1307/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1307/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ορθός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολ ΑΠ 18/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1307/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ", που εδρεύει στο δ.δ. Αντικαλάμου του Δήμου Καλαμάτας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Πανταζοπούλου. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στην προκείμενη περίπτωση από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-11-2006 αίτησή του και το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 4-12-2006 πρόσθετη παρέμβασή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 8-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 29-11-2006 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 184/2006 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, για πλημμέλειες που αναφέρονται σ' αυτή και προβλέπονται από το άρθρο 559 ΚΠολΔικ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, άρα είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Με την αίτηση πρέπει να συνεκδικαστεί (άρθρα 31 παρ.1, 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ) και η από 4-12-2006 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που ασκήθηκε παραδεκτά με δικόγραφο για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και είναι νόμιμη (άρθρα 80, 81 παρ.1 ΚΠολΔικ). Πρόδηλο είναι εδώ το επικαλούμενο έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος, αφού το αναιρεσείον τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και χρηματοδοτείται από το παρεμβαίνον, που έχει επιπλέον την ευθύνη και τη γενικότερη μέριμνα για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών, με προσαρμογή τους στις εκάστοτε επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις (άρθρα 68 ΚΠολΔικ, 13 ν. 1404/1983, όπως αντικαταστάθηκε με αρ. 5 παρ. 11 ν. 2916/2001, 1 παρ.1 ν. 1238/1982, όπως ισχύει).
ΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Ο ορθός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολ ΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρ. 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη.
Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, που δεν προβλέπονται από το νόμο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δημοσίου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε προσκαίρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 1404/1983, υπάγεται ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 με τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.
Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ)τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενου με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.....Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου".
Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.
Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.....".
Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ. των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ αυτού (Ολ.
Α.Π. 19 και 20/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Στις 24-10-1988 το παράρτημα του ΤΕΙ Πατρών στην Καλαμάτα και ήδη το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό ίδρυμα (ΤΕΙ) Καλαμάτας, συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου η τελευταία να εργασθεί ως καθηγήτρια εφαρμογών με την ειδικότητα της χημικού κατά το χρονικό διάστημα έως τις 21-2-1989 και από τις 27-2-1989 έως 5-7-1989.
Ακολούθως, το αναιρεσείον προσέλαβε και πάλι την αναιρεσίβλητη δυνάμει των αναφερομένων είκοσι τριών αλλεπαλλήλων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες της υπό την ως άνω ιδιότητά της με ωριαία αντιμισθία κατά το χρονικό διάστημα των αναφερομένων σπουδαστικών ετών με ημερομηνία λήξεως της τελευταίας συμβάσεως τη 2-7-2004.
Οι συμβάσεις αυτές είναι διαδοχικές με μικρές διακοπές ολίγων ημερών τα χειμερινά εξάμηνα και με μικρές επίσης διακοπές μέχρι τριών μηνών τα εαρινά εξάμηνα, λόγω παύσεως της λειτουργίας των ΤΕΙ κατά τις θερινές διακοπές εκάστου σπουδαστικού έτους. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 24-10-1988 έως 2-7-2004 κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, αφού η ίδια προσερχόταν στις αίθουσες διδασκαλίας αυτού και παρείχε την εργασία της κατά τις συμφωνημένες και εγκεκριμένες ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, διδασκαλίας μαθημάτων, σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες του Συμβουλίου του αναιρεσείοντος και του εκάστοτε Προέδρου του, υποκείμενη σε πειθαρχικό έλεγχο, που προβλέπεται από τις ισχύουσες για το τακτικό εκπαιδευτικό προσωπικό αυτού οικείες διατάξεις.
Ο καθορισμός των ανωτέρω συμβάσεων με ορισμένη διάρκεια δεν δικαιολογείται από τη φύση των υπηρεσιών, που προσέφερε η αναιρεσίβλητη ή τις ανάγκες του αναιρεσείοντος, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920 περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και καταβολής της αποζημιώσεως.
Μόνο το γεγονός, ότι το άρθρο 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, όπως ισχύει ήδη, ορίζει ότι η ενδεχόμενη απασχόληση του εκπαιδευτικού προσωπικού για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, που δεν προβλέπονται από το νόμο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δημοσίου, δεν αποτελεί "αντικειμενικό λόγο" κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ. 1 α' του παραρτήματος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., που να δικαιολογεί την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη από 24-2-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμη. Όμως οι ανωτέρω συμβάσεις, που δεν ήταν ενεργείς στις 19-7-2004, οπότε άρχισε η ισχύς του Π.Δ. 164/2004, καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Έτσι, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθρων 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983 και 5,11 του Π.Δ 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες.
Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., κατά τα οικεία μέρη τους, είναι βάσιμες και πρέπει, όπως ζητεί και το παρεμβαίνον να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Η αναιρεσίβλητη θα καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος και του παρεμβαίνοντος (μειωμένη), κατά τα άρθρα 178, 182 παρ.1 και 183 ΚΠολΔικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αίτηση αναίρεσης και πρόσθετη παρέμβαση.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 184/2006 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα: α) του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και β) του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ