1307/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1307/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης μπορεί να προτείνει, και κατά την περίπτωση αυτή, την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς του ενάγοντος ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραλειφθείς στις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγές αυτές προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1307/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2032/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 767/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 26-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927) προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, η προαγωγή στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή, θα πρέπει δε να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, δηλαδή πέντε χρόνια στον βαθμό του Τμηματάρχη, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) επίδειξη κατά την άσκηση της υπηρεσίας εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας, ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση του κρινόμενου υπαλλήλου και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτήν.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως, υπό την οποία τελεί η προαγωγή του υπαλλήλου παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη και η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).
Κατάφωρα δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης του υπαλλήλου. Αν στην συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης μπορεί να προτείνει, και κατά την περίπτωση αυτή, την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς του ενάγοντος ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραλειφθείς στις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγές αυτές προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στις 8-8-1973 (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το έτος 1993) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στον ταμιακό κλάδο, τοποθετηθείς στο Κεντρικό Κατάστημα της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα στην Διεύθυνση Ταμείων αυτού, όπου και απασχολήθηκε στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης ξένων τραπεζογραμματίων, συναλλάγματος, καταθέσεων, δεσμευμένων καταθέσεων και αδρανών λογαριασμών, έως την 1-6-1988.
Από 2-6-1988 υπηρέτησε στην Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης και στο Τμήμα Ελέγχου Διαχειρίσεων Κεντρικού Καταστήματος, όπου από 22-3-1994 του ανατέθηκαν καθήκοντα Ελεγκτή Διαχειρίσεων στο Τμήμα Ταμείων Τίτλων. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα στο επίπεδο του "πολύ καλά" και την Γαλλική στο επίπεδο του "καλά".
Έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο και συμμετείχε σε επιτροπές αξιολόγησης προσφορών - προμηθειών της αναιρεσείουσας Τράπεζας, καθώς και στην σύνταξη σχεδίου Κανονισμού Λειτουργίας του Τμήματος Ταμειακών Συναλλαγών. Εξελίχθηκε βαθμολογικά έως τον βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-4-1993.
Τα έτη 2001 και 2002 αξιολογήθηκε ως "εξαίρετος", με την σημείωση ότι έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται εύκολα σε διαφορετικά καθήκοντα, καθώς και προθυμία για απόκτηση νέων γνώσεων. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002 - συνεχίζει το Εφετείο - η αναιρεσείουσα Τράπεζα, με την από 27-5-2002 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της, προήγαγε 75 συνολικά υπαλλήλους της στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, παραλείποντας να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο, μεταξύ δε των προαχθέντων, κατά τις κρίσεις αυτές, ήταν και ο υπάλληλος της Τράπεζας Β.
Β. (στην σύγκριση με τον οποίο αναφέρεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως). Ο προαχθείς Β. Β. - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - προσλήφθηκε στις 8-7-1974 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-10-1995. Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οργανώσεως και Προγραμματισμού και στο Τμήμα Καταθέσεων του Τομέα Οργανώσεως. Άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου από 2-10-2000 στο Τμήμα Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Υποστήριξης Διαδικασιών.
Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών Παρακολούθησε έξι επιμορφωτικά σεμινάρια και έχει συντάξει σχέδιο κανονισμού προμηθειών για το τμήμα καταθέσεων, σχέδιο αλλαγής της διαδικασίας απόδοσης, επιστροφής διαφοράς τόκων και σχέδιο σχετικών εντύπων, πρόταση τροποποίησης της διαδικασίας πληρωμής επιταγών τραπεζών, σχέδιο αλλαγής των διαδικασιών για παρακολούθηση και απόδοση δεσμευμένων καταθέσεων, ενώ συμμετείχε και στη σύνταξη μελετών για λογιστικό σχέδιο και σχέδιο διοικητικής λογιστικής και κοστολόγησης εργασιών.
Υπήρξε εισηγητής σεμιναρίου επιμορφώσεως προσωπικού υποκαταστημάτων και πρακτορείων, καθώς και σεμιναρίων εκπαιδεύσεως προσωπικού διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων στην εφαρμογή νέων μηχανογραφικών συστημάτων και μεθόδων. Τα έτη 1989 και 1999 αξιολογήθηκε ως "εξαίρετος". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι από την σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) με εκείνα του παραπάνω προαχθέντος συναδέλφου του προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέχει έναντι αυτού:
α) ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά ένα έτος, β) ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δύο έτη, γ) ως προς την γνώση ξένων γλωσσών, δ) ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, τόσο από απόψεως διάρκειας όσο και από απόψεως σπουδαιότητας των θέσεων ευθύνης, στις οποίες υπηρέτησε ο αναιρεσίβλητος, κριτήριο το οποίο αποτελεί ουσιαστικό προσόν και το πλέον νευραλγικής σημασίας στοιχείο, με ιδιάζουσα βαρύτητα στην κρίση για την προαγωγή, καθόσον έχει σχέση με την διοικητική δεξιότητα, την υπηρεσιακή ικανότητα και την ουσιαστική επαγγελματική καταλληλότητα του υπαλλήλου στις εργασίες της αναιρεσείουσας Τράπεζας.
Στον τομέα αυτό - γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο - ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταδήλως του παραπάνω προαχθέντος συναδέλφου του, κατά τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, καθόσον υπηρέτησε σε σημαντικές και νευραλγικές θέσεις ευθύνης, ως ελεγκτής διαχειρίσεων όλων των Ταμείων του Κεντρικού Καταστήματος της αναιρεσείουσας, γεγονός που καταδεικνύει την εργατικότητα και αποτελεσματικότητα αυτού στην άσκηση διοικητικών καθηκόντων, ε) επιπλέον ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταδήλως του συγκρινομένου και ως προς τον ποιοτικό χαρακτηρισμό της υπηρεσιακής του απόδοσης, αφού οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις αξιολογήσεως αυτού (αναιρεσιβλήτου) αφορούν την επίδικη προαγωγική περίοδο και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αντιπαραβληθούν με εκείνες του συγκρινόμενου συναδέλφου του.
Τέλος - γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο - ότι ο αναιρεσίβλητος και ο προαχθείς συγκρινόμενος Β. Β. είναι ισοδύναμοι ως προς τον τίτλο σπουδών (απόφοιτοι Γυμνασίου), ο δε αναιρεσίβλητος υστερεί μόνο του συγκρινομένου ως προς τον αριθμό παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι του συναδέλφου του Β.
Β. και ότι, επομένως, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας Τράπεζας, παραλείποντας τον αναιρεσίβλητο και προάγοντας αντί αυτού τον παραπάνω συνάδελφό του στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-5-2002, παρακώλυσε εναντίον των αρχών της καλής πίστεως την πλήρωση της συμβατικής αιρέσεως, από την οποία είχε εξαρτηθεί η προαγωγή του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο έτσι κατάφωρα αδίκησε, με αποτέλεσμα να θεωρείται η αίρεση αυτή ως πληρωθείσα έκτοτε.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 207 ΑΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου και ενιαίως διατυπούμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω το Εφετείο, ως προς την διακωλυτική ένσταση, που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της η εναγόμενη - αναιρεσείουσα Τράπεζα, σύμφωνα με την οποία κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις δεν προήχθησαν και οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου 1, Δ.
Γ. και Η. Ζ., οι οποίοι υπερείχαν αυτού, ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα και θα είχαν προαχθεί εκείνοι αντί του ενάγοντος, δέχθηκε ότι η εν λόγω διακωλυτική ένσταση δεν αποδείχθηκε, καθόσον η εναγομένη, προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητάς της, ουδέν έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε, ούτε εξέτασε μάρτυρα, και έτσι δεν απέδειξε την επικαλούμενη (απλή) υπεροχή, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, των προτεινομένων από αυτή με την διακωλυτική ένστασή της υπαλλήλων της έναντι του ενάγοντος, όπως ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη διακωλυτική ένσταση.
Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της διακωλυτικής ενστάσεως, που προέβαλε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι ουδόλως αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων προς προαγωγή υπαλλήλων, που είχαν συμπληρώσει έως την 1-4- 2001 τον απαιτούμενο χρόνο για προαγωγή στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, τον οποίο (πίνακα) συνέταξε η συσταθείσα προς τούτο από την αναιρεσείουσα Γνωμοδοτική Επιτροπή.
Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό και επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων όσων εκτέθηκαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 767/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ