Supreme Court partially allows appeal against administrative contract dismissal, remanding case for re-examination by different judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a claim for unpaid compensation for an informal work contract with a municipality. The appellant argued the contract was civil, while the lower court deemed it administrative due to the public cemetery's nature. The Court found the lower court erred in applying Article 559 of the Code of Civil Procedure regarding the municipality's superior position. Consequently, the decision dismissing the compensation claim was annulled, and the case was remanded to a different panel of the Second Instance Court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 341, 345, 346 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a municipality concludes an informal work contract with a private individual for cemetery maintenance, the contract is governed by private law principles, and the municipality cannot claim a superior position to avoid payment of agreed remuneration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1307/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη Αθανάσιο Κουτρομάνο, και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κοντομηνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Π. Φαλήρου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού και εδρεύει στο Παλ.Φάληρο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέλιο Βλαχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8581/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 3121/1998 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/1999 μη οριστική και 7022/2005 οριστική. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-8-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1 περ. α, 269, 300, 553, 565, 570 ΠΑΡ.1 και 577 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αίτησης για αναίρεση και των προσθέτων λόγων, για το παραδεκτό όμως των οποίων αυτές πρέπει να προτείνονται με τις προτάσεις του διαδίκου, που κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο (ΑΠ 1339/03) Η προβολή άλλων καταλυτικών του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος είναι απαράδεκτη, διότι η προβολή τους προϋποθέτει την εκκρεμοδικία της αγωγής, η οποία περατώνεται με την έκδοση οριστικής απόφασης. Η άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο αυτό μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 994/06) Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις, που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (23.03.2010) ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος από τον ενάγοντα και απαραδέκτου της αίτησης για αναίρεση.
Π. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του ΑΚ, 222 παρ. 1 περίπτ. γ' ΚΠολΔ και 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού των νπδδ" που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των νπδδ αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής.
Άρα εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340, 345 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Ως αγωγή, εξάλλου, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 345-346 του ΑΚ όσο και κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, με την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε απλώς στη θέσπιση ευνοϊκότερες για τα ν.π.δ.δ.
ρύθμισης ως προς το ύψος του επιτοκίου και την έναρξη της οφειλής τόκων, νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε σύληση προς εκπλήρωση της παροχής (άρθρο 79 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1, 223 παρ. 1, 295 παρ. 1 του ΚπολΔ, περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα.
Εκλείπουν επομένως όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος. Με βάση τις σκέψεις αυτές, αν επί αγωγής κατά ν.π.δ.δ., με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση. (Ολ.ΑΠ 10/08, 7/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εναντίον του αναιρεσιβλήτου Δήμου, όπως το αίτημα αυτής από καταψηφιστικό παραδεκτώς περιορίστηκε με τις προτάσεις σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως, για την αναφερόμενη στην αγωγή αιτία, το ποσό των 40.724.000 δρχ.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δικάζοντας έφεση του ενάγοντος, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δίκασε επί της αγωγής αυτού εναντίον του εναγομένου Δήμου Παλαιού Φαλήρου, δέχθηκε αυτή εν μέρει, απέρριψε δε το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή τόκων, με την αιτιολογία ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό της αίτημα και συνεπώς δεν οφείλονται τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, ούτε τόκοι υπερημερίας από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 του ν.δ.496/1974 και 345,346 ΑΚ κα συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος. III. Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήριο υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου, ενώ αντίθετα όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου ιδρύεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. (ΑΕΔ 2/1993, Ολομ.ΑΠ 5/1995, 138/1966).
Με το άρθρο δε 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολομ. ΑΠ 7/2001, 8/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολομ. ΑΠ 218/1977, ΑΠ 786/07). Τέλος, κατά το άρθρο 966 ΑΚ εκτός συναλλαγής πράγματα είναι "και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών".
Σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα κοιμητήρια ή νεκροταφεία, τα οποία κατά το άρθρο 2 παρ.2 και 4 του α.ν. 582 της 28/28-9-1968 "περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων" και τον α.ν. 987/1946 "περί συμπληρώσεως εκκλησιαστικών τινών νόμων" σε συνδυασμό, αντίστοιχα προς το άρθρο 968 ΑΚ ιδρύονται από τους Δήμους και Κοινότητες, μετά πρόταση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και σύμφωνη γνώμη του οικείου νομίατρου, ανήκουν δε κατά κυριότητα στους ιδρύσαντες αυτά και έχοντες τη διοίκηση και διαχείριση τους Δήμους και Κοινότητες, τα δε δικαιώματα ταφής και η εν γένει λειτουργία τους ρυθμίζονται με κανονισμό, που ψηφίζεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, η δε λειτουργία τους εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην αγωγή του, ότι με άτυπη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εναγομένου Δήμου Παλ. Φαλήρου, την 24.3.1994, ο τελευταίος ανέθεσε σ' αυτόν το έργο της αφαίρεσης, κατά τις γενόμενες στο κοιμητήριο του εναγομένου Δήμου εκταφές, των προκατασκευασμένων στοιχείων των τάφων από τους οποίους γίνονταν οι εκταφές και ότι το έργο αυτό εκτέλεσε ο εναγόμενος, με τη χρήση ανυψωτικού μηχανήματος (κλάρκ) μέχρι 15.2.1995 απασχοληθείς επί 265 ημέρες, χωρίς ο εναγόμενος εργοδότης, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, να του καταβάλει το ποσό των 5.300.000 δραχμών, ήτοι 20.000 δρχ.
για κάθε ημέρα απασχόλησης του για την εκτέλεση του προαναφερομένου έργου. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε ο ενάγων με την αγωγή του, επικαλούμενος επικουρικά και τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει και το άνω ποσό των 5.300.000 δραχμών.
Το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάζοντας έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το άνω κεφάλαιο, δεχόμενο ότι στερείται δικαιοδοσίας, διότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα άτυπη σύμβαση έργου, είναι διοικητική ως καταρτισθείσα μεταξύ ενάγοντος και του εναγομένου ν.π.δ.δ Δήμου Παλαιού Φαλήρου, στον οποίο ανήκει κατά κυριότητα το κοιμητήριο και ο οποίος έχει τη διοίκηση και διαχείριση αυτού, με την μεταξύ δε των διαδίκων καταρτισθείσα ατύπως σύμβαση εξυπηρετείτο ο άνω δημόσιος σκοπός.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος εργολάβου, αφού δεν δέχεται ότι με την μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση έργου, είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει είτε δυνάμει ρητρών σ' αυτή ο εναγόμενος Δήμος, βρίσκεται, χάριν του σκοπού που επιδιώχθηκε με τη σύμβαση, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του εργολάβου, η οποία δεν προσιδιάζει στον με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό και υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων, ο οποίος λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εν μέρει, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε το άνω κεφάλαιο της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση.
Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν εξ ολοκλήρου (άρθρο 22 παρ.2 περ. β' ν.3693/57 και άρθρο 276 παρ.1 ν.3483/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων").
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.7.022/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει εξολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ