Legislator Case Law & Legislation
1306/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that statute of limitations and provisional enforceability arguments are inadmissible.

Case Number 1306/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute involving a public legal entity and two employees. The appellants argued that the lower court failed to consider the statute of limitations and incorrectly declared the first-instance judgment provisionally enforceable. The court ruled that these arguments were inadmissible because the statute of limitations concerns private relations between the parties rather than public order, and the appeal regarding provisional enforceability lacked legal foundation since the second-instance judgment was already final and enforceable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged ground concerns private relations between parties rather than public order, or if the argument regarding provisional enforceability is legally unfounded as the second-instance judgment is already final and enforceable.

Keywords

AI generated
statute of limitations provisional enforceability inadmissible appeal labor dispute public legal entity procedural admissibility final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, item b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 1 of the Code of Civil Procedure
Article 909, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 21, paragraph 9 of Law 11902/1990
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1900/2017
Supreme Court 1321/2015
Supreme Court 183/2014
Supreme Court 231/2016
Supreme Court 291/2010
Supreme Court 885/2023
Supreme Court 1072/2020
Supreme Court 18/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1306 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1306/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Αλικάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Χ. του Α. Ρ., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου -Ελευθέριου Τάγαρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1008/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας την αναίρεση ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την από 09-04-2012 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1603/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, την οποία επανέφεραν με κλήση για εκ νέου συζήτηση και εκδόθηκε η 355/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Αφού επανέφεραν με κλήση για εκ νέου συζήτηση την υπόθεση, εκδόθηκε η 533/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Πρωτόδικο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 332/2021 απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3092/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2022 αίτησή του και τους από 31-3-2023 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την, από 27.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7435/828/30.09.2022, υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, από 31.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης 68/31.03.2023, πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμόν 3092/14.06.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι [δύο (2) ενάγοντες], εκ των αρχικώς 174 εναγόντων (εκ παραδρομής, ενόψει των υφιστάμενων διπλοεγγραφών, εμφανίζονται στην αγωγή αθροιστικά ως 178), με την, από 22.10.2006 και με αριθμό κατάθεσης 279266/6489/2007, αγωγή τους που απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ)", επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ιατροί με τις αναφερόμενες ειδικότητες σε Κέντρα Υγείας του εναγομένου, ζήτησαν το προβλεπόμενο από τα άρθρα 8 παρ 7 και 24 ν. 2470/1997 και 8 παρ 5 ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα βάσει των διατάξεων των άρθρων αυτών και της, καθιερούμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας και επικουρικώς βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και συγκεκριμένα ζήτησαν:

α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ποσό των 16.154,46 ευρώ από 01.01.2002 έως 31.03.2008, όπως το ποσό αυτό ειδικότερα εξειδικεύεται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και β) να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχοι του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να το εντάξει στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους και να καταβάλλει σε καθένα εξ αυτών το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα από 01.04.2008 και εφεξής, συνιστάμενο στο ποσό των 310 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 01.04.2008 έως 31.12.2008 και στο ποσό των 345 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 και εντεύθεν.

Το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1008/2009 απόφασή του απέρριψε την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι οι αξιώσεις των εναγόντων καταβολής του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αυτού.

Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες, άσκησαν την, από 09.04.2012 και με αριθμό κατάθεσης 38/2014 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου) επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 1603/2017 απόφαση αυτού που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και εν συνεχεία, μετά από επαναφορά της συζήτησης με κλήση, η 355/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης.

Εν τέλει, μετά από επαναφορά της συζήτησης με κλήση, εκδόθηκε [μεταξύ των άλλων κατά του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την τότε επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2η ΔΥΠε) και ήδη "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου)] η υπ' αριθμόν 533/2020 απόφασή του Δικαστηρίου τούτου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη (1008/2009) απόφαση κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεχόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων που είναι η εικοσαετία ως προς το καθολικό δικαίωμα λήψεως του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε το δικαίωμά τους για λήψη της επίδικης παροχής και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δηλαδή από τότε που γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η πρώτη περιοδική δόση (που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων το δικαιούνται από 01.01.2002), σύμφωνα με το άρθρο 254 ΑΚ και η πενταετία για κάθε επί μέρους (μηνιαία) παροχή, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 6 α.ν 1846/1951 όπως ισχύει", και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά από συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 17.09.2020, εξέδωσε την υπ' αριθμόν 332/2021 απόφασή του με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή η αγωγή αναφορικά με τους ήδη διαδίκους και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα 2η ΔΥΠε να καταβάλει στους ήδη αναιρεσίβλητους (4ο και 47η των εναγόντων) το ποσό των 16.154,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση (κηρύσσοντας εν μέρει προσωρινά εκτελεστή τη διάταξη αυτή για το ποσό των 10.000 ευρώ για τον καθένα) και αναγνώρισε ότι (η 2η ΔΥΠε) οφείλει να εντάξει το νοσοκομειακό επίδομα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των άνω εναγόντων και να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ένδικο νοσοκομειακό επίδομα από 01.04.2008 και εντεύθεν, συνιστάμενο στο ποσό των 310 ευρώ μηνιαίως για τη χρονική περίοδο από 01.04.2008 έως 31.12.2008 και 345 ευρώ μηνιαίως για τη χρονική περίοδο από 01.01.2009 και εντεύθεν μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2011.

Κατόπιν ασκήσεως κατά της απόφασης αυτής της, από 20.09.2021 και με αριθμό κατάθεσης 73167/5410/2021, έφεσης και τους, με τις προτάσεις της συζήτησης, πρόσθετους λόγους αυτής της ήδη αναιρεσείουσας 2ης ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου (μεταξύ των άλλων και) κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 3092/14.06.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτους τους, ασκηθέντες με τις προτάσεις, πρόσθετους λόγους έφεσης και δέχτηκε τυπικά την έφεση ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εκκαλούσα 2η ΔΥΠε με την ήδη νέα επωνυμία της "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου) η κρινόμενη, από 27.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7435/828/30.09.2022, δεύτερη αίτηση αναίρεσης και οι από 31.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης 68/31.03.2023 δι' ιδίου δικογράφου πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31.03.2023 και επίδοση αυτού αυθημερόν στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την με αριθμό ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Γ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την, κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 02.05.2023 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 37 του ν. 4842/2021. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι διαλαμβανόμενοι σε αμφότερα τα δικόγραφα λόγοι αναίρεσης να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/02.03.2011), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (02.03.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΣτΕ 806/2015).

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1Β α' και β' του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ,.

που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, κ.λπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ με άρθρο 26 παρ. 1 και 9 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011), ορίστηκε ότι το ιατρικό (...) και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στις περιφερειακές υπηρεσίες, που εντάσσεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής τους σ' αυτόν, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής Υπουργικής Απόφασης.

Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., κ.λπ., μεταφέρονται αυτοδικαίως, κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογήν της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την Υ.Α.

Φ.80000/οικ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011) από 01-01-2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος, οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.), κ.λπ., που αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ/τος 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.

Με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου 3918/2011, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α' του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

γ του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 306/2020). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.

Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 01.01.2012". Εξάλλου, με το ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις", που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α' 38), ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του ανωτέρω ν. 4238/2014, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής της αντίστοιχης θέσης, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του καθοριζόμενου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία.

Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α, β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.

και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση ενδίκων μέσων (έφεσης ή αναίρεση)ς και παθητικά επί άσκησης τοιούτων, κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ή το Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

η, έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3329/2005), κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ ΑΠ 885/2023, 794/2022, ΑΠ 306/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ) και αποτελεί, όπως και το έννομο συμφέρον, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα, Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, ελέγχεται από τον, με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, 885/2023, 1072/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο εν σχέσει με την παθητική νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. (2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου), τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι πρώτος και όγδοη των εκκαλούντων Χ. Χ. και Α. Μ. (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι ιατροί του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρετούσαν ο πρώτος στην Τοπική Μονάδα Υγείας (ήδη Κέντρο Υγείας) του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ στους Αγίους Αναργύρους Αττικής (οδός ...) και η δεύτερη στην Τοπική Μονάδα Υγείας (ήδη Κέντρο Υγείας) του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ στη Νίκαια Αττικής (οδός ...).

Από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από τους εφεσίβλητους υπ' αρ. ΔΒ1Γ/35/οικ9248/3.3.2017 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικής Υποστήριξης αυτού μετά του επισυναπτόμενου σ' αυτό πίνακα υπηρεσιακής κατάστασης των εφεσίβλητων, προκύπτει ότι ο 1ος και η 8η των εκκαλούντων, την 20.03.2014, μεταφέρθηκε στη Διοίκηση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου σε κενή οργανική θέση ΠΕ Ιατρών/Οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, επομένως η δίκη ως προς αυτούς και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, νομίμως συνεχίζεται από το νπδδ 2η Δ.Υ.Πε και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εκκαλούντος, τον οποίο προβάλει με λόγο έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και αφού δέχθηκε ότι οι ανωτέρω ενάγοντες (με αντίστοιχο αριθμό στην ένδικη αγωγή 4ος και 47η) δικαιούνται το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα με βάση την αρχή της ισότητας για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 31.12.2003, ενώ για το εφεξής διάστημα ευθέως εκ του νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

β' και 16 ν. 3235/2004, το οποίο η εκκαλούμενη - πρωτόδικη απόφαση (332/2021) υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε." να τους το καταβάλλει κατά τις εκεί διακρίσεις, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση αυτού (ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου"). Με τον πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους 4ο και 47η των εναγόντων, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 του ΚΠολΔ, 21 παρ. 9 του ν. 4328/2014 και τα άρθρα 28 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, για το λόγο ότι, όπως διατείνεται, καμία διάταξη νόμου δεν ορίζει ότι οι Δ.Υ.Πε.

αποτελούν καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α. ή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά στο άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίζεται, μεν, ότι οι Δ.Υ.Πε. της χώρας νομιμοποιούνται να συνεχίζουν τις εκκρεμείς δίκες, πλην, όμως δεν είναι υπόχρεες και για την καταβολή των τυχόν οφειλών των ως άνω νομικών προσώπων. Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του ν. 4238/2014, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 3918/2011, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, διαφορές, όπως οι επίδικες, που αφορούν αξιώσεις ιατρικού προσωπικού, που προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στο αρχικώς εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") και, στη συνέχεια, μετατάχθηκε/μεταφέρθηκε σε Δ.Υ.Πε., νομιμοποιούμενη παθητικά είναι η τελευταία και εν προκειμένω το (εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον) εν λόγω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" (ήδη "Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), το οποίο υπεισήλθε στη θέση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ως καθολικός διάδοχος αυτού, κατά το άρθρο 21 παρ. 9 του 4238/2014) (ΑΠ 885/2023). Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νομική βάση καθώς αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση αυτού δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, ενόψει του ότι το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσιβλήτου πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή από εκείνο των περί παθητικής νομιμοποιήσεως του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" ανωτέρω διατάξεων και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δέχτηκε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ. "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούσαν στις αναφερόμενενες Τοπικές Μονάδες Υγείας (ήδη Κέντρο Υγείας) αυτού, την 20.03.2014, μεταφέρθηκαν στο ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε", σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 17 το ν. 4218/2014, και επομένως η δίκη ως προς αυτούς νομίμως συνεχίζεται από το τελευταίο ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε", το οποίο όπως ήδη προαναφέρθηκε υπεισήλθε στη θέση του αρχικώς καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου "ΙΚΑ -ΕΤΑΜ" "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ως καθολικός διάδοχος αυτού, κατά το άρθρο 21 παρ. 9 του 4238/2014 (ΑΠ 885/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 978/2020, 492/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020, 96/2020).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020, 96/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση: Α με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης α. κατά το πρώτο σκέλος του την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ ότι, δηλαδή, εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί των αναφερόμενων τοπικών μονάδων υγείας (ήδη κέντρα υγείας) του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα για μεν το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 31.12.2003 με βάση την αρχή της ισότητας για δε το εφεξής ευθέως εκ του νόμου (άρθρα 2 παρ. 1 εδ.

β' και 16 ν. 3235/2004) και β. κατά το δεύτερο σκέλος του την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δέχτηκε πράγματα ουσιώδη ως αληθινά χωρίς απόδειξη σχετικά με τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος. Επίσης με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης (συμπληρωματικό του δεύτερου λόγου αναίρεσης) αποδίδει την, από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν περιέχει αιτιολογίες άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, Β.

με τον τρίτο λόγο αναίρεσης α. κατά το πρώτο σκέλος του την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του ΑΚ, κρίνοντας ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να εντάξει το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων και να το καταβάλλει στον καθένα από αυτούς από 01.04.2008 και στο εξής, συνιστάμενο στο ποσό των 310 ευρώ μηνιαίως για τη χρονική περίοδο από 01.04.2008 έως 31.12.2008 και 345 ευρώ μηνιαίως για την χρονική περίοδο από 01-01-2009 και μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2011, επιδίκασε ποσά που δεν ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την άσκηση της αγωγής (31.03.2008) και αφορούσαν έννομες σχέσεις υποθετικές, μελλοντικές και ενδεχόμενες, και β.

κατά το δεύτερο σκέλος του την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, καθώς μέρος των οφειλόμενων επιδομάτων που ζητούσαν οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την άσκηση της αγωγής και Γ. με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις, αφού δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, καθώς απολαύει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, την διετή παραγραφή των απαιτήσεων των ν.π.δ.δ. ως προς τις αξιώσεις από 01.01.2002 έως 31.03.2006 και σε κάθε περίπτωση την ειδική πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 01.01.2002 έως 31.03.2002.

Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης (κύριοι και πρόσθετος) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι εν λόγω ισχυρισμοί (αναφορικά με τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, με το μη ληξιπρόθεσμο των ενδίκων αξιώσεων και με την παραγραφή αυτών) προβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στο δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση και τούτο ασχέτως αν ο περί παραγραφής ισχυρισμός, κατά τα αναφερόμενα στον οικείο (4ο) λόγο αναίρεσης, λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αλλά (αφορά) στις (ιδιωτικού δικαίου) σχέσεις μεταξύ των διαδίκων (εναγομένου ν.π.δ.δ.

και των μισθωτών αυτού) (ΑΠ 1900/2017, 1321/2015, 183/2014).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιοι ισχυρισμοί ουδόλως είχαν προβληθεί.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 14/2004, ΑΠ 231/2016, 291/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τον αριθμ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθεντα, ο σχετικός λόγος έφεσης δεν είναι νόμιμος, αφού η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως τελεσίδικη μπορεί να εκτελεστεί και επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν ιδρύεται, ενώ για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμος και ο επικουρικός, για την περίπτωση λήψης υπόψη από το Εφετείο του άνω λόγου έφεσης περί εσφαλμένης κήρυξης της πρωτόδικης απόφασης προσωρινά εκτελεστής και απόρριψης αυτού, λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 909 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 9 ν. 11902/1990, που αφορά την προσωρινή εκτελεστότητα σε σχέση με την αναιρεσείουσα.

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης (κύριου ή πρόσθετου) προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 885/2023, 1072/2020, 18/2020), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7435/828/2022, αίτηση αναίρεσης και τους, από 31.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης 68/2023, πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμόν 3092/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ