1307/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1307/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έκταση αυτή της αναίρεσης, δηλαδή ως προς ποία κεφάλαια αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από την ίδια περί ολικής αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1307 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1307/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων- αναιρεσιβλήτων: 1.Χ1, 2. Χ2 και 3.Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία 'EUROSTAR ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο.
Της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας: Ψ1, για τον εαυτόν της, ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκων της α) .... και β) ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κονίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, την 12-2-1998 προσεπίκληση- ανακοίνωση δίκης του .... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την 24-1-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4728/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6313/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησαν οι ανωτέρω διάδικοι επί της οποίας εκδόθηκε η 505/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 3592/2005 την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2005 και 6-6-2006 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε τις από 15-11-2006 έκθεσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (29.01.2007) συζητήθηκαν και οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 20.12.2005 αίτηση των Χ1, Χ2 και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" κατά της Ψ1 ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ....
και ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.592/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (αρ.πιν.55) και β) η από 06.06.2006 αίτηση της Ψ1 ατομικώς και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ... και ...., κατά των Χ1, Χ2 και της παραπάνω αναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, για αναίρεση της ίδιας απόφασης του Εφετείου Αθηνών (αρ.πιν.46) Οι αιτήσεις αυτές είναι συναφείς και πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, σύμφωνα με το άρθρο 246 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
διότι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου τη λύση που δόθηκε από αυτόν.
Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, όταν με την αναιρετική απόφαση αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, για την αντιμετώπιση ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ή αποκλείστηκε η εφαρμογή του, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, ως προς τα κεφάλαια δε και μόνο αυτά (αναιρεθέντα και αρρήκτως με αυτά συνδεόμενα) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και ως προς αυτά συζητείται η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης ως τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια, αφού αν προέβαινε εκ νέου στην εξέταση αυτών θα προσέβαλε το δεδικασμένο.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης, δηλαδή ως προς ποία κεφάλαια αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από την ίδια περί ολικής αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από αυτά, συνάγεται ότι αν αναιρεθεί απόφαση, κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία) που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, που υπέστησαν τα μέλη της οικογενείας του θανόντος εξ αιτίας τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ως προς την προσβληθείσα προς απόκρουση της αγωγής ένσταση των εναγομένων, ότι στην επέλευση του θανατηφόρου τροχαίου συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του θανόντος, αναιρείται η απόφαση και ως προς το αρρήκτως με το λόγο αυτό συνδεόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, διότι για τον καθορισμό του ύψους αυτής λαμβάνεται υπόψη, και η συνδρομή του βαθμού του πταίσματος του θανόντος, καθώς και ως προς το ποσό της επιδικαστέας αποζημίωσης, στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση (της αποζημίωσης) μόνο με την έννοια, ότι το δικαστήριο της παραπομπής, αν κρίνει ότι στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του θανόντος, προβαίνει σε μείωση των ποσών της αποζημίωσης κατά το ποσοστό του πταίσματος του θανόντος, δεσμευόμενο όμως από το δεδικασμένο που προκύπτει από το μη αναιρεθέν κεφάλαιο της αποζημίωσης, το ύψος της οποίας πρέπει να θέσει ως βάση και στη συνέχεια να προβεί στη μείωση της, κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες στην παραπάνω υπό στοιχείο Β αναίρεση και αναιρεσίβλητοι στην υπό στοιχείο Α) με την από 6.11.1997 αγωγή τους κατά των εναγομένων (υπαιτίου οδηγού, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος και της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία αυτό ήταν ασφαλισμένο), καθώς και άλλων μη όντων διαδίκων στην παρούσα δίκη, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτώς περιορίστηκε, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να τους καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά, για αποζημίωση και χρηματικήικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν εξ αιτίας του θανάτου του συζύγου της πρώτης και πατέρα των εκπροσωπουμένων από την πρώτη ανηλίκων, που επήλθε συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο, και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται σ' αυτή, από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου οδηγού Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η υπ' αριθμ.4.728/2001 οριστική απόφαση, με την οποία, αφούέγινε δεκτή ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντας πταίσματος του θανόντος στην επέλευση του θανατηφόρου τροχαίου, κατά ποσοστό 30%, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής αμφότερα τα τότε και ήδη διάδικα μέρη άσκησαν εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 6.313/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποίαα)απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεση των εναγόντων β) έγινε έκτη η έφεση των εναγομένων και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Δικάζοντας δε το εφετείο επί της αγωγής έκρινε, ότι στην επέλευση του τροχαίου θανατηφόρου και στον συνεπεία αυτού θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατρός των ανηλίκων εναγόντων συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του θύματος κατά ποσοστό 70%. Περαιτέρω το εφετείο, εκτιμώντας ανέλεγκτα τις αποδείξεις δέχτηκε ότι οι ενάγοντες που δικαιούνταν διατροφή από τον θανόντα, ζημιώθηκαν τα εξής ποσά:Α) η ενάγουσα σύζυγος αα) για έξοδα κηδείας δραχμές 660.000, ββ)ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ζημιώθηκε κατά το ποσό των 2.072.972δρχ.
διότι ο θανών από του τραυματισμού του στο τροχαίο μέχρι του θανάτου του εξ αιτίας αυτού δαπάνησε για νοσήλια ποσό 8.283.889 για την καταβολή των οποίων είχε απαίτηση κατά των εναγομένων η οποία κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες γγ) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος τουαποβιώσαντος, κατά το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 381.388 δρχ., διότι ο αποβιώσας συνεπεία του τραυματισμού του κατά το τροχαίο ατύχημα την 20.01.1997 μέχρι του θανάτου του την 8.8.1997 κατέστη παντελώς ανίκανος προς εργασία, και απώλεσε τα εξ αυτής εισοδήματα του, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να αποκομίζει από την εργασία του και κατά το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του μέχρι του θανάτου του, ανερχόμενα σε ποσό 234.700 δρχ.
μηνιαίως η οποία απαίτηση του εις βάρος των εναγομένων κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό ενός εκάστου εξ αυτών επί της κληρονομιάς του δδ) ως δικαιούχος διατροφής από τον αποβιώσανταη ενάγουσα σύζυγος ζημιώθηκε το ποσό των 100.000 δραχμών μηνιαίως κατά το χρονικό διάστημα από του θανάτου του συζύγου της (8.8.1997) μέχρι και 8.8.2007, ήτοι επί δεκαετία, κατά το οποίο με πιθανότητα και τησυνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο αποβιώσας θα κατέβαλε ως διατροφή της συζύγου του εε) όρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης της ενάγουσας σε 7.000.000 δρχ.
Β) κάθε ένα από τα ενάγοντα ανήλικα τέκνα του θανόντος ζημιώθηκε κατά ταεξής ποσά: αα) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ζημιώθηκε κατά το ποσό των 572.081 δρχ. από την απαίτηση του θανόντος πατέρα του εις βάρος των εναγομένων για απώλεια εσόδων από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του μέχρι του θανάτου του ββ) κατά ποσό 70.000 δραχμών μηνιαίως από του θανάτου του υπόχρεου πατέρα του και επί δεκαετία μετά από αυτόν γγ)όρισε το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για κάθε τέκνο σε δραχμές 4.000.000.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο προέβη στη συνέχεια σε μείωση των παραπάνω ποσών αποζημίωσης (όχι και εκείνου της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη) κατά το ποσοστό (70%) του συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.505/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου (Δ'Πολιτικό Τμήμα) με την οποία έγινε δεκτός λόγος αναίρεσης των εναγόντων, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ανεπαρκής αιτιολογία) ωςπρος τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και αφού αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου μόνο για το λόγο αυτό και ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του θύματος, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση.
Σύμφωνα με αυτά που έκρινε η άνωαναιρετική απόφαση, η αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου αναιρέθηκε μόνο ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του θύματος και τα συνεχόμενα αρρήκτως με αυτή κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης καθώς και ως προς το καθορισθέν από το εφετείο τελικό ύψος των λοιπών επί μέρους κονδυλίων της ζημίας, από τα οποία το εφετείο αφού υπελόγισε το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος, (επιδίκασε το υπόλοιπο ως περιουσιακή ζημία των εναγόντων.
Στη συνέχεια από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3.592/2005 απόφαση του Εφετείου, η οποία εκδόθηκε μετά την μερική αναίρεση της παραπάνω 6.313/2002 απόφασης αυτού, προκύπτει, ότι το εφετείο που δίκασε μετά την αναίρεση και παραπομπή, αφού ερεύνησε το παραπεμφθέν με την αναιρετική απόφαση ενώπιον αυτού κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας, έκρινε, μετ'εκτίμηση των αποδείξεων, ότι στην επέλευση του τροχαίου θανατηφόρου ατυχήματος, συνετέλεσε και συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του θύματος, το ποσοστό της οποίας προσδιόρισε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, σε 50%, στη συνέχεια δε 1)επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην μεν ενάγουσα σύζυγο του θανόντος ποσό 10.000.000 δρχ.
σε καθένα δε των ανηλίκων τέκνων αυτού ποσό δραχμών 5.000.000 2)δέχτηκε, όπως και η παραπάνω εν μέρει αναιρεθείσα προηγούμενη απόφαση α)ότι η ενάγουσα σύζυγος δαπάνησε για έξοδα κηδείας 660.000 δρχ β)ότι ο αποβιώσας δαπάνησε για τη νοσηλεία του από του τραυματισμού του μέχρι του θανάτου του το συνολικό ποσό των 8.283.889 δρχ.
από την οποία η ενάγουσα σύζυγος κληρονόμησε εξ αδιαθέτου ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ήτοι ποσό 2.070.972 δρχ γ)ότι ο αποβιώσας από του τραυματισμού του μέχρι του θανάτου του (από 20.1.1997μέχρι 8.8.97) με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται και να αποκερδαίνει από την εργασία του ποσό 234.700 δραχμές μηνιαίως και επομένως κατά το χρονικό αυτό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας θα αποκέρδαινε συνολικώς ποσό 1.760.250 δρχ. (7, 5 μήνες Χ 234.700), την οποία απαίτηση του εις βάρος των εναγομένων κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου η ενάγουσα σύζυγος του και τα ανήλικα τέκνα του κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 κάθε ανήλικο δ)ότι ο αποβιώσας θα κατέβαλε στην μεν σύζυγο του ποσό 100.000 δραχμών μηνιαίως, σε κάθε δε ανήλικο ποσό 70.000 δρχ.μηνιαίως και επί δεκαετία από του θανάτου του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο προέβη στη συνέχεια σε μείωση των επί μέρους κονδυλίων της αποζημίωσης ενός εκάστου των εναγόντων κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος (50%). Από αυτά προκύπτει, ότι το εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, αφού ερεύνησε το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του θύματος, ως προς το οποίο αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφαση του και το αναγκαίως με αυτό συνεχόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, δέχτηκε δε, όπως και η προηγούμενη, μη αναιρεθείσα κατά το κεφάλαιο της ζημίας, ότι η ενάγουσα σύζυγος δαπάνησε για έξοδα κηδείας 660.000 δρχ., ότι αυτή εδικαιούτο επί δεκαετία διατροφή ανερχόμενη στο ποσό των 100.000 δρχ.μηνιαίως, ότι κάθε ανήλικο τέκνο εδικαιούτο διατροφή επί δεκαετία ανερχόμενη σε 70.000 δρχ.
μηνιαίως, ότι ο αποβιώσας είχε απαίτηση εις βάρος των εναγομένων για νοσήλια, η οποία κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες, ανερχόμενη στο ποσό των 8.283.889 δρχ., ότι ο αποβιώσας, λόγω της ανικανότητας του προς εργασία συνεπεία του τραυματισμού του μέχρι και του θανάτου του (από 20.01.97 μέχρι 08.08.97) είχε απαίτηση εις βάρος των εναγομένων για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του εκ δραχμών 234.700 μηνιαίως και συνολικώς, με την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας, δρχ, 1.760.250, τα ποσά δε αυτά μείωσε στη συνέχεια κατά το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (50%).Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, όπως οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες αιτιώνται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και οι ενάγοντες αναιρεσείοντος με τον υπό στοιχείο Ζ λόγο.
Η αιτίαση των εναγομένων αναιρεσειόντων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι το εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την παραπεμπτική απόφαση, διότι δέχτηκε ότι η κληρονομηθείσα απαίτηση του αποβιώσαντος για απώλεια εσόδων από την εργασία του, κατά το χρόνο από του τραυματισμού του μέχρι του θανάτου του, ανέρχεται σε 1.760.250 δρχ.
και όχι σε 1.525.550 δρχ. όπως είχε γίνει δεκτό με την μη αναιρεσθείσα ως προς το κεφάλαιο της ζημίας υπ' αριθμ.6.313/02 απόφαση του, δεν συνιστά παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αφού και με την προσβαλλόμενη αλλά και την προηγούμενη υπ' αριθμ. 6.313/02 απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αποβιώσας κατέστη ανίκανος προς εργασία από 20.1.97 μέχρι 8.8.97, κατά το οποίο θα αποκόμισε από την εργασία του το ποσό των 234.700 δρχ.
μηνιαίως, πλέον επιδόματος εορτών και αδείας, το οποίο ποσό, μετ'ορθόν υπολογισμό, όπως έκρινε το εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ανέρχεται στο ποσό των 1.760.250 δρχ.(234.700Χ 6, 5 μήνες συν 234.700 για επιδόματα εορτών Πάσχα και αδείας) και όχι στο ποσό των 1.525.550 που μετ' εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό δέχτηκε το εφετείο με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 6.313/02 απόφαση του.
Από τα άρθρα 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και συνυπαιτιότητας είναι αόριστες νομικές έννοιες και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ειδικότερα από την άποψη των διδαγμάτων των κοινής πείρας, ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας (ολ.ΑΠ 15/2006).
Η· κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η παράνομη πράξη ή παράλειψη του συνυπαιτίου συνετέλεσε κατά ορισμένο ποσοστό στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος και της εξ αυτού ζημίας, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό Ι του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης μόνον αν αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, όχι δε και όταν αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ως παραβιασθείσα, η αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με πληρότητα και όχι με επιλεκτική αποσπασματική επιλογή, αν δε γίνεται επίκληση παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αναφέρονται και ποία είναι τα διδάγματα αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχείο Α λόγο αναίρεσης ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι ο θανών υπήρξε συνυπαίτιος στην επέλευση του ζημιογόνου τροχαίου κατά ποσοστό 50%, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ποίοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν, ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, ούτε επίσης αναφέρουν τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια το άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχείο Β λόγο αναίρεσης, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί την περί συνυπαιτιότητας του θύματος στην επέλευση του θανατηφόρου τροχαίου, αφ'ενός μεν δέχτηκε ότι το όχημα που οδηγούσε ο θανών εκινείτο με ταχύτητα 60-70 χιλιόμετρα την ώρα, αφ' ετέρου δε δεν έλαβε υπόψη όλες τις ιατρικές βεβαιώσεις του ιατρού που παρακολουθούσε αυτόν σχετικά με την όραση του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αποδιδόμενες στο εφετείο αιτιάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων Ο υπό στοιχείο Δ λόγος αναίρεσης των εναγόντων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αυτοί κατ'επίκληση παραβίασης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση, όταν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη " όλες τις γνωματεύσεις του ιατρού σχετικά με την όραση του θανόντος και τις ένορκες βεβαιώσεις σχετικά με την οδήγηση και την υγεία του αποβιώσαντος" είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι οι αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα τους τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο έγγραφα, ούτε επίσης αναφέρουν τον νόμιμο τρόπο που προσκόμισαν αυτά στο εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο με στοιχείο Γ λόγος αναίρεσης των εναγόντων, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το εφετείο δέχτηκε την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις αναφερόμενες σ' αυτήν ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Ο υπό στοιχείο Ε λόγος αναίρεσης των εναγόντων, με τον οποίο, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση, ότι περιέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση του αντιφατικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις αναφέρονται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης. .
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των, ποίον, δηλαδή, το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκεια των, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 32/1996).Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Η λόγο αναίρεσης, οι ενάγοντες αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν σ' αυτό την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του, έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες διότι α) μολονότι δέχεται ότι ο θανών από το έτος 1993 είχε υποβληθεί σε επιτυχή χειρουργική επέμβαση στους οφθαλμούς και έκτοτε εργάζονταν κανονικώς μέχρι του τροχαίου ατυχήματος, αντιφατικώς δέχεται ότι είχε προβλήματα οράσεως β) μολονότι δέχεται ότι ο εναγόμενος οδηγός είχε σταθμεύσει το όχημα του παράνομα παρακωλύοντας την κυκλοφορία αντιφατικώς δέχεται ότι ο αποβιώσας μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση, γ) δέχεται με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο θανών ανέχονταν σε 60-70 χιλιόμετρα την ώρα ενώ "οι πάντες βοούν" ότι αυτή δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα την ώρα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (αόριστος), διότι δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, ούτε αναφέρεται ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να έχει και δεν έχει η προσβαλλόμενη απόφαση, οι δε φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες δεν ενέχουν πράγματι αντίφαση.
Επομένως είναι απορριπτέα η αναίρεση, των αναιρεσειόντων-εναγόντων στο σύνολό της. Τέλος και ως προς την αντίθετη αναίρεση οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσης. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την επίφαση δε παραβίασης από την παραπάνω διάταξη πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου ως προς το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του θανόντος .
Ως προς δε την αποδιδόμενη στο εφετείο πλημμέλεια, ότι δεν διευκρινίζεται αν το οδηγούμενο από τον πρώτο εξ αυτών όχημα που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εστάθμευσε για μικρό ή μεγάλο διάστημα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης αυτών προκύπτει, ότι δεν προεβλήθη στο εφετείο ως λόγος έφεσης ο ισχυρισμός αυτός καθώς και η αναίρεση των αναιρεσειόντων-εναγομένων στο σύνολό της.
Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν εξ ολοκλήρου, λόγω της εκατέρωθεν νίκης και ήττας των (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 20.12.2005 αίτηση των Χ1, Χ2 και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.3.592/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) την από 06.06.2006 αίτηση της Ψ1 για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της .... και ..... για αναίρεση της ίδιας απόφασης.
Απορρίπτει τις αναιρέσεις.
Και Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ