Supreme Court dismisses appeal against will invalidity ruling due to vague grounds and improper evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision to uphold a will's validity. The appellant argued the testator suffered from dementia rather than normal aging, but the court rejected these grounds as vague and lacking specific legal citations. Furthermore, the court held that reviewing the lower court's evidence assessment violated the principle that appellate courts cannot re-evaluate factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific legal grounds and cannot challenge the appellate court's assessment of evidence or facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1306 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1306/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Μ. και Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτέρπη-Ευαγγελία Σοφιάδου-Σόφιου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Μ. και της Γ., κατοίκου ... Π.Ε. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2017 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 77/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30.07.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 77/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 21.06.2017 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 23/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 30.09.2016 αγωγή περί αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης της αναιρεσείουσας.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η αναιρεσείουσα απηύθηνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... την στραφείσα κατά του αναιρεσιβλήτου από 30.09.2016 αγωγή της με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ' αριθμ. 2043/11.08.2019 δημοσίας διαθήκης του κοινού πατέρα αυτής και του αναιρεσιβλήτου, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Β. Τ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα, για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο συντάξεως αυτής (δημοσίας διαθήκης) ο διαθέτης στερούνταν παντελώς της χρήσεως του λογικού συνεπεία πνευματικής διαταράξεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξεκάλεσε ο αναιρεσίβλητος με την από 21.06.2017 έφεσή του που απηύθηνε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και έστρεψε κατά της αναιρεσείουσας. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 77/2020 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία η ως άνω έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε και αναδικάσθηκε η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την κρινόμενη από 30.07.2020 αίτησή της η αναιρεσείουσα ζητώντας την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την εκφορά της κρίσεώς του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της αποφάσεώς του, δέχθηκε τα κατωτέρω, κατ' αντιγραφήν, παρατιθέμενα: "Η ενάγουσα και ο εναγόμενος είναι τέκνα του Μ.
Σ. του Ν. και της Μ., ο οποίος απεβίωσε στις 22.12.2012 στο Γενικό Νοσοκομείο ... σε ηλικία 87 ετών. Η μητέρα των διαδίκων και σύζυγος του αποβιώσαντος πατέρα τους, Γ. Σ., το γένος Ν. και Σ. Κ., είχε προαποβιώσει στην κατοικία της στα ... στις 10.09.2011 σε ηλικία 76 ετών. Ο Μ. Σ. κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς τους διαδίκους και τα επίσης τέκνα του Σ.
και Χ., εκ των οποίων η τελευταία είναι ετεροθαλής αδελφή τους. Ο Μ. Σ. άφησε δύο δημόσιες διαθήκες, εκ των οποίων με την υπό κρίση αγωγή προσβάλλεται η δεύτερη. Με την πρώτη διαθήκη με αριθ. ... που συνέταξε η συμβολαιογράφος ... Β. Τ., όσο ακόμη ζούσε η σύζυγος του διαθέτη, αυτός κατέλειπε σε αυτήν α) ένα οικόπεδο έκτασης 1.062 τ.μ., με παλαιά πλίθινη οικία στα ...
το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία του διαθέτη, ανατολικά με ιδιοκτησία Β. Μ., νότια και δυτικά με οδούς, β) ένα αγρό με αριθ. 208, έκτασης 2.000 τ.μ. στη θέση ..., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με οδό, δυτικά με ιδιοκτησία Π. Π., βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Π. Κ. και γ) τμήμα 2.644 τ.μ. επί άλλου αγρού έκτασης 32.644 τετραγωνικών μέτρων στο αγρόκτημα Πηγαδιών.
Στα τέκνα του, δηλαδή και στους διαδίκους, κατέλειπε άλλα περιουσιακά στοιχεία του. Επίσης, στη διαθήκη υπήρχε η διάταξη, ότι οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία ήθελε βρεθεί κατά την ημέρα του θανάτου του, την καταλείπει εξ αδιαιρέτου στα τέκνα του Ν., Σ. και Μ.. Η δεύτερη διαθήκη με αριθ. ..., η οποία προσβάλλεται με την υπό κρίση αγωγή, συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Ξ.
Α. Γ., μετά από το θάνατο της συζύγου του διαθέτη Γ. Σ., στην οικία του διαθέτη. Με τη διαθήκη αυτή, ο διαθέτης κατέλειπε στον εναγόμενο τα δύο, υπό α' και β' προαναφερόμενα ακίνητα, ήτοι το οικόπεδο έκτασης 1.062 τ.μ. με την παλαιά πλίθινη οικία στα ... και τον υπ' αρ. 208 αγρό έκτασης 2.000 τ.μ. στη θέση .... Ως αιτιολογία αναγράφεται ότι ο υιός του Ν.
γηροκομεί τον διαθέτη. Επίσης, αναγράφεται ότι ως προς την υπόλοιπη περιουσία του ισχύει η προγενέστερη διαθήκη του. Είναι προφανές ότι η δεύτερη διαθήκη είναι ευμενέστερη για τον εναγόμενο και δυσμενέστερη για την ενάγουσα από ότι η πρώτη διαθήκη, εφόσον με βάση την πρώτη διαθήκη η ενάγουσα καθίστατο κληρονόμος κατ' ιδανικό μερίδιο 1/3 στα δύο παραπάνω ακίνητα, δηλαδή στο οικόπεδο και στον αγρό, αφού τα περιουσιακά αυτά στοιχεία που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να κληρονομήσει η σύζυγος του και μητέρα των διαδίκων, η οποία είχε προαποβιώσει, συγκαταλέγονταν στα περιουσιακά στοιχεία του διαθέτη που υπήρχαν κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη και τα οποία σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη της πρώτης διαθήκης περιέρχονται εξ αδιαιρέτου στα τέκνα του διαθέτη, Ν., Σ.
και Μ., ενώ, με βάση τη δεύτερη διαθήκη αυτά τα δύο ακίνητα περιέρχονται εξ ολοκλήρου στον εναγόμενο. Η πρώτη διαθήκη δημοσιεύθηκε με τα υπ' αρ. ... πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου ... και η δεύτερη διαθήκη δημοσιεύθηκε με τα υπ' αρ. 169/ΔΔ-169/06.10.2014 πρακτικά συνεδρίασης του ιδίου Ειρηνοδικείου. Η ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα με την πρώτη διαθήκη σε αυτήν κληρονομιά, στην οποία περιλαμβάνεται το 1/3 επί των δύο παραπάνω ακινήτων και προς τούτο συντάχθηκε η υπ' αριθ. 171/04.07.2014 έκθεση δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου ....
Ο εναγόμενος αποδέχθηκε την επαχθείσα με τη δεύτερη διαθήκη σε αυτόν κληρονομιά, στην οποία περιλαμβάνονται ολόκληρα τα δύο παραπάνω ακίνητα και προς τούτο συντάχθηκε η υπ' αριθ. 89/14.07.2015 έκθεση δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου .... Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο διαθέτης κατά την σύνταξη της δεύτερης χρονολογικά δημόσιας διαθήκης, δεν είχε συνείδηση των πράξεων του λόγω της επικαλούμενης γεροντικής άνοιας, στηρίζοντας τον ισχυρισμό της αυτό κυρίως στην με αριθ. 286/05.04.2012 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου, Δ.
Ν. του Γενικού Νοσοκομείου ... και στην με αριθ. 14909/15.10.2014 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του γενικού χειρουργού Γ. Κ. Γ. του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, αλλά και στην συνταγογράφηση των φαρμάκων ...και ... που λάμβανε αυτός. Αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης διαβίωνε στην οικία του εναγόμενου υιού του, ο οποίος και είχε αναλάβει όλη την φροντίδα που απαιτούσε η προχωρημένη ηλικία του (γεννηθείς το 1925) ενώ αυτός εμφάνιζε και αδυναμία ορθοστάτησης και βάδισης.
Προκειμένου να καταχωρηθεί ο διαθέτης, ως ανάπηρος στα αρχεία του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας ..., ώστε να λαμβάνει κοινωνικό επίδομα και έτσι να ενισχυθεί το εισόδημα της ευρύτερης οικογένειας, δηλαδή των οικογενειών του εναγομένου και του πατέρα του, ο εναγόμενος προσήλθε στις 05.04.2012 με τον πατέρα του - διαθέτη, στο Νοσοκομείο ..., με σκοπό την απόκτηση ιατρικής γνωμάτευσης για να χρησιμοποιηθεί στο Κ.Ε.Π.Α..
Πράγματι χορηγήθηκε από τον ιατρό Δ. Ν., Διευθυντή ... τμήματος του ως άνω νοσοκομείου, η προαναφερόμενη με αριθ. πρωτ. 286/05.04.2012 Ιατρική Βεβαίωση - Γνωμάτευση στην οποία αναγράφεται ότι ο ασθενής Μ. Σ. "εξετάστηκε στα Ε.Ι. ή Τ.Ε.Π.", βεβαιώνεται ότι πάσχει από "έκπτωση ανώτερων νοητικών λειτουργιών με σύνοδες εκδηλώσεις οργανικού ψυχοσυνδρόμου στο πλαίσιο ανοϊκής συνδρομής, εξελισσόμενης από 5ετίας τουλάχιστον.
Από 3ετίας περίπου παραμένει κλινήρης, αδυνατώντας να ορθοστατήσει και να βαδίσει (λειτουργική τετραπληγία)". Επίσης αναγράφεται ότι "δεν υπεβλήθη σε παρακλινικό έλεγχο, ελλείψει συνεργασίας", ότι "αδυνατεί πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη συμπαράστασης από άλλο άτομο συνεχώς", αναγράφηκαν ως αγωγή αυτού τα φαρμακευτικά σκευάσματα ...αι ...
και τέλος αναγράφηκε ότι η ως άνω Ιατρική Βεβαίωση - Γνωμάτευση χορηγήθηκε για να χρησιμοποιηθεί στο Κ.Ε.Π.Α.. Ωστόσο, στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς τις περιεχόμενες επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη της, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτήν ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, δεν αναγράφονται λεπτομερώς τα ευρήματα από την εξέταση αυτού, δεν αναγράφεται ότι εξετάσθηκε η μνήμη του ασθενούς, ο προσανατολισμός του στο χώρο και τον χρόνο και η νοητική επεξεργασία των έξωθεν ερεθισμάτων, καθώς και η ανάλογη "λογική" ανταπόκριση σ' αυτά, που όλα αυτά περιλαμβάνονται στις νοητικές λειτουργίες και αποτελούν τα κρίσιμα ζητήματα που ερευνά ο εξετάζων κλινικά τον ασθενή ιατρός, ούτε αναγράφεται ότι διαπιστώθηκε αδυναμία επικοινωνίας (η έλλειψη συνεργασίας και όχι αδυναμία συνεργασίας αναφέρεται στην πραγματοποίηση παρακλινικών εξετάσεων), ούτε άλλωστε καταγράφηκαν ευρήματα παρακλινικών εξετάσεων (αξονική εγκεφάλου κλπ) έστω και προγενέστερων, που να επιβεβαιώνουν την γνωμάτευση περί άνοιας, η οποία αναφέρεται ως εξελισσόμενη από 5ετίας τουλάχιστον, χωρίς περαιτέρω να εξειδικεύονται τα στάδια εξέλιξης αυτής και χωρίς να αναγράφεται το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν ο ασθενής κατά το χρόνο σύνταξης της γνωμάτευσης, παρά μόνο ο ιατρός αναφέρεται σε έκπτωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών, χωρίς όμως να αναφέρει αν αυτή ήταν ήπια, μέτρια, σχετικά σοβαρή ή σοβαρή, δεδομένης μάλιστα της αναφοράς στην γνωμάτευση, περί εξελισσόμενης άνοιας από πενταετίας, αφού είναι γνωστό σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι υπάρχει μεγάλη ετερογένεια την εξέλιξη της άνοιας, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες εξελίσσεται γρήγορα και άλλες περιπτώσεις που εξελίσσεται βραδέως και γενικότερα, αυτή διέρχεται διάφορες φάσεις.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι εντός της προηγούμενης πενταετίας από την ως άνω γνωμάτευση, η οποία πενταετία ξεκινά από το έτος 2007, ο διαθέτης, πέραν της πρώτης δημόσιας διαθήκης του, που συνέταξε η συμβολαιογράφος ... Β. Τ., στις 11.08.2009, προέβη επίσης και σε έτερη συμβολαιογραφική πράξη εντός του ίδιου έτους και ειδικότερα στις ...
σε γονική παροχή ενός οικοπέδου, για την οποία συντάχθηκε το με αριθ. ...... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Π. Β.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης - πατέρας των διαδίκων, στις 19.12.2012 υπεβλήθη στο Γενικό Νοσοκομείο ..., πάσχων από περιεσφιγμένη βωβωνοκήλη αριστερά, σε λαπαροτομή, εκτομή τμήματος νεκρωθέντος παχέος εντέρου, και την 2η μετεγχειρητική ημέρα παρουσίασε γαστρορραγία και κατέληξε στις 22.12.2012, όπως όλα τα ανωτέρω αναγράφονται στην με αριθ.
πρωτ. 14909/15.10.2014 Ιατρική Βεβαίωση - Γνωμάτευση του Γ. Γ. Χειρουργού-Διευθυντή Ε.Σ.Υ. του Γενικού Νοσοκομείου ..., στην οποία αναγράφεται επίσης ότι "εκ του ατομικού ιστορικού αναφέρεται ήπια αρτηριακή υπέρταση και κατάθλιψη για τα οποία ακολουθούσε αγωγή με ..., …. και ...". Στην δεύτερη αυτή, ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση δεν αναγράφεται στο ιστορικό του ασθενούς, ότι έπασχε από άνοια, αλλά μόνο από κατάθλιψη και ήπια υπέρταση και ότι για την αντιμετώπιση αυτών λάμβανε την ανωτέρω φαρμακευτική αγωγή.
Η ενάγουσα προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι ο διαθέτης-πατέρας της έπασχε από άνοια, πέραν των ανωτέρω γνωματεύσεων και τις από 24.1.2017 εκτυπώσεις ιστοσελίδων των ιστοτόπων www.ndrugs.com και www.galinos.gr, όπου αναφέρονται οι ενδείξεις των ως άνω φαρμακευτικών σκευασμάτων με την εμπορική ονομασία ...
και ...αι συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το πρώτο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της άνοιας (απώλεια μνήμης και ψυχικές αλλαγές) που σχετίζεται με τη νόσο ήπια, μέτρια ή σοβαρή Alzheimer, και το δεύτερο ανήκει στα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία βελτιώνουν τα συμπτώματα ορισμένων τύπων ψυχικών ασθενειών, όπως είναι οι ψευδαισθήσεις, οι παράξενες και τρομακτικές σκέψεις, οι μεταβολές της συμπεριφοράς, το αίσθημα μοναξιάς και η σύγχυση.
Από τις πληροφορίες αυτές, δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι τα ανωτέρω σκευάσματα συνταγογραφούνται μόνο σε ασθενείς με άνοια, αφού το μεν πρώτο βοηθά και στην εξασθένηση της μνήμης, το δε δεύτερο και στις μεταβολές της συμπεριφοράς και το αίσθημα μοναξιάς, και επομένως συνάγεται ότι μπορούν να χορηγούνται σε άτομα τρίτης ηλικίας για διαταραχές μνήμης που είναι συνηθέστατη στα άτομα αυτά, ενώ όπως προαναφέρθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και η απόδειξη της δεν δικαιολογεί από μόνη της ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, και βέβαια δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα, ακόμη και αν συνταγογραφήθηκαν γιατί διαγνώσθηκε άνοια, για το στάδιο αυτής και τις επιπτώσεις της στην νοητική λειτουργία του ασθενούς, αφού μόνη η άνοια αφεαυτής δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε, σε οποιαδήποτε φάση και αν βρίσκεται, την απώλεια της συνείδησης του ασθενούς.
Περαιτέρω, στην διανοητική κατάσταση του διαθέτη, αναφέρονται και οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις. Στην με αριθ. 2969/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαραθώνα, Μ. Π., του υιού της ενάγουσας και εγγονού του διαθέτη, που είναι και η μοναδική ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από την ενάγουσα, ο ως άνω μάρτυρας καταθέτει ότι ήδη πριν τον θάνατο της γιαγιάς του και συζύγου του διαθέτη, υπήρχαν εμφανή τα σημάδια της ασθένειας του και ότι τουλάχιστο για μία τριετία πριν το θάνατό του, αδυνατούσε να επικοινωνήσει λογικά και συνειδητά με τους οικείους του.
Τα ανωτέρω όμως, αντικρούονται από τα κατατιθέμενα από τους μάρτυρες, στις έξι συνολικά ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται από τον εναγόμενο, εκ των οποίων, στην με αριθ. 793/2016 καταθέτει η αδελφή των διαδίκων, Σ. Σ., και βεβαιώνει ότι ο πατέρας τους, τον οποίο επισκέπτονταν σχεδόν καθημερινά στα ..., καθόσον διαμένει στην Ξάνθη, σε αντίθεση με την ενάγουσα που διαμένει στην Αθήνα και δεν επισκέπτονταν συχνά τους γονείς τους, ώστε να έχει ακριβή γνώση για την κατάσταση της υγείας του πατέρα τους, είχε σημαντικά προβλήματα στην κίνηση, στην όραση και στην ακοή, αλλά η μνήμη του και η σκέψη του δεν είχαν πρόβλημα, κουβέντιαζε μαζί τους και τους αναγνώριζε έως την τελευταία μέρα της ζωής του, ενώ καταθέτει επίσης ότι θυμόταν ακόμη και τους αριθμούς των τεμαχίων και τα σύνορα των χωραφιών και τα ονόματα των γειτόνων.
Επίσης, στις με αριθ. ... και 44/2017 ένορκες βεβαιώσεις, οι μάρτυρες Ε. Λ. και Φ. Κ., γειτόνισσες του διαθέτη που επισκέπτονταν το σπίτι του πολύ συχνά η πρώτη και καθημερινά η δεύτερη, καταθέτουν ότι έως και το θάνατό του, κουβέντιαζαν μαζί του, και από την επικοινωνία που είχαν είναι βέβαιες ότι μέχρι το τέλος της ζωής του, είχε τα λογικά του, η μνήμη του λειτουργούσε σωστά, επικοινωνούσε με τα άτομα του περιβάλλοντός του και μάλιστα χειρίζονταν και τα οικονομικά του, συζητούσε με λογικό τρόπο, καταλάβαινε ότι τον αφορούσε και ότι τα προβλήματα υγείας του, αφορούσαν μόνο το σώμα του που είχε εξασθενήσει.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι ως άνω τρεις μάρτυρες, εκ των οποίων μάλιστα η πρώτη μάρτυρας είναι αδελφή και των δύο διαδίκων και η ευδοκίμηση της αγωγής και ακύρωση της διαθήκης, θα της επέφερε άμεσο περιουσιακό όφελος, δεν προσδοκούν κανένα όφελος από την αρνητική έκβαση της δίκης, ενώ μόνη η φιλική ή συγγενική σχέση τους με τον εναγόμενο, δεν καθιστά μη αξιόπιστες τις μαρτυρικές τους καταθέσεις.
Πέραν των ενόρκων βεβαιώσεων των άνω μαρτύρων που βεβαίωσαν ότι ο διαθέτης ήταν διανοητικά ακμαίος μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του και έπασχε μόνον από σωματικές παθήσεις, προσκομίζονται από τον εναγόμενο και οι με αριθ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις που έδωσαν οι τρεις μάρτυρες, Α. Τ., Γ. Ρ. και Λ.
Π., που παρέστησαν ως μάρτυρες κατά τη σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης, στις οποίες επιβεβαιώνουν τα αναγραφόμενα στη δημόσια διαθήκη από την συμβολαιογράφο που την συνέταξε, αναφέροντας μάλιστα λεπτομερώς όλη την διαδικασία που ακολουθήθηκε, τις ερωτήσεις που έκανε η συμβολαιογράφος στον διαθέτη για να βεβαιωθεί ότι έχει την χρήση της λογικής και συνείδηση των πράξεών του, καθώς και ότι αυτός δήλωσε στη συμβολαιογράφο, ότι η γυναίκα του έχει πεθάνει και θέλει να γράψει αυτά που άφησε σε αυτή, στον εναγόμενο, που τον φροντίζει, αναφερόμενος ειδικά στο οικόπεδο, το οποίο μάλιστα έδειξε με το χέρι του, καθώς η αυλή φαινόταν από το παράθυρο δίπλα του, και το "...", και ότι μετά από αυτά, η συμβολαιογράφος, αφού βεβαιώθηκε για την βούληση του διαθέτη, συνέταξε την διαθήκη.
Όλα τα ανωτέρω, περιλαμβάνονται στην με αριθ. ... διαθήκη που συνέταξε η συμβολαιογράφος ..., Α. Γ.. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω δημόσιας διαθήκης, ο διαθέτης δήλωσε ενώπιον όλων των προσώπων που συνέπραξαν (συμβολαιογράφου και μαρτύρων) ότι επιθυμεί να συνταχθεί δημόσια διαθήκη του και ότι έχει σωστά τα λογικά του και δεν στερείται καμία από τις αισθήσεις του, ότι έχει αδυναμία υπογραφής λόγω σωματικής αδυναμίας, ότι μετά από συνομιλία που είχε η συμβολαιογράφος με τον διαθέτη, πείστηκε αυτή για τη σοβαρότητα της διάθεσής του, διαπίστωσε ότι έχει σωστά τα λογικά του και δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση ανικανότητας απομάκρυνε όλους τους παρευρισκομένους στο δωμάτιο και ο διαθέτης δήλωσε προφορικά τη βούλησή του ενώπιον των ως άνω συμπραξάντων.
Η βεβαίωση αυτή της συμβολαιογράφου στη σχετική πράξη της, ότι δηλαδή ο διαθέτης δεν υπαγόταν σε κάποια περίπτωση ανικανότητας από τις αναφερόμενες στον Α.Κ., δεν αποτελεί, όπως αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, απόδειξη περί της ικανότητάς του για σύνταξη διαθήκης, καθόσον αυτή η βεβαίωση αποτελεί υποκειμενική κρίση, πλην όμως δεν αναιρείται από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συνάγεται από αυτή, ότι η συμβολαιογράφος δεν διέγνωσε ότι υπήρχαν, στο πρόσωπο του διαθέτη, έκδηλα συμπτώματα τέτοιας διανοητικής κατάστασης, η οποία να μην επιτρέπει σε αυτόν να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης του, κατά το χρόνο δήλωσης της τελευταίας βούλησής του.
Από τον συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και την προσήκουσα αξιολόγηση αυτών, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η κατάσταση της υγείας του διαθέτη, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης, είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη συνείδησης των πράξεών του, υπό την έννοια της, σε βαθμό συγχύσεως, αδυναμίας του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο, καθώς και τις συνέπειες της διαθήκης που συνέτασσε και να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του ή τέτοια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταβολή που επέφερε στην διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων ο διαθέτης με την ως άνω δημόσια διαθήκη, ήταν η αναμενόμενη, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού αυτός δεν μετέβαλε την πρώτη διαθήκη του, ως προς τις άλλες διατάξεις της, παρά μόνο διέθεσε με τη νέα αυτή διαθήκη, τα δύο από τα τρία ακίνητα που είχε αφήσει στην σύζυγό του, προφανώς για να εξασφαλίσει, όπως άλλωστε συνηθίζεται, ότι αυτή θα γηροκομηθεί σωστά, και όταν αυτή προαποβίωσε, προχώρησε στην τροποποίηση της διαθήκης του, μόνο ως προς τα ακίνητα αυτά, τα οποία άφησε στον υιό του-εναγόμενο, με τον οποίο και την σύζυγο αυτού, διέμενε και οι οποίοι ασχολούνταν αποκλειστικά αυτοί, με την φροντίδα του.
Από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης, Μ. Σ., κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης τελούσε σε κατάσταση διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του και ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη. Μόνη η με αριθ. 286/05.04.2012 προαναφερόμενη ιατρική γνωμάτευση, η οποία αναφέρεται σε έκπτωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών λόγω εξελισσόμενης από πενταετίας άνοιας, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, και η συνταγογράφηση των προαναφερόμενων φαρμάκων, λόγω όλων όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν αρκεί για την δημιουργία δικανικής πεποίθησης στο δικαστήριο, ότι ο διαθέτης τελούσε σε κατάσταση διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του και ήταν ανίκανος να προβεί σε σύνταξη διαθήκης.
Επομένως, εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε ανταποδεικτικά την αναλήθεια της περιεχόμενης στη διαθήκη βεβαίωσης της συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 Α.Κ., η ίδια η διαθήκη παρέχει, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, πλήρη απόδειξη περί αυτού κατά τα άρθρα 438 και 440 Κ.Πολ.Δ. .
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του.". Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ. οι ιατρικές γνωματεύσεις ή βεβαιώσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από τον συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.
Ως προς τις περιεχόμενες όμως σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ., όπως άλλωστε ισχύει σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του Κ.Πολ.Δ.
και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (Α.Π. 1047/2022, Α.Π.717/2020, Α.Π. 1843/2013). Εξάλλου κατά το άρθρο 5 του ν. 3418/2005 που τιτλοφορείται "Ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές γνωματεύσεις", "1.
Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ν.Π.Ι.Δ. ή ιδιώτες ιατρούς. Σε κάθε περίπτωση, τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά και οι εκδιδόμενες γνωματεύσεις αφορούν αποκλειστικά στο γνωστικό αντικείμενο της ειδικότητας κάθε ιατρού. 2. Ο ιατρός οφείλει, όταν συντάσσει πάσης φύσεως ιατρικά πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, να αναφέρει το σκοπό για τον οποίο προορίζονται, καθώς και το όνομα του λήπτη του πιστοποιητικού. 3.
Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις εκδίδονται μετά από προηγούμενη γραπτή ή προφορική αίτηση του προσώπου στο οποίο αφορούν ή κατ` εξαίρεση, τρίτου προσώπου που έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει, καθώς και όταν αυτό ρητά προβλέπεται στο νόμο. Ειδικά τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν στην παρούσα κατάσταση του ασθενούς προϋποθέτουν την προηγούμενη εξέταση του ασθενούς.
Η έκδοση αναληθών ιατρικών πιστοποιητικών συνιστά πειθαρχικό και ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ιδιώτες ιατροί που εκδίδουν ιατρικά πιστοποιητικά ή μετέχουν σε επιτροπές που τα εκδίδουν, θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια που έχει ο όρος στον Ποινικό Κώδικα. 4. Τα πάσης φύσεως ιατρικά πιστοποιητικά ή ιατρικές γνωματεύσεις παραδίδονται σε αυτόν που παραδεκτά το ζήτησε ή σε τρίτο πρόσωπο, που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τον αιτούντα.".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου καθώς και αν σημειώθηκε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαλιου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 56/2022, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559§1 του K.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτολεξεί (Α.Π. 1252/2021) και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναιρέσεως κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 183/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017).
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως ήδη σημειώθηκε, ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι δε αν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξιών.
Επιπροσθέτως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 574/2010).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997, Ολ.Α.Π. 28/1997, Α.Π. 1283/2013).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και, για τον λόγο αυτό, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε στα πλαίσια της ερευνομένης διατάξεως (του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.) να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν ιδρύεται ο ίδιος λόγος ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1283/2013, Α.Π. 553/2012, Α.Π. 1334/2010, Α.Π. 559/2009, Α.Π. 1206/2008).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτολεξεί (Α.Π. 1252/2021), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 2096/2009, Α.Π. 1189/2009, Α.Π. 1108/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1700/2009, Α.Π. 22/2005, Α.Π. 1508/2004). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1085/1999). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).
Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της πλημμελείας εγκειμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1719§3 του Α.Κ., άλλως τους ερμηνευτικούς κανόνες των αυτών διατάξεων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος εφόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διότι με την απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 5§3 του ν. 3418/2005 απαιτώντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος ορίζει, με αποτέλεσμα να μην πεισθεί από τη διάγνωση του εκδώσαντος σχετικό πιστοποιητικό ιατρού ότι ο διαθέτης έπασχε από άνοια και, συνεπώς, ήταν ανίκανος να συντάξει κάθε μορφής διαθήκη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι ως προς τη διάγνωση του ιατρού που εξέδωσε το εριστό ιατρικό πιστοποιητικό το Δικαστήριο είχε την εξουσία να το εκτιμήσει ελευθέρως, όπως και έπραξε. Τα λοιπά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν, κατά τη λογική του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προϋποθέσεις εγκυρότητας του ιατρικού πιστοποιητικού, αλλά πλεοναστικές σκέψεις (επιχειρήματα) για την ακολουθητέα διαδικασία πριν την έκδοσή του, η οποία (ακολουθητέα διαδικασία) θα του προσέδιδε μείζονα αξιοπιστία.
Σε κάθε περίπτωση, η αιτίαση που προσάπτεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου θα ήταν δυνατό, συντρεχουσών των αναγκαίων προϋποθέσεων, να ιδρύσει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. και όχι τον επικαλούμενο. Με το έτερο σκέλος του αυτού λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με το να δεχθεί τις αιτιάσεις του αναιρεσιβλήτου για την αξιοπιστία του ως άνω ιατρικού πιστοποιητικού και το κίνητρο του εκδώσαντος αυτό ιατρού, δέχθηκε ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθείς χωρίς απόδειξη υποπέσαν στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί που αποτέλεσαν λόγο εφέσεως δεν συνιστούν πράγματα. Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως α) την από 25.07.2017 μηνυτήρια αναφορά αυτής (αναιρεσείουσας) προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ...
και β) τις από 05.04.2012, 05.05.2012, 04.06.2012 και ... συνταγές φαρμάκων του ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου ... Δ. Ν. όπως και την από ... συνταγή του ιατρού Α. Μ., τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος αποβαίνει.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει επί λέξει ότι για τη διαμόρφωση της δικαστικής του κρίσεως έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: "Από την με αριθ. 2969/21.12.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μ. Π., που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου, όπως προκύπτει από την με αριθ. 11084Γ/16.12.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...
Κ. Κ., τις με αριθ. 793/21.12.2016, 794/21.12.2016, 795/21.12.2016, 796/21.12.2016, 797/21.12.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., που λήφθηκαν με επιμέλεια του εναγόμενου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την με αριθ. 5098Δ/16.12.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Μ. και την με αριθ. 44/27.01.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., που λήφθηκε επίσης με επιμέλεια του εναγόμενου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την με αριθ. 5224Δ/20.01.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ., και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα, για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 Κ.Πολ.Δ.), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... .".
Από την αναφορά αυτή σε συνδυασμό με την ανάγνωση του συνόλου του κειμένου της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται ελάχιστη αμφιβολία ότι το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα και τα συναξιολόγησε ώστε να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα. Σημειώνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει τη διάταξη του άρθρου 529§2 του Κ.Πολ.Δ.
σε σχέση με τα έγγραφα αυτά και, τούτο, διότι, εφόσον στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται η προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 529§1 του Κ.Πολ.Δ.), μόνο αποκρούοντάς τα το δικαστήριο είχε την υποχρέωση να κάνει ιδιαίτερη μνεία σ' αυτά. Τέλος με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, που διαρθρώνεται σε τέσσερα σκέλη, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1β , 8, 10 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..
Συγκεκριμένα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του διδάγματα της κοινής πείρας, άλλως τα χρησιμοποίησε εσφαλμένα, εφόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση του διαθέτη κατά το χρονικό σημείο της συντάξεως της επίδικης δημοσίας διαθήκης οφειλόταν στη φυσιολογική γήρανση του οργανισμού του και όχι σε άνοια όπως αυτή (αναιρεσείουσα) υποστηρίζει με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικά συμπέρασμα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, δεν προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η κατά την αναιρεσείουσα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε και δεν παρατίθενται οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πλήρως, ώστε να προκύπτει η επικαλούμενη παράβαση.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς αιτιολογία, δέχθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του διαθέτη κατά το χρονικό σημείο της συντάξεως της δημοσίας διαθήκης του οφειλόταν στη φυσιολογική γήρανση του οργανισμού του και όχι σε άνοια, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) υποστηρίζει με αποτέλεσμα να θεωρήσει έγκυρη τη διαθήκη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστος και, τούτο, διότι, εκτός άλλων, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάσθηκε εκ πλαγίου εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου).
Έτι περαιτέρω, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι αγνόησε τον αγωγικό ισχυρισμό του, τον οποίο υποστήριξε αποδεικτικά, σύμφωνα με τον οποίο ο διαθέτης έπασχε κατά το χρονικό σημείο συντάξεως της επίδικης δημοσίας διαθήκης από άνοια με αποτέλεσμα η διαθήκη να είναι άκυρη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι υπό το πρόσχημα της επικαλουμένης αναιρετικής πλημμελείας επιχειρείται ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο της εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, έλεγχος που εκφεύγει (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.) της εξουσίας αυτού (Δικαστηρίου τούτου). Τέλος, η αναιρεσείουσα μέμφεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και, τούτο, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη την αιτίαση που περιεχόταν στην έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία τα προβλήματα υγείας του διαθέτη οφείλονταν στη γήρανση του οργανισμού του και όχι σε άνοια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση του αναιρεσιβλήτου, έστω και ως λόγος εφέσεως, δεν συνιστά πράγμα, αλλά αρνητική απάντηση στην ιστορική βάση της αγωγής.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς κρίση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ..) και να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του, καταθέσαντος προτάσεις, αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτού (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.07.2020 αίτηση της Μ. Σ. του Μ. και Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ