κεφαλής αριστερού βραχιονίου και με την υπ' αριθμ πρωτ 551/29-5-2008 γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. ..., κρίθηκε ανάπηρη κατά ποσοστό 50%.
Το ανωτέρω ατύχημα, ενόψει όσων προεκτίθενται και αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκλήθηκε από αποκλειστική αμέλεια του οδηγού του αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου Η. Τ., ο οποίος κινούμενος όπως ανωτέρω, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, επεχείρησε να κινηθεί κάθετα προς την αγροτική οδό που συμβάλλεται στο αντίθετο ρεύμα πορείας της, διασχίζοντος καθέτως αυτό, τη στιγμή που το αυτοκίνητο του P. F., εκινείτο εντός του ρεύματος αυτού, ενεργώντας καθ' όλα επιτρεπτά υπέρβαση, που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν μπορεί να προβεί ασφαλώς στην ενέργειά του αυτή.
Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε αμέλεια του P. F., o οποίος κατά τα ανωτέρω, άρχισε να ενεργεί την επιτρεπτή στο σημείο εκείνο υπέρβαση, αφού διαπίστωσε ότι μπορεί να προβεί ασφαλώς σ' αυτήν, δεδομένου ότι κανένα όχημα δεν εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού, δεν ήταν δε δυνατόν να προβλέψει ως πιθανή την αιφνίδια αμελή ενέργεια του Η.
Τ., να επιχειρήσει, ενώ ο ίδιος ενεργούσε την υπέρβαση, να κινηθεί με ελιγμό προς αριστερά, από το δεξιό (ως προς κατεύθυνση τους) ρεύμα πορείας της οδού, όπου εκινείτο και να διασχίσει καθέτως το αντίθετο ρεύμα πορείας της, ενέργεια την οποία καθιστούσε πλέον απρόβλεπτη και το γεγονός, ότι όπως προεκτίθεται, αυτός (Η.
Τ.), μόλις προηγουμένως είχε εισέλθει στην ΕΟ από την πλευρά του αντιθέτου ρεύματος πορείας της και έλαβε κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Από κανένα επίσης στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του P. F., την οποία ο ίδιος προσδιόρισε στο από 17-10-2007 απολογητικό του υπόμνημα και με τις διασαφήσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε 60-70 χιλ/ώρα περίπου, υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλ/ώρα, αντίθετα από την όλη εξέλιξη του ατυχήματος και τις συνέπειές του, δεδομένου και ότι το όχημα του δεν τροχοπέδησε πριν τη σύγκρουση, συνάγεται ότι η ταχύτητα του ήταν η επιβαλλόμενη από τις συνθήκες, καθόσον και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, στην αντίθετη περίπτωση, οι συνέπειες της σύγκρουσης θα ήταν πολύ σοβαρότερες αν όχι θανατηφόρες, ιδίως για τον οδηγό του άλλου, αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Η. Τ., ο οποίος στην από 25-7-2007 προανακριτική κατάθεση του ανάφερε ότι το αυτοκίνητο του P. F. επέπεσε στο δικό του αυτοκίνητο, στην πόρτα του οδηγού, αυτός δε, από τη σύγκρουση αυτή και την εν συνεχεία πλήρη ανατροπή του αυτοκινήτου του στον χάνδακα, υπέστη μόνο κάκωση αριστερού ημιθωρακίου και αιμάτωμα αριστερού μηρού.
Στην οπό 25.7.2007, 22.7.2007 και 22.7.2007 προανακριτικές καταθέσεις του , αντίστοιχα, ο Η. Τ. χαρακτήρισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του P. F. "υπερβολική", καταθέτοντας, όμως, συγχρόνως και ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου την κίνηση του στην οδό, παρότι προέβη σε σχετικό έλεγχο πριν ενεργήσει τον ελιγμό του προς το αντίθετο ρεύμα (από τον έλεγχο αυτόν "δεν διαπίστωσε την κίνηση αλλού αυτοκινήτου").
Σε αντίθεση με την κατάθεση αυτή του ανωτέρω οδηγού, οι συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του, κατέθεσαν στις από 22.7.2007 προανακριτικές καταθέσεις τους, ότι οι ίδιοι είχαν αντιληφθεί το αυτοκίνητο του P. F. και συγκεκριμένα, ο μεν πεθερός του και συνοδηγός του αυτοκινήτου του Π. Σ. κατέθεσε, ότι ο ίδιος είχε αντιληφθεί (χωρίς ιδιαίτερη εξήγηση) την κίνηση του αυτοκινήτου του P. F., το οποίο τη στιγμή που ο Η.
Τ. ενήργησε τον ελιγμό του προς το αντίθετο ρεύμα της οδού, "ήταν πολύ πίσω μας...προφανώς δεν μας είδε και έτρεχε υπερβολικά", η δε σύζυγος του Μ. Τ., που επέβαινε στις πίσω θέσεις του αυτοκινήτου του, κατέθεσε ότι και αυτή (χωρίς επίσης ιδιαίτερη εξήγηση) είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο του P. F., ο οποίος, όπως κατέθεσε αυτή "Πρέπει να έτρεχε υπερβολικά και να ήταν αφηρημένος, γιατί την ώρα που έβγαλε φλας ο σύζυγος μου, το αμάξι του φαινόταν πίσω σαν μια κουκίδα μικρή".
Οι ατεκμηρίωτες αυτές και υποθετικές, ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου του P. F., καταθέσεις, πέραν των μεταξύ τους αντιφάσεων, δεν επιβεβαιώνονται, ούτε ενισχύονται από κανένα άλλο στοιχείο, σημειουμένου ότι δεν υπήρξαν τρίτοι αυτόπτες μάρτυρες, ο δε μάρτυρας Π. Π., αστυνομικός, γιος των εναγόντων Η.
Π. και Μ. Π. και εγγονός του ενάγοντος ..., εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε, αναφερόμενος σε όσα του διηγήθηκε ο πατέρας του και σε αντίθεση με την παραπάνω προανακριτική κατάθεση του ίδιου, ότι αυτός (Η. Π., πριν ενεργήσει τον ελιγμό του προς αριστερά, προς το αντίθετο ρεύμα της οδού, είδε το αυτοκίνητο του P. F., που απείχε 1ΟΟμ., στη συνέχεια όμως, κατέθεσε ότι η απόσταση αυτή ήταν 50μ.
και κατά την συμπερασματική εκτίμηση του ίδιου (του μάρτυρα) η ταχύτητα του P. F., "πρέπει να ήταν 100-120 χιλ... ίσως και πάνω από 120 χιλ.", συμπέρασμα όμως το οποίο όπως προεκτίθεται, δεν μπορεί να συναχθεί με βάση το υπάρχον αποδεικτικό υλικό. Ο παραπάνω, μη αυτόπτης μάρτυρας, κατέθεσε επίσης, ότι "δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο ενδιάμεσα, θα είχε εμπλακεί και αυτό στο ατύχημα και θα υπήρχαν στοιχεία του", καθώς και ότι κατά την δική του εκτίμηση, ο P. F. "μπορούσε να περάσει από δεξιά ακόμη και φορτηγό μπορούσε να περάσει".
Την ύπαρξη, όμως, του τρίτου, αγνώστων στοιχείων οχήματος που προπορευόταν του δικού του αυτοκινήτου, ανέφερε ο P. F., αμέσως, την μεθεπομένη του ατυχήματος ημέρα, στην προσκομιζόμενη υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που υπέβαλε στην ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική του εταιρία, όπου περιγράφει τις συνθήκες του ατυχήματος όπως προεκτίθενται, όπως και με το απολογητικό του υπόμνημα, καθώς και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρέχοντας διασαφήσεις, το γεγονός δε, ότι το όχημα αυτό δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος, από τα αστυνομικά όργανα του Τ.Τ.
Γιαννιτσών, που κατέφθασαν στον τόπο όπου συνέβη ώρα 15.20', δικαιολογείται πλήρως εφόσον δεν προέκυψε ότι ο οδηγός του αντιλήφθηκε το ατύχημα και σταμάτησε την πορεία του, αλλά, προφανώς συνέχισε την κίνηση του. Εξάλλου, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αν δεν υπήρχε το εν λόγω όχημα και ο Η.
Τ. είχε ενεργήσει την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα, όταν το αυτοκίνητο του P. F. βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση πίσω του, ο τελευταίος δεν θα είχε κανένα λόγο να επιχειρήσει να ενεργήσει υπέρβαση του, αλλά θα συνέχιζε ανεμπόδιστα την ευθεία πορεία του προς Θεσσαλονίκη. Σημειώνεται και ότι, οι ενάγοντες στις ένδικες αγωγές, αρνούνται το γεγονός ότι, όπως ανάφερε ο P. F., στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που υπέβαλε στην ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική του εταιρία, στο απολογητικό του υπόμνημα και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο Η.
Τ. είχε εισέλθει στην ΕΟ λίγο πριν το ατύχημα, κινούμενος από το ύψος αγροτικής οδού, από την πλευρά του αντιθέτου ρεύματος πορείας της και έλαβε κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, ο ανωτέρω, όμως, μάρτυρας τους Π. Π. επιβεβαίωσε το γεγονός αυτό και συγκεκριμένα κατέθεσε, ότι "πολύ πιο πίσω, πάνω από 200 μέτρα, πριν από ένα κάθετο δρόμο βγαίνανε, είχαν σταματήσει δεξιά, στο έρεισμα.
Αρχικά ερχόντουσαν από Θεσσαλονίκη, είδαν ένα κατάστημα, σταμάτησαν στα 300 μέτρα πιο κάτω και επέστρεψαν πίσω". Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 556/2003). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ειδικότερα δε ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-7-2007 προανακριτικής κατάθεσης του πρώτου των αναιρεσειόντων Η.
Τ., ενώπιον του αρχιφύλακα του Α.Τ. Αμυνταίου Στέφανου Δάνη, Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω "έκθεση εξέτασης" δεν αποτελεί "έγγραφο" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή της, αλλά, αφού την ανέγνωσε σωστά, την συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο εν λόγω αναιρεσείων οδηγός κατέθεσε ότι "δεν αντιλήφθηκε καθόλου την κίνησή του (του πρώτου αναιρεσιβλήτου) στην οδό, παρότι προέβη σε σχετικό έλεγχο πριν ενεργήσει τον ελιγμό του προς το αντίθετο ρεύμα (από τον έλεγχο αυτόν "δεν διαπίστωσε την κίνηση άλλου αυτοκινήτου")" αποδίδει πλήρως το νόημα της σχετικής περικοπής της προανακριτικής κατάθεσης του πρώτου των αναιρεσειόντων, η οποία έχει ως εξής: " Όταν δε έφθασα ακριβώς στο σημείο της διασταύρωσης
έλεγξα και πάλι πίσω μου και διαπίστωσα ότι με την αριστερή μου στροφή δεν θα εμπόδιζα την κίνηση οχημάτων πίσω μου και ότι από το αντίθετο ρεύμα δεν ερχόταν αυτοκίνητο. Έτσι ξεκίνησα την αριστερή στροφή".
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή οπό το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση, του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 23 παρ. 2 και 4 ν. 2696/1999 " 2. Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού.
Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει .... 4. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι Οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια.".
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα. 2. Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά.
Κατ' εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα ή τα ζώα του προς την πλευρά αυτήν.". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 εδ. α' και β' του Κ.Ο.Κ. " 1. Η χρήση ηχητικών οργάνων προειδοποίησης επιτρέπεται μόνο:
α) Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, για την αποφυγή δυστυχήματος, β) Εκτός κατοικημένων περιοχών, κατά το προσπέρασμα, για να ειδοποιηθώ ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος, αν αυτό είναι απαραίτητο.". Κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Η. Τ., πρώτου αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας, την οποία επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα.
Συγκεκριμένα, προσάπτει σ' αυτόν ότι, ενώ εκινείτο επί της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης- Έδεσσας με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη με το όχημά του, το οποίο προπορευόταν δύο άλλων αυτοκινήτων, το δεύτερο των οποίων οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και ενώ ο τελευταίος επιχείρησε να ενεργήσει νόμιμη υπέρβαση των προπορευομένων δύο αυτοκινήτων, αφού χρησιμοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του αυτοκινήτου του, αυτός (αναιρεσείων) τη στιγμή που η υπέρβαση βρισκόταν σε εξέλιξη, πραγματοποίησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά επιχειρώντας να κατευθυνθεί προς αγροτική οδό και διασχίζοντας καθέτως το αντίθετο ρεύμα πορείας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν μπορεί να προβεί με ασφάλεια στην ενέργειά του αυτή, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ενεργούντος την υπέρβαση αναιρεσιβλήτου.
Επίσης απέκλεισε με σαφή αιτιολογία, κάθε περίπτωση αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν προέκυψε ότι οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπομένης των 90 χ/ω, άρχισε να ενεργεί την επιτρεπτή στο σημείο εκείνο υπέρβαση, αφού διαπίστωσε ότι μπορεί να την ενεργήσει με ασφάλεια, δοθέντος ότι στο αντίθετο ρεύμα πορείας δεν εκινούντο αυτοκίνητα, και δεν ήταν δυνατό να προβλέψει την ως άνω αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού, ο οποίος τον αιφνιδίασε.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κ α τ ά τ η γ ν ώ μ η ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, το Εφετείο, με τις άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και 297,298, 300 και 914 του Α.Κ., σχετικά με την συμπεριφορά του εναγόμενου - πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ζημιογόνου υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Ειδικότερα: Για να καταλήξει στην έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του εν λόγω οδηγού και να κρίνει αποκλειστικώς υπαίτιο τον αναιρεσείοντα οδηγό δέχεται, ότι, ενώ τα τρία αυτοκίνητα εκινούντο προς Θεσσαλονίκη, με πρώτο κατά σειρά το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος και τρίτο εκείνο του αναιρεσιβλήτου, στο δε αντίθετο ρεύμα δεν εκινείτο κανένα όχημα, ο τελευταίος χρησιμοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του αυτοκινήτου του και επιχείρησε να ενεργήσει υπέρβαση των προπορευομένων του οχημάτων, την οποία (υπέρβαση) χαρακτηρίζει καθ' όλα επιτρεπτή, τη στιγμή όμως που η υπέρβασή του βρισκόταν σε εξέλιξη, ο αναιρεσείων πραγματοποιώντας αιφνίδιο ελιγμό προς αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο με την κατεύθυνσή τους ρεύμα πορείας, όπου ήδη το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα οχήματα, όταν παρεμβλήθηκε το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος κάθετα στην πορεία του αναιρεσιβλήτου, να επέλθει σύγκρουση των δύο οχημάτων, παρά τον ελιγμό που ενήργησε προς τα αριστερά ο τελευταίος.
Δεν αναφέρει όμως, όταν χαρακτηρίζει καθ' όλα επιτρεπτή την υπέρβαση των δύο προπορευόμενων αυτοκινήτων, α) ποια ήταν η απόσταση που χώριζε το (τρίτο στη σειρά) όχημα του αναιρεσιβλήτου από το (πρώτο) όχημα του αναιρεσείοντος, όταν έλαβαν χώρα οι ενέργειες, στις οποίες, κατά τις παραδοχές του, προέβη ο εν λόγω αναιρεσίβλητος (χρήση αριστερού δείκτη κατεύθυνσης, κίνηση στο αντίθετο ρεύμα) και συγκεκριμένα ποια ήταν η απόσταση που διατηρούσε έκαστο των δύο ακολουθούντων αυτοκινήτων από το προπορευόμενο αυτού, β) ποια ήταν η απόσταση μεταξύ των αυτοκινήτων των διαδίκων, όταν ο προπορευόμενος αναιρεσείων ήταν σε θέση να αντιληφθεί την κίνηση του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου και γ) εάν και σε ποιο χρονικό σημείο ο πρώτος των αναιρεσειόντων έκανε χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης.
Δεν καθίσταται δηλαδή σαφές, αν ο προπορευόμενος αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το ως άνω τρίτο όχημα στο αντίθετο ρεύμα να επιχειρεί την υπέρβαση, πριν αυτός καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει κατεύθυνση και πριν ξεκινήσει τον ελιγμό του οχήματός του προς τα αριστερά και από απόσταση τέτοια, που θα καθιστούσε το προσπέρασμα από πλευράς του αναιρεσίβλητου οδηγού ακίνδυνο, ή αν, αντιθέτως, απέκτησε τη δυνατότητα (ο αναιρεσείων) να αντιληφθεί την ως άνω κίνηση του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου από πολύ μικρή απόσταση και όταν αυτός είχε ήδη καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει κατεύθυνση, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ενεργήσας την υπέρβαση οδηγός δεν είχε βεβαιωθεί ότι μπορούσε να προβεί στην ενέργειά του αυτή χωρίς κίνδυνο.
Δεν συνυπολογίζεται επίσης, προκειμένου να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί των προδιαληφθέντων, το εάν επηρέασε την ορατότητα του αναιρεσείοντος το δεύτερο άγνωστο αυτοκίνητο, του οποίου το είδος και, συνακόλουθα, ο όγκος δεν αναφέρονται, το οποίο, υπό προϋποθέσεις (μικρών αποστάσεων μεταξύ των κινουμένων αρχικά σε φάλαγγα οχημάτων, μεγάλου όγκου παρεμβαλλόμενου οχήματος), θα μπορούσε να αποκλείσει από τον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος την θέα του ακολουθούντος τρίτου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου μέχρι εκείνο να βρεθεί σε πολύ μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, οπότε, ενδεχομένως, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί συντρέχον πταίσμα του αναιρεσίβλητου οδηγού, διότι οι επικρατούσες συνθήκες καθιστούσαν την υπέρβαση, ενέργεια μη επιτρεπόμενη.
Μετά την απόρριψη των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης και εφόσον έχει κριθεί αμετάκλητα ότι ο πρώτος των αναρεσιβλήτων ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα- ενάγουσα παραπονείται για την απόρριψη του στηριζομένου στη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. κεφαλαίου της αγωγής της, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης, αξίωσε για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης στοιχεία περισσότερα των όσων κατά νόμο απαιτούνται.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 4194243/2013 τριπλότυπο παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ, 4 εδ, ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 142/19-6-2013 αίτηση για αναίρεση της 104/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ -Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο,
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ