Legislator Case Law & Legislation
1307/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and additional grounds due to procedural defects and unsupported factual distortions.

Case Number 1307/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional grounds against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court distorted the credit agreement's content and based its ruling on false factual premises regarding the loan's purpose. The court rejected these claims as unfounded because the lower court's factual findings were legally justified and the appeal did not meet the strict procedural requirements for additional grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 569(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to demonstrate that the lower court distorted the contract's content or relied on false facts, and additional grounds are inadmissible if filed outside the statutory time limits.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural defects factual distortion additional grounds time limits code of civil procedure unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(3) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1307 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1.307/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ...και προσωρινά διαμένοντος στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεοφάνη Σαξώνη και Σπυρίδωνα Δήμα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "HSBC France" (πρώην με τις διαδοχικές " C C F" (ΣΕ ΣΕ ΕΦ) και "CREDIT COΜMERCIAL DE FRANCE S.A" (ΚΡΕΝΤΙ ΚΟΜΕΡΣΙΑΛ ΝΤΕ ΦΡΑΝΣ), που εδρεύει στο ... και διατηρεί νομίμως εγκατεστημένο υποκατάστημα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Αγγελάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Δεκεμβρίου 1988 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/1989 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 5957/1990, 10765/1995 προδικαστικές του Εφετείου Αθηνών και 4287/2001 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Οκτωβρίου 2001 αίτησή του ως και τους από 7 Φεβρουαρίου 2007 προσθέτους επ' αυτής λόγους αναίρεσης .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε τις από 1 Μαρτίου 2006 και 26 Φεβρουαρίου 2007 εκθέσεις, του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Εισηγητή Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κανελλόπουλου, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως και β) να απορριφθούν οι πρόσθετοι λογοι αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 1107/5.10.2001 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, 50/7.2.2007, δικόγραφο πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 4287/25.5.2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 348/13.1.1989 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εδιώκετο η απόδοση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη του αναφερόμενου στο ιστορικό της ομολόγου, αναγνωριζομένου παράλληλα ως μόνου δικαιούχου αυτού.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 5415/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 11654/26.10.1989 έφεση του ενάγοντος, αρχικά η 5957/1990 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ' αποδοχή της και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβαθμίας αποφάσεως, τάχθηκε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά της αξιολογηθείσης ως νόμιμης αγωγής του πραγματικά περιστατικά, και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή τους, η 4287/2001 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική επί της αγωγής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: ""Μεταξύ του Κυπρίου υπηκόου ΑΑ και της εναγομένης αλλοδαπής Τράπεζας με την επωνυμία "CREDIT COMMERCIAL DE FRANCE S.A.", που εκπροσωπείτο από τους νόμιμους εκπροσώπους της ΒΒ και ΓΓ, καταρτίσθηκε στην ...

στις 10.4.1986 σύμβαση πιστώσεως (δανείου) ευρωδολλαρίων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό για το ποσό δολλαρίων Η.Π.Α. 200.000, η οποία διέπεται από τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται σ' αυτήν. Τη σύμβαση αυτή συνυπέγραψε ως εγγυητής υπέρ του ως άνω πιστούχου ο ενάγων, ο οποίος, σύμφωνα με τον όρο 15 της εν λόγω συμβάσεως εγγυήθηκε ρητώς και ανεπιφυλάκτως έναντι της εναγομένης (Τράπεζας) την εμπρόθεσμη, προσήκουσα, πιστή και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου της συνομολογουμένης πιστώσεως, πλέον τόκων, προμηθειών ως και εν γένει επιβαρύνσεων και εξόδων και, γενικά, εγγυήθηκε την από τον πιστούχο εκπλήρωση όλων των διά της συμβάσεως αναληφθεισών υποχρεώσεων, ενεχόμενος εις ολόκληρον, με αυτόν και ως αυτοφειλέτης.

Συγχρόνως παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα της ενστάσεως της διζήσεως, ως και του δικαιώματος του να προτείνει κατά της εναγομένης Τράπεζας της ενστάσεις του πιστούχου, ενώ με τον όρο 19 συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση ακυρότητος οποιουδήποτε όρου της συμβάσεως, δεν θα παραβλάπτεται το κύρος των λοιπών.

Περαιτέρω, και προς μεγαλύτερη αποσαφήνιση των όσων ανωτέρω συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, καταρτίσθηκε κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία (10.4.1986) μεταξύ αυτών, χωριστή σύμβαση εγγυήσεως, με την οποία ο ενάγων, αφού δήλωσε ρητά ότι έλαβε γνώση όλων των όρων της ανωτέρω από 10.4.1986 συμβάσεως πιστώσεως, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ του κατονομαζόμενου "πελάτου" της Τράπεζας ΑΑ, την τήρηση τοον όρων της συμβάσειος αυτής, ως και την ολοκληρίοτική εξόφληση του καταλοίπου κατά το κλείσιμο του ανοικτού λογαριασμού ή του υπολοίπου του δανείου κατά τη λήξη του, ή όταν τούτο καταστεί απαιτητό για οποιοδήποτε λόγο, κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, προμήθειες και ανατοκισμό.

Και στη ξεχωριστή αυτή σύμβαση εγγυήσεως παραιτήθηκε ο ενάγων του ευεργετήματος της διζήσεως και πάσης εν γένει ενστάσεως του, που απορρέει από τα άρθρα 853, 855, 856, 858, 859, 860, 862, 863, 864, 867 και 868 Α.Κ. Ακολούθως, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης (Τράπεζας) κατά του πιστούχου της ΑΑ, καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής (Τράπεζας), που εκπροσωπείται ως ανωτέρω, και του ενάγοντος, η από ιδία" επίσης ημερομηνία (10.4.1986) σύμβαση ενεχυριάσεως, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ενεχυρίασε στην εναγομένη τις απαιτήσεις του, από το υπ' αριθμ. ...

ομόλογο καταθέσεως, ποσού δολλαρίων ΗΠΑ 187.500, παρέδωσε δε τον εν λόγω τίτλο (ομόλογο) στην εναγομένη, ώστε η τελευταία να καταστεί νομέας αυτού λόγω ενεχύρου, συνταγείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. ... πράξεως θεωρήσεως ιδιωτικού εγγράφου και συμβάσεως ενεχύρου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Στεφάνου - Συκιώτη.

Στη σύμβαση ενεχυριάσεως, γίνεται ρητή αναφορά της άνω συμβάσεως πιστώσεως προς τον ΑΑ, και ότι η σύμβαση αυτή γίνεται προς εξασφάλιση όλων των απαιτήσεων της εναγομένης επί των ενεχυριασθεισών καταθέσεων (ομολόγου) του ενάγοντος. Ειδικότερα με τον όρο 2 της συμβάσεως ενεχυριάσεως συμφωνείται ρητά μεταξύ των διαδίκων, ότι τόσο το κεφάλαιο, όσο και οι αναλογούντες σ' αυτό τόκοι της καταθέσεως (υπ' αριθμ. ...

ομολόγου) του ενάγοντος, θα παραμείνουν στα χέρια της Τράπεζας (εναγομένης) μέχρι την εκ μέρους του πιστούχου ΑΑ πλήρη και ολοσχερή αποπληρωμή της χορηγηθείσης, σ' αυτόν κατά τα άνω πιστώσεως, κατά τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονται στη σχετική σύμβαση. Με τον όρο δε 4 της συμβάσεως ενεχυριάσεως ο ενάγων εξουσιοδοτεί ανεκκλήτως την εναγομένη να ικανοποιεί κατά πάντα χρόνο κάθε απαίτηση της εναντίον του ΑΑ, η οποία απορρέει από την παραπάνω σύμβαση της πιστώσεως, με αντίστοιχη συμψηφιστική χρέωση της ενεχυριασμένης καταθέσεως και να αναλαμβάνει στην κυριότητά της τα κεφάλαια της καταθέσεως και να τα κρατεί ως ασφάλεια, για την εξόφληση των απαιτήσεων της κατά του ως άνω πιστούχου.

Και οι τρεις ως άνω συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων συνομολογούνται από τους τελευταίους με την αγωγή και τις προτάσεις τους, οι οποίοι άλλωστε τις επικαλούνται και τις προσκομίζουν νομίμως, σε τρόπον ώστε να υπάρχει πλήρης απόδειξη, ως προς όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ τους. Όλες δε οι συμβάσεις αυτές, οι οποίες συνήφθησαν προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εναγομένης πιστώτριας Τράπεζας, έναντι του πιστούχου της ΑΑ, ήταν από τις συνήθεις, τραπεζικές πράξεις και συναλλαγές και έχουν διατυπωθεί σαφώς και ευκρινώς, σε τρόπον ώστε το περιεχόμενο τους να γίνεται άμεσα αντιληπτό από το μέσο συναλλασσόμενο, που έχει στοιχειώδη συναλλακτική πείρα, και να μην υπάρχει η δυνατότητα μεταβολής ή κατά οποιοδήποτε τρόπο διαφοροποίησης των όσων προφορικά είχαν συμφωνηθεί πριν από την έγγραφη διατύπωσή τους, αφού αυτό θα γινόταν αμέσως αντιληπτό από το συμβαλλόμενο μέρος, που κατά τις διαπραγματεύσεις είχε εκφράσει διαφορετικές απόψεις και είχε γίνει αποδεκτό να συμπεριληφθούν αυτές στις έγγραφες συμβάσεις, που θα ακολουθούσαν.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι σε όλες τις παραπάνω συμβάσεις και πριν από την υπογραφή του ενάγοντος γίνεται μνεία, ότι αυτός (ενάγων) έλαβε γνώση και αποδέχθηκε το περιεχόμενο τους και κατόπιν αυτού έθεσε την υπογραφή του. Ισχυρίζεται ωστόσο ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, ότι οι άνω συμβάσεις είναι άκυρες, εκτός των άλλων, και για τον λόγο ότι παραπλανήθηκε ως προς το περιεχόμενό τους, συνέπεια απάτης που μετήλθαν εις βάρος του οι δύο υπάλληλοι της εναγομένης, ΒΒ και ΓΓ, που ενήργησαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι της, κατά την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, οι οποίοι, σε συνεννόηση με τον άνω πιστούχο ΑΑ, τον διαβεβαίωσαν ψευδώς, ότι οι συμβάσεις που θα καταρτιζόταν θα αφορούσαν εγγύηση της εναγομένης Τράπεζας για την αποπληρωμή πιστωθέντος μέρους του τιμήματος γεωτρητικών μηχανημάτων, τα οποία πωλήθηκαν από την εταιρεία που εκπροσωπούσε ο ΑΑ, προς την εταιρεία που εκπροσωπούσε αυτός και ότι οι συμβάσεις αυτές, θα συνδέονταν με τις έξι ισόποσες εξαμηνιαίες συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί ως εκπρόσωπος της εταιρείας του, έναντι του πιστωθέντος κατά τα άνω τιμήματος, με την πληρωμή των οποίων θα απελευθερωνόταν κατά ίσο ποσό σταδιακά το άνω ομόλογο, που δόθηκε ως ενέχυρο στην εναγομένη και θα εξοφλείτο η πίστωση των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ που θα χορηγείτο υπέρ της πωλήτριας των άνω μηχανημάτων εταιρείας, ενώ παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές τίποτα σχετικό δεν περιελήφθη στις άνω συμβάσεις, τις οποίες, λόγω της απειρίας του και της απάτης που διήλθαν εις βάρος του οι ανωτέρω, υπέγραψε ως έχουν.

Σε σχέση με οσα ανωτέρω ισχυρίζεται ο ενάγων, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύονται τα εξής: Πράγματι, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 9.4.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως μηχανήματος υπό τον όρο παρακράτησης της κυριότητας, σε συνδυασμό με τις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, με σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε στην ...

στις 9.4.1986 μεταξύ της εταιρείας "ΝΙΡΚΟΝ ΙΝΤΖΙΝΙΡΙΝ Α.Ε.", που εκπροσωπείτο από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΑ, και της εταιρείας "Χ ΚΑΙ Σια Ο.Ε." που εκπροσωπείτο διά του νομίμου εκπροσώπου της Χ (ενάγοντος), η πρώτη επώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα υπό στοιχεία ... και ... πλήρη γεωτρύπανα -μηχανήματα, αντί τιμήματος 131.775.798 δρχ., εκ των οποίων, 26.355.798 δρχ.

κατεβλήθησαν με την υπογραφή του άνω συμφωνητικού και το υπόλοιπο εκ δρχ. 105.420.000 δρχ., συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε έξι ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, 17.750.000 δρχ. εκάστη, της πρώτης καταβληθησομένης την 1.4.1987 και της τελευταίας την 1.10.1989 συμφωνηθέντος να εκδοθούν προς τούτο, εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας, έξι συναλλαγματικές, ποσού ίσου προς εκάστη δόση (17.570.000 δρχ.) και λήξεως κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο πληρωμής αυτών (δόσεων), τις οποίες θα αποδεχόταν η αγοράστρια, των άνω μηχανημάτων, εταιρεία.

Των μηχανημάτων αυτών συμφωνήθηκε η παρακράτηση της κυριότητος από την πωλήτρια εταιρεία, μέχρι αποπληρωμής του τιμήματος από την αγοράστρια. Στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως καμιά αναφορά δεν γίνεται για την χορήγηση προς την πωλήτρια εταιρεία, ή τον νόμιμο εκπρόσωπό της ΑΑ, πιστώσεως σε ευρωδολλάρια, από την εναγομένη Τράπεζα, που θα λειτουργούσε ως αλληλόχρεος λογαριασμός, την οποία θα εγγυάτο υπέρ αυτού η πωλήτρια εταιρεία ή ο νόμιμος εκπρόσωπός της (ενάγων), ούτε επίσης ότι ο τελευταίος προς εξασφάλιση τους θα έδιδε το δικαίωμα στην εναγομένη για την ενεχυρίαση καταθέσεων του σ' αυτήν, σε συνδυασμό προς την άνω πώληση και το πιστωθέν υπόλοιπο του τιμήματος, καθώς και τις συναλλαγματικές που επρόκειτο να εκδοθούν από την πωλήτρια εταιρεία και θα αποδεχόταν η αγοράστρια, ως πρόσθετη εξασφάλιση του πιστωθέντος τιμήματος των μηχανημάτων.

Ούτε όμως και στις άνω συμβάσεις, πιστώσεως εγγυήσεως και ενεχυριάσεως, γίνεται οποιαδήποτε μνεία, η οποία να συνδέει την άνω πώληση και το πιστωθέν τίμημα, προς τις συμβάσεις αυτές. Σχετικά με τα ανωτέρω, ο μάρτυρας του ενάγοντος ΔΔ, με τον οποίο ο ενάγων επρόκειτο να συστήσει εταιρεία και να συνεργασθεί μαζί του, σε εργασίες με αντικείμενο γεωτρητικά μηχανήματα, στην κατάθεσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, που είχε διορισθεί ως Εντεταλμένος Δικαστής με την άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καταθέτει, ότι κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν στα γραφεία της εναγομένης Τράπεζας, πριν από την υπογραφή των παραπάνω συμβάσεων ήταν παρών, και διαπίστωσε ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι ήταν αναγκαία για τη χρηματοδότηση της ως άνω πωλήσεως η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, οι οποίες θα συνδέονταν αποκλειστικά και μόνο με την πώληση και την πληρωμή του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος των άνω μηχανημάτων, προς τούτο δε ο υπάλληλος της Τράπεζας ΒΒ ανέγνωσε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως και έκανε σχετική σημείωση παρά πόδας αυτού.

Διαβεβαίωσαν δε, κατά την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, τον ενάγοντα, οι υπάλληλοι της εναγομένης Τράπεζας ΒΒ και ΓΓ, ότι τον είχε διαβεβαιώσει και προηγουμένως ο άνω εκπρόσωπος της πωλήτριας των μηχανημάτων εταιρείας ΑΑ, και συγκεκριμένα, ότι για την παράδοση των μηχανημάτων θα κατατίθεντο στην Τράπεζα οι συναλλαγματικές των δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος αυτών, αυτός δε θα παρείχε στην Τράπεζα εγγύηση εξόφλησης των συναλλαγματικών και η Τράπεζα θα άνοιγε πίστωση υπέρ της πωλήτριας εταιρείας ποσού 200.000 δολ.

ΗΠΑ, η οποία (πίστωση) και θα εξοφλείτο με συμψηφισμό αντίστοιχου ποσού εκ των εςοφλουμένων συναλλαγματικών, σε τρόπον ώστε με την εξόφληση μιας εκάστης συναλλαγματικής να περιορίζεται σταδιακά, μέχρι να εκμηδενισθεί, η άνω εγγύηση. Προς επίρρωση δε των ανωτέρω, συνεχίζει στην κατάθεσή του ο εν λόγω μάρτυρας, χορηγήθηκε στον ενάγοντα βεβαίωση, που υπογράφηκε παρουσία του, από τον υπάλληλο της εναγομένης ΒΒ, προκειμένου αυτή να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του συμφωνητικού πωλήσεως των άνω μηχανημάτων.

Κατόπιν αυτών, καταθέτει ο άνω μάρτυρας, ο ενάγων βεβαίωσε ότι τα παραπάνω θα αποτελέσουν περιεχόμενο των συμβάσεων που θα ακολουθούσαν, υπέγραψε ενώπιον του εν λευκώ, μια σύμβαση πιστώσεως ευρωδολλαρίων, την μεταβίβαση του ομολόγου των δολλαρίων του στην Τράπεζα, την εγγύηση για 200.000 δολλάρια, το ομόλογο για 187.500 δολλάρια και την ενεχυρίαση του ομολόγου, με την διαβεβαίωση και πάλι των υπαλλήλων, ότι ο τρόπος αυτός αποτελεί πρακτική της Τράπεζας και όλα όσα είχαν συμφωνηθεί θα συμπληρώνονταν από τους εκπροσώπους της.

Καταθέτει όμως περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας, ότι τις συμβάσεις πιστώσεως, εγγυήσεως και ενεχυριάσεως, της διάβασαν παρουσία του ενάγοντος και του ίδιου οι διευθυντές της Τράπεζας, και μετά τις υπέγραψε ο ενάγων, πλην όμως, τόσον αυτός (ενάγων), όσο και ο ίδιος (μάρτυρας) πίστευαν ότι όλα αφορούσαν την εξασφάλιση εξοφλήσεως των παραπάνω συναλλαγματικών.

Εξάλλου, ο έτερος μάρτυρας του ενάγοντος ΕΕ, που είχε χειρισθεί αρχικά την υπόθεση για λογαριασμό του τελευταίου ως δικηγόρος του, χωρίς να έχει ιδίαν αντίληψη των πραγμάτων ως προς την κατάρτιση των άνω συμβάσεων, αλλά την γνώση του περί τούτου αντλεί από τον ίδιο τον ενάγοντα, στην κατάθεση του ενώπιον του άνω Εισηγητή - Δικαστή, αφού αναφέρεται στη συμφωνία για την αγοραπωλησία των άνω μηχανημάτων, την πίστωση μέρους του τιμήματος αυτών και την συμφωνία για την έκδοση και αποδοχή των έξι συναλλαγματικών για το πιστωθέν, κατά τα άνω, τίμημα, στην συνέχεια καταθέτει, τα όσα διημείφθησαν πριν από την κατάρτιση των συμβάσεων πιστώσεως, εγγυήσεως και ενεχυριάσεως, ενώπιον και των υπαλλήλων της εναγομένης ΒΒ και ΓΓ, που είναι τα ίδια που ισχυρίζεται και ο ενάγων στην αγωγή του και κατέθεσε και ο προηγούμενος μάρτυρας, για να καταλήξει στο ότι, από τον ενάγοντα πληροφορήθηκε πως μέσα στην αίθουσα συσκέψεων της Τράπεζας, παρουσία των δύο ως άνω αξιωματούχων της, που εκπροσωπούσαν, κατά σαφή δήλωση τους, αυτήν, μεταξύ άλλων υπεγράφη και η σύμβαση πωλήσεως των μηχανημάτων, ο ίδιος δε ο ΒΒ συμπλήρωσε χειρόγραφα μέσα στο κείμενο του συμφωνητικού πωλήσεως, τις συναλλαγματικές και τις ημερομηνίες λήξεως αυτών, με χωριστό δε έγγραφο της Τράπεζας, που υπέγραψε και πάλι ο ΒΒ, υπό την παραπάνω ιδιότητα του και έθεσε τη σφραγίδα της, δόθηκε η διαβεβαίωση από την εναγομένη στον ενάγοντα ότι θα ακολουθούσε σταδιακή αποδέσμευση του ομολόγου, με τη σταδιακή εξόφληση των συναλλαγματικών.

Περαιτέρω δε αναφέρει, ο ίδιος μάρτυρας, ότι, όπως τον ενημέρωσε εκ των υστέρων ο ενάγων, ενώ τα μηχανήματα δεν του παραδόθηκαν ποτέ μέχρι σήμερα, δεν ξέρει για ποιό λόγο, αφού δεν υπήρχε καμία σχετική συμφωνία, την επομένη της υπογραφής της συμβάσεως ο ΑΑ πήγε στην Τράπεζα, η οποία τον δανειοδότησε με ποσό αντίστοιχο της αξίας του ομολόγου του και σε εφαρμογή συμβάσεως τελείως άσχετης με όσα είχαν συμφωνηθεί, γι' αυτό και ζήτησε από την Τράπεζα να του επιστρέψει το ομόλογο.

Καταθέτει τέλος, ο παραπάνω μάρτυρας, ες ιδίας αντιλήψεως, ότι όταν πήγε να ζητήσει εξηγήσεις από την Τράπεζα, ως πληρεξούσιος τότε δικηγόρος του ενάγοντος, κανένας από τους εκπροσώπους της δεν μπόρεσε να του δώσει σαφείς εξηγήσεις προς όσα είχαν συμβεί και ιδία, γιατί δεν είχαν συνδεθεί οι καταρτισθείσες συμβάσεις πιστώσεως, εγγυήσεως και ενεχυριάσεως με την προαναφερόμενη σύμβαση πωλήσεως, το πιστωθέν τίμημα και τις εκδοθείσες προς τούτο συναλλαγματικές, αλλ' αντιθέτως, από τις συμβάσεις αυτές φαινόταν ότι χρηματοδοτείτο ο ΑΑ από την Τράπεζα για τις ναυτιλιακές του επιχειρήσεις, ενώ τέτοιες δεν είχε με την εγγύηση του ενάγοντος.

Τέλος, προσκομίζεται από τον ενάγοντα η από 10.4.1986 βεβαίωση, την οποία φέρεται να υπογράφει ο υπάλληλος της εναγομένης, ΒΒ και φέρει και την σφραγίδα αυτής (Τράπεζας), το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Διά της παρούσης παραπομπής ΒΕΒΑΙΟΥΤΑΙ παρά της μεσολαβούσης Τράπεζας CREDIT COMMERCIAL DE FRANCE, κατάστημα ..., ..., ότι η εγχωρηθείσα προθεσμιακή κατάθεση εκ Δολλαρίων Ηνωμένων Πολιτειών $ 187.500 του κ.

Χ θα απελευθερώνεται σταδιακώς κατά 25% (επί της ονομαστικής αξίας της εκάστοτε συναλλαγματικής) μετά την αποπληρωμή των εξαμηνιαίων συναλλαγματικών των αγοραστών ως αυτό αναγράφεται λεπτομερώς στο συμφωνητικό πωλήσεως της 9ns Απριλίου 1986. Το παρόν αποτελεί αναπόσπαστον μέρος του συμφωνητικού πωλήσεως.

Ο ΒΕΒΑΙΩΝ" (έπεται σφραγίδα με την επωνυμία της Τράπεζας και υπογραφή). Εξάλλου, από την πλευρά της εναγομένης, κατέθεσαν, ενώπιον του Εισηγητή - Δικαστή, που διορίσθηκε με τη προλαβούσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, την επικαλούμενη δηλαδή απάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι υπάλληλοι της ΓΓ και ΣΤ.

Ο πρώτος, που ήταν τότε αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Τράπεζας και υπέγραψε για λογαριασμό της εναγομένης τις πιο πάνω συμβάσεις (πιστώσεως, εγγυήσεως και ενεχυριάσεως) καταθέτει ότι, ποτέ δεν αναφέρθηκε ενώπιον του, ότι η σε συνάλλαγμα χρηματοδότηση του ΑΑ και η εγγύηση αυτής από τον ενάγοντα, αφορούσε την εισαγωγή μηχανημάτων στην Ελλάδα, ούτε αναφέρθηκε κατά την ημέρα της υπογραφής του δανείου τίποτα σχετικό για συναλλαγματικές ή παρακράτηση της κυριότητας μηχανημάτων για εξασφάλιση του συναλλαγματικού δανείου, πολύ δε περισσότερο η Τράπεζα δεν ζήτησε ούτε έλαβε για την εξασφάλιση του συναλλαγματικού δανείου που χορηγήθηκε στον ΑΑ, συναλλαγματικές αποδοχής του ενάγοντος, ούτε και συμφωνήθηκε προσάρτηση στη Σύμβαση του δανείου οποιαδήποτε σύμβαση αγοραπωλησίας μηχανημάτων μεταξύ του πιστούχου ΑΑ και του ενάγοντος ή των εταιρειών που εκπροσωπούσαν οι τελευταίου, ούτε και υπεγράφη τέτοια σύμβαση ενώπιον του.

Δεν ήταν δε δυνατόν κατά την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα να κατατεθούν ή να ενεχυρασθούν στην εναγομένη Τράπεζα συναλλαγματικές που εκφράζουν οφειλή σε δραχμές, ενώ το προς την Τράπεζα χρέος του ΑΑ, ήταν εκπεφρασμένο σε δολλάρια ΗΠΑ, σύμφωνα με τη σύμβαση πιστώσεως. Επίσης, και ο έτερος μάρτυρας της εναγομένης, στην κατάθεση του, δεν θεωρεί ότι υφίσταται οποιαδήποτε σύνδεση της χρηματοδότησης του ΑΑ με την προαναφερόμενη πώληση, δεν είχε όμως ιδίαν γνώση των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της υπογραφής των πιο πάνω συμβάσεων, καθόσον δεν μετείχε στην χορήγηση του δανείου στο ΑΑ, αλλά για τη χορήγηση του τελευταίου ασχολήθηκαν αποκλειστικά οι υπάλληλοι ΒΒ και ΓΓ.

Σχετικά με την αποχώρηση των υπαλλήλων αυτών, από την εναγομένη Τράπεζα, τόσο ο μάρτυρας αυτός, όσον και ο προηγούμενος καταθέτουν, ότι τούτο δεν συνδέεται καθόλου με την παραπάνω συναλλαγή, αλλά ο μεν ΓΓ απεχώρησε οικειοθελώς, διότι πέτυχε καλύτερους οικονομικούς όρους για την απασχόλησή του σε άλλη Τράπεζα, ο δε ΒΒ, διότι η απόδοσή του δεν εκρίνετο ικανοποιητική από την εναγομένη, χωρίς όμως αυτό να συνδέεται κατά οποιοδήποτε τρόπο με την χορήγηση της παραπάνω πίστωσης στον ΑΑ.

Περαιτέρω, σε σχέση με το προαναφερόμενο έγγραφο (βεβαίωση) που φέρεται να υπογράφεται από τον ΒΒ και να τίθεται σε αυτό η σφραγίδα της Τράπεζας, και οι δύο μάρτυρες καταθέτουν ότι αυτό δεν δεσμεύει την τελευταία, διότι δεν έχει εκδοθεί νομότυπα και συγκεκριμένα, δεν έχει εγγραφεί επί εντύπου που να φέρει το λογότυπο της Τράπεζας και δεν φέρει δύο υπογραφές αρμοδίων οργάνων της, κάτι που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την τοιαύτη δέσμευση και συμβαίνει και επί όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν επ1 ευκαιρία και της ένδικης συναλλαγής, τα οποία και χορηγήθηκαν σε αντίγραφα στον ενάγοντα.

Δεν διευκρινίζουν πάντως, με σαφήνεια οι μάρτυρες αυτοί, αν η υπογραφή που έχει τεθεί στην πιο πάνω βεβαίωση είναι του υπαλλήλου της εναγομένης ΒΒ. Τέλος, αναφορικά με το κατά πόσο η δανειοδότηση του ανωτέρω ΑΑ σε δολλάρια ΗΠΑ αφορούσε ναυτιλιακές επιχειρήσεις του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα την αγορά πλοίου εκ μέρους του, και οι δύο ως άνω μάρτυρες τη εναγομένης καταθέτουν, ότι το δάνειο που θα ελάμβανε αυτός δεν αφορούσε χρηματοδότηση ναυτιλιακών του επιχειρήσεων διότι τέτοιες, δεν είχε, η εντύπωση δε που δίδεται για το τελευταίο, οφείλεται στο γεγονός, ότι για την άνω δανειοδότηση χρησιμοποιήθηκε από την Τράπεζα έντυπο για τις συμβάσεις πιστώσεως που χρησιμοποιούνταν για την χρηματοδότηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, επειδή ήταν το μοναδικό έντυπο που χρησιμοποιούσε τότε, καθόσον σε ποσοστό 70-80% τα δάνεια που χορηγούσε, αφορούσαν ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Όλοι όμως οι όροι που αναφέρονται στη χορήγηση τέτοκον δανείων στην περίπτωση του ΑΑ, παρέμειναν ως έχουν και δεν συμπληρώθηκαν τα κενά που υπήρχαν, καθόσον, τόσον ο τελευταίος, όσο και η Τράπεζα, αλλά και ο εγγυητής (ενάγων) γνώριζαν ότι δεν χορηγείται με τη σύμβαση αυτή ναυτιλιακό δάνειο, αλλά τοιούτο προς χρηματοδότηση αλλοδαπού υπηκόου χάριν των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στο εξωτερικό.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, ιδία δε από τη συνεκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αποδεικνύεται ότι, ενόψει της πωλήσεως από την εταιρεία που εκπροσοοπούσε ο ΑΑ, στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ο ενάγων, και την πίστωση κατά το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, αποδέχθηκε ο τελευταίος να εγγυηθεί ατομικά το δάνειο που είχε ζητήσει ο πρώτος από την εναγομένη Τράπεζα και να ενεχυριάσει καταθέσεις του στην τελευταία σε δολλάρια ΗΠΑ προς εξασφάλιση της.

Οι ίδιοι δε ως άνω συναλλαγέντες, ως εκπρόσωποι των εταιρειών τους, είχαν συμφωνήσει την απελευθέρωση της εγγυήσεως διά της τμηματικής καταβολής των σύμφωνηθεισών δόσεων για την αποπληρωμή του τιμήματος, υπό την έννοια όμως ότι με την καταβολή έκαστης δόσεως, το αντίστοιχο ποσό θα χρησιμοποιείτο για την καταβολή μέρους του δανείου, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση κατά το ποσό της εγγυήσεως και την αποδέσμευση κατ'αυτόν τον τρόπο σταδιακά του ομολόγου το οποίο είχε κρατήσει ως ενέχυρο η εναγομένη Τράπεζα προς εξασφάλισή της.

Όλα όμως τα α\χοτέρω έμειναν στα πλαίσια των διαπροσωπικών σχέσεων του ενάγοντος και του ΑΑ και δεν συμφωνήθηκε ποτέ και από τους εκπροσώπους της Τράπεζας να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβάσεως πιστώσεως στην οποία περιέχεται και η τοιαύτη της εγγυήσεοος, της χωριστής συμβάσεως της εγγυήσεως και της συμβάσεως ενεχυριάσεως, που αναφέρονται πιο πάνω.

Και ναι μεν προκύπτει από τα παρακάτω στοιχεία ότι ο εκπρόσωπος της εναγομένης ΒΒ, ο οποίος είχε επιληφθεί της δανειοδοτήσεως του ΑΑ, αλλά και ο Δ/ντής αυτής ΓΓ, είχαν λάβει γνώση της κατά τα άνω καταρτισθείσης από 9.4.1986 συμβάσεως πωλήσεως και ότι ενόψει αυτού ο ενάγων δέχθηκε να εγγυηθεί το δάνειο που θα ελάμβανε ο τελευταίος, ποτέ όμως δεν αποδέχθηκαν, ούτε έγινε και οποιαδήποτε συζήτηση, να συνδεθεί η πώληση αυτή και ιδία, η αποπληρωμή του πιστωθέντος τιμήματος, με τις ανωτέρω συμβάσεις δανειοδοτήσεως, εγγυήσεως και ενεχυριάσεως, αλλά η όλη προσπάθεια της γνωστοποιήσεως της σχέσεως των ανωτέρω από την παραπάνω πώληση απέβλεπε στο να κατοχυρωθεί ο ενάγων, έναντι του ΑΑ με σχετική αναφορά στη σύμβαση πωλήσεως, των παραπάνω συμβάσεων με την Τράπεζα.

Προς τούτο μάλιστα κατόρθωσαν να αποσπάσουν από τον άνω εκπρόσωπο της εναγομένης ΒΒ την πιο πάνω βεβαίωση, για να προσαρτηθεί αυτή στη σύμβαση της πωλήσεως, ώστε στις σχέσεις μεταξύ ενάγοντος και ΑΑ να φαίνεται ο σύνδεσμος του πιστωθέντος τιμήματος και των εκδοθεισών προς τούτο συναλλαγματικών, με τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με την Τράπεζα.

Η βεβαίωση αυτή, η οποία εκδόθηκε παράτυπα από τον άνω ΒΒ, αφού δεν φέρει δύο υπογραφές αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει την τελευταία κατά οποιοδήποτε τρόπο, δεν είχε το νόημα ότι οι μεταξύ ενάγοντος και ΑΑ συμφωνίες θα αποτελούσαν και περιεχόμενο των μεταξύ αυτών και της Τράπεζας συμβάσεων, αλλά όποιος προαναφέρθηκε, δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για να διευκολύνει τις κατ' ιδίαν σχέσεις των ανωτέρω, σχετικά με την μεταςύ των εταιρειών τους σύμβαση πωλήσεως και την αποπληρωμή του πιστωθέντος τιμήματος.

Το γεγονός δε ότι καμία συμφωνία δεν είχε προηγηθεί μεταξύ των άνω υπαλλήλων της Τράπεζας, και του ενάγοντος, να αποτελέσουν περιεχόμενο των συμβάσεων με την εναγομένη και όσα ο τελευταίος είχε συμφωνήσει με τον ΑΑ, σαφώς καταφαίνεται από το ότι, οι τελευταίες αυτές συμβάσεις αναγνώσθηκαν πριν από την υπογραφή τους από τον ενάγοντα, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο τους, και καταθέτουν και οι μάρτυρες της εναγομένης, αλλά και ο μάρτυρας του ενάγοντος ΔΔ, παρουσία του οποίου υπεγράφησαν οι συμβάσεις αυτές, και ενώ διαπίστωσε ότι τίποτα σχετικό δεν αναφέρεται στις εν λόγω συμβάσεις, περί όσων ανωτέρω ισχυρίζεται, και παράλληλα γνώριζε ότι καμία προσθήκη δεν θα γινόταν σ' αυτές μετά την υπογραφή τους, αλλά θα ήσαν καταρτισμένες ως προς όλα τα στοιχεία τους, εν τούτοις, ουδόλως διαμαρτυρήθηκε προς τους εκπροσώπους της Τράπεζας, επειδή δεν περιείχοντο σ' αυτές τα όσα ισχυρίζεται, αλλά τις υπέγραψε, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, προκειμένου αυτές να ισχύσουν ως έχουν και να παράγουν τα έννομα αποτελέσματα που απορρέουν απ' αυτές.

Ήταν δε σε θέση ο ενάγων να αντιληφθεί πλήριος το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ήταν συνήθεις συναλλακτικές πράξεις, με όρους απόλυτα κατανοητούς (πίστωση, εγγύηση, ενεχυρίαση κ.λ.π.) δεδομένου ότι ήταν έμπορος στην Κύπρο και στην Ελλάδα, κατ' επανάληψη είχε ασχοληθεί με παρόμοιες συναλλαγές στην Ελλάδα, την Κύπρο και στο εξωτερικό, γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και είχε πλήρη γνώση της αγγλικής, ενώμ εθεωρείτο από τους πλέον ικανούς επιχειρηματίες στην Κύπρο, με δράση σε διάφορους τομείς, και ακόμη, υπήρξε σύμβουλος όλων των Προέδρων της Κυπριακής Δημοκρατίας, λόγω των προσόντων και της εμπειρίας του (βλ.

καταθέσεις όλων των μαρτύρων). Άλλωστε, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες της εναγομένης, η παραπάνω αγοραπωλησία μεταξύ των εταιρειών που εκπροσωπούσαν ο ενάγων και ο ΑΑ, εντάσσεται μέσα στα πλαίσια ευρύτερης συνεργασίας τους στην εκμετάλλευση γεωτριτικών μηχανημάτων στην Ελλάδα και το εσωτερικό, προς τούτο δε ο ενάγων, κατά κύριο λόγο, ήθελε να εγγυηθεί το δάνειο (πίστωση) που θα ελάμβανε από την εναγόμενη ο ΑΑ, ενόψει δηλαδή της τοιαύτης μελλοντικής συνεργασίας τους, κάτι που συμβαίνει συχνά μεταξύ επιχειρηματιών.

Δεν πρέπει τέλος να παραβλέπεται το γεγονός ότι δεν ήταν επιτρεπτό, στην παραπάνω σύμβαση της πιστώσεως, με την οποία ουσιαστικά συνομολογείται δάνειο σε δολάρια ΗΠΑ, να περιληφθεί όρος, βάσει του οποίου θα εξοφλούντο οι συναλλαγματικές που επικαλείται ο ενάγων, οι οποίες ήταν εκπεφρασμένες σε δραχμές, αφού κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά από τους κανόνες λειτουργίας της Τράπεζας, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες της, και ως εκ τούτου, ποτέ οι εκπρόσωποι της δεν θα πρότειναν στους ενδιαφερόμενους ούτε πολύ περισσότερο θα συμφωνούσαν κάτι τέτοιο, προκειμένου αυτό vα αποτελέσει περιεχόμενο των άνω συμβάσεων, αφού το τελευταίο θα συνιστούσε άκυρο όρο, με συνέπεια να εκθέσουν την Τράπεζα (εναγομένη), αλλά και οι ίδιοι να εκτεθούν έναντι αυτής.Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος ΔΔ, ο οποίος ...

στα όσα ισχυρίζεται ο τελευταίος, αφού πλήρως αντικρούονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ίδια τα αντικειμενικά τοιαύτα (συμβάσεις πιστιόσεως, εγγυήσεως, ενεχυριάσεως), αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγόμενης. Η κατάθεση δε του δεύτερου μάρτυρα του ενάγοντος, τίποτα περισσότερο δεν προσφέρει των όσων ισχυρίζεται ο ίδιος (ενάγων), αφού τη γνώση του για τα όσα καταθέτει σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, την αντλεί από διηγήσεις προς αυτόν του τελευταίου.

Κατά συνέπεια, εφόσον από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι οι προαναφερόμενοι εκπρόσωποι της εναγομένης δεν παραπλάνησαν τον ενάγοντα στην κατάρτιση των άνω συμβάσεων, με την παράσταση σ'αυτόν, ότι τα όσα ισχυρίζεται, θα αποτελέσουν περιεχόμενο των επίμαχων συμβάσεων, οι τελευταίες δεν αποτελούν προϊόν απάτης, που διήλθαν εις βάρος του οι πιο πάνω υπάλληλοι της εναγομένης, που ενεργούσαν κατ' εντολή και για λογαριασμό της και επομένως, οι συμβάσεις αυτές δεν είναι άκυρες από την αίτια αυτή, ώστε να μην καθίσταται υπόχρεη η εναγομένη να παραδώσει στον ενάγοντα, για το λόγο αυτό, το προαναφερόμενο ομόλογο των 187.500 δολαρίων ΗΠΑ.

Συνεπώς η ένδικη αγωγή, η οποία κατά την πρώτη βάση της έχει έρεισμα στην παραπάνω αιτία (απάτη), πρέπει να απορριφθεί, ως προς την βάση της.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκαν, μεταξύ της εναγομένης αλλοδαπής Τράπεζας και του Κυπρίου υπηκόου ΑΑ καταρτίσθηκε στην ... η από 10.4.1986 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, βάσει της οποίας η πρώτη χορήγησε στον τελευταίο πίστωση (δάνειο) 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που έπρεπε να επιστραφούν σ'αυτήν στο ίδιο νόμισμα (δολλάρια ΗΠΑ) κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση.

Την τελευταία αυτή σύμβαση εγγυήθηκε ο ενάγων για την πληρωμή κάθε καταλοίπου που θα προέκυπτε από το κλείσιμο του λογαριασμού, τόσο στο ίδιο έγγραφο της σύμβασης της πιστώσεως, όσο και με χωριστή υπό ιδίαν ημερομηνία (10.4.1986) σύμβαση εγγυήσεως, ενώ παράλληλα δέχθηκε προς εξασφάλιση της απαίτησης της εναγόμενης Τράπεζας από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως, την ενεχυρίαση καταθέσεων του, ποσού 187.500 δολλαρίων ΗΠΑ, για τα οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο ομόλογο, που παραδόθηκε στην Τράπεζα, καταρτισθείσης μεταξύ αυτού και της τελευταίας της από 10.4.1986 (επίσης) συμβάσεως ενεχυριάσεως.

Τόσον η βασική σύμβαση πιστώσεως, όσον και οι παρεπόμενες τοιαύτες (εγγυήσεως, ενεχυριάσεως), περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να είναι έγκυρες ως τοιαύτες, καθορίζεται δε στην πρώτη ες αυτών το συμφωνηθέν επιτόκιο, καθώς και η προμήθεια και τα λοιπά έξοδα της Τράπεζας, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των συμβάσεων αυτών που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.

Επίσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα, η άνω πίστωση χορηγήθηκε στον πιστούχο ΑΑ, όχι για επενδύσεις στις ναυτιλιακές του επιχειρήσεις (αγορά πλοίου, ναύλωση κλπ), διότι τέτοιες δεν είχε. αλλά προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων σε γείοτρητικά μηχανήματα. Τούτο δε γνώριζαν όλοι οι παραπάνω συμβαλλόμενοι (διάδικοι, ΑΑ), η δε αναφορά στο έντυπο που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως, "περί ναυτιλιακών επιχειρήσεων", οφείλετο στο γεγονός, ότι η εναγομένη κατά την περίοδο εκείνη χρησιμοποιούσε το ίδιο έντυπο, τόσον για τις συμβάσεις δανειοδοτήσεως ναυτιλιακών επιχειρήσεων, οι οποίες κάλυπταν και το μεγαλύτερο μέρος του αντικειμένου της δραστηριότητος της (70-80%), όσον και σε κάθε άλλη πιστωτική σύμβαση, στην προκειμένη δε περίπτωση, όπου δεν επρόκειτο περί δανείου που να αφορά ναυτιλιακή επιχείρηση, τα αναγραφόμενα στο οκ άνω έντυπο, έμειναν κενά και δεν συμπληρώθηκαν με τα στοιχεία εκείνα, που στην αντίθετη περίπτωση θα αναγράφονταν στα κενά αυτά.

Και ναι μεν η παραπάνω πίστωση σε συνάλλαγμα, που χορηγήθηκε στον πιστούχο ΑΑ από την εναγομένη δεν αφορούσε ναυτιλιακούς σκοπούς, δεδομένου ότι στην αντίθετη περίπτωση, η σχετική σύμβαση θα ήταν έγκυρη, άνευ άλλου τινός, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του ν. 740/1977, σε συνδυασμό προς τις υπ'αριθμ. 1558/7.4.1970 και 187/19.10.1978 αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής και της υποεπιτροπής πιστώσεων της Νομισματικής Επιτροπής αντίστοιχα, με τις οποίες επετράπει στις λειτουργούσες στην Ελλάδα Τράπεζες να παρέχουν δάνεια ή πιστώσεις σε συνάλλαγμα προς αλλοδαπές και ημεδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις και ναυτικά γραφεία διαχείρισης πλοίων, με την προϋπόθεση ότι εκμεταλλεύονται πλοία που πραγματοποιούν έσοδα σε ελεύθερο συνάλλαγμα μη υποχρεωτικώς εκχωρητέο, πλην όμως, παρά το γεγονός ότι δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, δεν είναι άκυρη η άνω από 10.4.1986 πιστωτική (δανειακή) σύμβαση σε συνάλλαγμα (ευρωδολλάρια) στο σύνολο της, αλλά μόνο ως προς την ρήτρα πληρωμής σε δολλάρια.

Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή, οι διατάξεις TOW άρθρων 850 και 1210 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ο οποίος επικαλούμενος με την δεύτερη βάση της αγωγής του ακυρότητα των παρεπομένων κατά τα άνω από 10.4.1986 συμβάσεων εγγυήσεως και ενεχύρου, λόγω ακυρότητας, της ασφαλιζόμενης με τις συμβάσεις αυτές απαιτήσεως της εναγομένης Τράπεζας έναντι του πιστούχου της ΑΑ, συνεπεία παραβάσεως διατάξεων της νομισματικής νομοθεσίας, ζητεί κατόπιν τούτου την επιστροφή σ' αυτόν του άνω ομολόγου.

Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκ των εν λόγω παραβάσεων δεν επέρχεται ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας, αλλά λογίζεται ως άκυρη μόνον η ρήτρα συναλλάγματος (εν προκειμένω ευρωδολλαρίων), γεγονός που έχει ως συνέπεια ότι οφείλεται πλέον δραχμικό ποσόν, το οποίο προσδιορίζει το δικαστήριο βάσει μετατροπής καθοριζόμενης εκ του νόμου.

Όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι νομισματικές παραβάσεις συνεπάγονται τις αυτές συνέπειες αστικής ακυρότητας κατά την έννοια η οποία καθορίζεται στα άρθρα 850 και 1210 Α.Κ. είναι ανάγκη να σημειωθεί ότι η εις δραχμές μετατροπή προϋποθέτει την υποβολή τέτοιου αιτήματος (μετατροπής) μετά καθορισμού του αποδοτέου ποσού, εντός των όρων και των κριτηρίων του νόμου, το οποίο αίτημα, όποιος προκύπτει από την αγωγή, δεν υποβάλλει ο ενάγων.

Κατά πάσα περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι, όποας βασίμως προβάλλει η εναγομένη Τράπεζα, η πιστωτική σύμβαση σε συνάλλαγμα προς τον ΑΑ, ο οποίος είχε αλλοδαπή (Κυπριακή) υπηκοότητα και συναλλαγές με χώρες της Μέσης Ανατολής, ανήκε στις κατ' εξαίρεση επιτρεπτώς συνομολογητέες σε συνάλλαγμα, ως αφορώσα διεθνή συναλλαγή.

Όλα δε τα αναγκαιούντα στοιχεία περί της τοιούτου είδους επιχειρηματικής δραστηριότητας του άνω πιστούχου, προκύπτουν από τον οικείο φάκελο της εναγομένης Τράπεζας, όπως κατέθεσαν οι άνω μάρτυρες της, οι οποίοι έχουν και ιδίαν αντίληψη ως προς το περιστατικό αυτό και συγκεκριμένα, ότι ο άνω πιστούχος της δραστηριοποιείται με την εκμίσθωση και γενικώς την εκμετάλλευση γεωτρητικών μηχανημάτων σε περιοχές της Μέσης Ανατολής, για το σκοπό δε αυτό ζήτησε με σχετική αίτηση του να του χορηγηθεί η παραπάνω πίστωση σε ευρωδολλάρια.

Τέλος, και υπό την εκδοχή του ενάγοντος, ότι χορηγήθηκε πίστωση σε συνάλλαγμα προς τον ΑΑ χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομισματικής νομοθεσίας, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 862 Α.Κ. προς απαλλαγή του εγγυητή, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερόμενα, στην περίπτωση αυτή επέρχεται ακυρότητα μόνο της ρήτρας συναλλάγματος και μετατροπή αυτής εκ του νόμου σε ημεδαπό χρήμα και όχι αδυναμία παροχής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή, και ως προς την δεύτερη (συρρέουσα) βάση της, κατά την οποία, οι άνω συμβάσεις είναι άκυρες, λόγω παραβάσεως των διατάξεων για την προστασία του εθνικού νομίσματος και ως εκ τούτου, πρέπει να της αποδοθεί από την εναγομένη, το άνω ομόλογο των 187.500 δολλαριων ΗΠΑ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου της λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Α. Κύριο δικόγραφο Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν στοιχειοθετείται επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο ή δεν είναι αβάσιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Προς τον αναιρετικό αυτό λόγο αντιδιαστέλλεται εκείνος του άρθρου 511 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτήν την επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη (α) τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας της από 10.4.1986 συμβάσεως πιστώσεως, η οποία συνεπιφέρει ομοίως ακυρότητα και των παρεπομένων συμβάσεων εγγυήσεως και ενεχυράσεως του ομολόγου.

Από της σημειούμενες στην αρχή της παρούσας αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός, θεμελιωτικός της προς διάγνωση αξιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος, λήφθηκε υπόψη, αρνητικά αξιολογήθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και απορρίφθηκε, με άμεση δικονομική συνέπεια η εν λόγω αναιρετική αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμος και (β) το ...

πόρισμα ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος, από το οποίο, κατά το αναιρετήριο, σαφώς συνάγεται η ακυρότητα της συμβάσεως πιστώσεως. Με προσήκουσα στην περίπτωση αυτή αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίνεται στο δικονομικό του βάρος προσκομίσεως του εν λόγω πορίσματος αναγκαίας για τη διακρίβωση του επικαλούμενου περιεχομένου αυτού, με άμεση δικονομική συνέπεια και η αναιρετική αυτή αιτίαση να ελέγχεται ομοίως ως αβάσιμη.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/29.5.2001, προϊσχύσαν δικονομικό καθεστώς αυτού υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει περί τούτου απόδειξη. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως είναι δυνατή η άσκηση αναιρετικού ελέγχου για τη συμμόρφωση του δικαστηρίου της ουσίας προς την υποχρέωσή τους να διατάσσουν τακτική απόδειξη για κάθε αμφισβητούμενο γεγονός ("ή δεν διέταζε απόδειξη γι' αυτά") που αναφέρονται σε πράγματα κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια και ειδικότερα πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Κατά το πρώτο εδάφιο της αυτής διατάξεως ιδρύεται ομοίως λόγος αναιρέσεως όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία κατέληξε στο περί των πραγμάτων αυτών αποδεικτικό της πόρισμα.

Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ανταποδεικτικώς, χωρίς να διατάζει απόδειξη, ότι η από 10.4.1986 βεβαίωση δεν δεσμεύει την εναγομένη, αφού δεν φέρει δύο υπογραφές αρμοδίων οργάνων της. Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται περί "πράγματος", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά για αξιολόγηση, ως αποδεικτικού μέσου, ιδιωτικού εγγράφου, στην οποία κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα μνημονευόμενα στις αιτιολογίες της λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που υπήρχαν στη διάθεσή του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογείται, ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με το πρώτο τμήμα του τρίτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10.4.1986 βεβαιώσεως της αναιρεσίβλητης, αποκρούοντας ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι συμβάσεις που συνομολόγησε με την αναιρεσίβλητη συνδεόταν με την αγορά από εκείνον από τον ΑΑ του μηχανήματος και την αποπληρωμή του συνομολογηθέντος γι' αυτό τιμήματος.

Στις αιτιολογίες της αποφάσεως διαλαμβάνεται ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω βεβαιώσεως, όπως ακριβώς τούτο διατυπώνεται στο εν λόγω έγγραφο, αναγιγνώσκοντας έτσι τούτο ορθώς, καταλήγοντας στη συνέχεια σε αναγωγή από διατακτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου του ελεγχόμενου ως αβάσιμου λόγου αυτού αναιρέσεως.

IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται kαθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των 27 διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Αντίστοιχα για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και επιπρόσθετα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνδέεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 147 Α.Κ., όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως απάτη, που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βουλήσεως, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, με το σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερόμενων στο παρόν, το παρελθόν και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη, ή την αποσιώπηση ή την ευτελή ανακοίνωση αληθών γεγονότων. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος με την απάτη σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση.

Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια. Τέλος, κατά τα άρθρα 2 και 451 του α.ν.362/1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 20 Εις ΝΑΚ και καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 5 του ν.2842/2000, ως και κάθε γενικά διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα, κάθε δικαιοπραξία, έγγραφη ή προφορική, από την οποία πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις υπέρ προσώπου που διαμένει στην Ελλάδα, μπορεί να συνομολογείται μόνο σε δραχμές.

Η θεσπιζόμενη με τις εν λόγω διατάξεις απαγόρευση της συνομολογήσεως από σύμβαση απαιτήσεων ή υποχρεώσεων σε αλλοδαπό νόμισμα αναφέρεται στις εσωτερικές συναλλαγές σε αντιδιαστολή με τις εξωτερικές ή διεθνείς, όπως εκείνες στις οποίες η έδρα της οικονομίας εκάστου των συμβαλλομένων ευρίσκεται σε διαφορετικό κράτος, όταν δηλαδή ο ένας από τους συμβαλλομένους εκτελεί την υποχρέωσή του στη χώρα ετέρου κράτους.

Και τούτο για το λόγο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ενέχουν δυσπιστία προς το εγχώριο νόμισμα ή υπονόμευση αυτού, ούτε η ελληνική πολιτεία μπορεί να επιβάλλει την ισχύ της νομοθεσίας της επί των εκτός της επικρατείας διαβιούντων προσώπων. Με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο κατά σειρά λόγους προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως (α) της διατάξεως του άρθρου 147 ΑΚ, με την αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, θεμελιωτικού της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεώς του αποδόσεως του ενεχυρασθένος ομολόγου, ότι οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης τον παραπλάνησαν με απάτη στην κατάρτιση των από 10.4.1986 συμβάσεων πιστώσεως - εγγυήσεως - ενεχυριάσεως, με την αναληθή παράσταση ότι οι εν λόγω συμβάσεις είχαν ως αιτία και περιεχόμενο τις συμφωνίες μεταξύ του αναιρεσείοντος και του χρηματοδοτηθέντος με την πίστωση ΑΑ, αναφορικά με την εκ μέρους του πρώτου αγορά από τον δεύτερο του αναφερόμενου μηχανήματος και (β) τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.740/1977 και των αποφάσεων 1558/1970 και 187/1978 της Νομισματικής Επιτροπής, με τις οποίες παρασχέθηκε η ευχέρεια και επετράπη στις λειτουργούσες στην Ελλάδα Τράπεζες να παρέχουν στην Ελλάδα δάνεια ή πιστώσεις σε συνάλλαγμα προς αλλοδαπές και ημεδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις και ναυτικά γραφεία διαχειρίσεως πλοίων, υπό την προϋπόθεση ότι εκμεταλλεύονται πλοία που πραγματοποιούν έσοδα σε ελεύθερο συνάλλαγμα μη υποχρεωτικώς εγχωρητέο, αδιαφόρως του τόπου κατοικίας ή διαμονής ή έδρας των συμβαλλομένων φυσικών ή νομικών προσώπων ή του τόπου συμπληρώσεως των συμβατικών τους υποχρεώσεων.

Η τελευταία αυτή διατύπωση δικαιολογεί τη νομική παραδοχή ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση από τις τράπεζες συμβάσεων δανείου ή πιστώσεως σε αλλοδαπό νόμισμα, εφόσον πρόκειται για διεθνή συναλλαγή κατά την προδιαληφθείσα και από τη νομολογία διαμορφωθείσα έννοια αυτής. Ενώ όμως αντίθετα στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποίαν απαραδέκτως πλήττει, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτά πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη μη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι.

Περαιτέρω στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσας ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα (α) ότι η από 10.4.1986 σύμβαση πιστώσεως δεν υπήρξε προϊόν απάτης και επομένως άκυρη και κατά νομική αναγκαιότητα (ΑΚ 850, 1210) κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, και οι παρεπόμενες αυτής συμβάσεις εγγυήσεως και ενεχυριάσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τίθεται θέμα παρελεύσεως της οριζόμενης προς ακύρωση διετούς αποσβεστικής παραγραφής (ΑΚ 157 εδαφ. 1), η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 280 εδ. 1) και (β) ότι η πιστωτική σύμβαση σε συνάλλαγμα προς τον ΑΑ, ο οποίος είχε αλλοδαπή (Κυπριακή) υπηκοότητα και συναλλαγές με Χώρες της Μέσης Ανατολής και με την έννοια αυτή ανήκε στις κατ' εξαίρεση επιτρεπτές συνομολογητέες σε συνάλλαγμα, ως αφορώσα διεθνή συναλλαγής επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, χωρίς παράλληλα να πλήττεται επιτυχώς, με άμεση δικονομική συνέπεια αλυσιτελώς να αποδίδεται παραβίαση των διατάξεων του ν.740/1977 και των αποφάσεων 1558/1970 και 1871/1978 της Νομισματικής Επιτροπής που αφορούν, όπως προαναφέρθηκε, δανεισμό και πίστωση σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Η παραδοχή αυτή καθιστά ομοίως αλυσιτελή την εξέταση της απομένουσας προς έρευνα και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου διατυπούμενης αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 10.4.1986 συμβάσεως πιστώσεως, που συνδέεται με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η πίστωση στον πιστούχο ΑΑ δεν χορηγήθηκε για επενδύσεις του σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Τα διαλαμβανόμενα στις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη των θεμελιωτικών της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως του αναιρεσείοντος για απόδοση του ενεχυρασθέντος ομολόγου αγωγικών ισχυρισμών περί ακυρότητας της από 10.4.1986 συμβάσεως πιστώσεως (α) ως προϊόντος απάτης και (β) ως συνομολογηθείσης σε αλλοδαπό νόμισμα κατά παράβαση των περί νομισματικής νομοθεσίας διατάξεων και επομένως και των παρεπομένων αυτής συμβάσεως εγγυήσεως και ενεχυριάσεως και την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της αγωγής του.

Επομένως, υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Β. Πρόσθετο δικόγραφο Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 568 παρ. 3 και 571 του ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης και της σύνταξης της έκθεσης από τον εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, νοείται αυτή που ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, και όχι η μεταγενέστερη, που θα οριστεί μετ' αναβολή ή ματαίωση της αρχικώς ορισθείσης.

Η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 13.3.2006, κατά την οποία και ματαιώθηκε, και στη συνέχεια, μετά από σχετική, από 15.5.2006, κλήση της αναιρεσίβλητης, για εκείνη της 12.3.2007. Επομένως, το με αριθμό 50/7.2.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε μετά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 13.3.2006, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογούνται προεχόντως ως απαράδεκτοι.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1.107/5.10.2001 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 50/7.2.2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 4.287/25.5.2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ