Legislator Case Law & Legislation
1306/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court judgment due to lack of proper invocation of legal evidence rules.

Case Number 1306/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment regarding a debt recognition contract. The appellants argued that the appellate court failed to grant legal evidentiary force to a judicial confession made by the opposing party, citing specific procedural violations. The court rejected this claim because the appellants did not properly invoke the confession during the appellate proceedings, rendering the alleged error inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 12; Art. 562 para. 2 of the Civil Procedure Code: An appeal based on a failure to grant legal evidentiary force to a judicial confession is inadmissible if the party benefiting from the confession did not properly invoke it before the appellate court.

Keywords

AI generated
judicial confession appellate procedure evidentiary force inadmissible appeal proper invocation civil procedure code debt recognition

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 12 of the Civil Procedure Code
Art. 562 para. 2 of the Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code
Art. 189 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1306 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Aριθμός 1306/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣYΓKPOTHΘHKE από τους Δικαστές : Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Aναστασία Παπαδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣYNEΔPIAΣE δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ : 1) Γ. Η. Ε. του Μ., 2) Π. Ε. του Γ. Η., 3) Δ. Ε. του Γ. Η., κατοίκων … (...), 4) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Η. Ε. και Σια ΕΠΕ", που εδρεύει στην … (...) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Αραβαντινό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

TΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : Γ. Κ. του Μ., κατοίκου … (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λακαφώση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3749/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1192/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-06-2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1094/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανάφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2019 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 14-06-2017 αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται για να συζητηθεί με την από 29-11-2019 κλήση των αναιρεσειόντων μετά την έκδοση της 1094/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής, προσβάλλεται η ερήμην των εφεσιβλήτων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1192/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. 3749/ 2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 26-07-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή χρέους από αιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι μετά την πάροδο της 15νθήμερης προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και εντός της τρακονθήμερης προθεσμίας για την άσκησή της (αναίρεσης) όπως τούτο προκύπτει και από 617/19 πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών σε συνδυασμό με την σχετική επισημείωση του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή Μ.

Α. στο επιδοθέν στους αναιρεσείοντες αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία εκδόθηκε ερήμην τους (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 KΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η ομολογία (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).

Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` KΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της 4ης των αναιρεσειόντων, περί συμψηφισμού ανταπαίτησής της ποσού 35.051 ευρώ κατά της αγωγικής αξίωσης ποσού 27.910,84 ευρώ του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ως κατ` ουσίαν αβάσιμο, με τις παραδοχές ότι : "Ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση συμψηφισμού) των εναγομένων, στην προβολή του οποίου, ας σημειωθεί, νομιμοποιείτο μόνον η τέταρτη εναγομένη εταιρεία, ... από κανένα αποδεικτικό μέσο που προσήχθη ή προσκομίστηκε, δεν αποδείχθηκε (πέραν του ποσού των 3.614 ευρώ για το οποίο υφίσταται δεδικασμένο εις βάρος της τετάρτης εναγομένης εταιρείας ...).

Συνεπώς η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού των εναγομένων, κατά το μέρος που υπερβαίνει το τελεσιδίκως επιδικασθέν σε βάρος του ενάγοντος ποσό των 3.614 ευρώ, είναι απορριπτέα ...".

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 KΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.

Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` KΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 947/2014, ΑΠ 886/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη.

Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 898/ 2015, ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 947/2014, ΑΠ 373/2011). Εξάλλου, ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1014/2010).

Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 83/2014). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 488/2020, ΑΠ 1377/2014). Πρόταση όμως του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή αναλόγως επίκληση του σχετικού μ` αυτόν αποδεικτικού μέσου δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην (ΑΠ 845/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του καθώς και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αρ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό του πορίσματός του, την περιεχόμενη στην από 01-09-2009 έφεση του αναιρεσίβλητου δικαστική ομολογία του, κατά την οποία η τέταρτη εναγομένη εταιρεία υποχρεώθηκε δυνάμει της 7519/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να καταβάλει στον τρίτο (μη διάδικο) Γ.

Η. το ποσό των 21.028 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ποσό το οποίο αυτή κατέβαλε, με συνέπεια να απορρίψει τη νομίμως μεταβιβασθείσα στο Εφετείο ένσταση συμψηφισμού, προς τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος-ήδη αναιρεσιβλήτου, του ποσού των 35.051 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυτή (4η αναιρεσείουσα), παρότι η σχετική υποχρέωση βάρυνε τον αντίδικό της.

Κατά τις αιτιάσεις τους αυτές, όμως, οι προαναφερθέντες λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού η ερημοδικία των αναιρεσειόντων σε δεύτερο βαθμό εμποδίζει, κατά τα προεκτεθέντα, να θεωρηθεί ότι υπήρξε από μέρους τους νόμιμη επίκληση της δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου τους, που δεν λήφθηκε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ώστε από την παράλειψη αυτή να ιδρύεται ο ως άνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.

Ενώ δεν πρόκειται και για ισχυρισμούς που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 KΠολΔ.

IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ., λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν και τα εξής: α) ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτό ο νόμος και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 570/2016, ΑΠ 491/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται κατά τα άνω και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 KΠολΔ συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία, ήτοι εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), παρέχει πλήρη απόδειξη σε βάρος του διαδίκου που ομολογεί, η οποία ναι μεν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, όμως για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ και 12 του άρθρ. 559 KΠολΔ πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο αναιρεσείων την επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του (ΑΠ 898/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 373/2011).

Το γεγονός, δηλαδή ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 488/2020, ΑΠ 1377/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν προσέδωσε την εκ του νόμου αποδεικτική δύναμη στην περιεχόμενη στην από 01-09-2009 έφεση του αναιρεσίβλητου δικαστική ομολογία του, κατά την οποία η τέταρτη εναγομένη εταιρεία υποχρεώθηκε δυνάμει της 7519/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να καταβάλει στον τρίτο (μη διάδικο) Γ.

Η. το ποσό των 21.028 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ποσό το οποίο αυτή κατέβαλε, με συνέπεια να απορρίψει τη νομίμως μεταβιβασθείσα στο Εφετείο ένσταση συμψηφισμού, προς τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος-ήδη αναιρεσιβλήτου, του ποσού των 35.051 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυτή (4η αναιρεσείουσα), παρότι η σχετική υποχρέωση βάρυνε τον αντίδικό της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αφού η ερημοδικία των αναιρεσειόντων σε δεύτερο βαθμό εμποδίζει, κατά τα προεκτεθέντα, να θεωρηθεί ότι υπήρξε από μέρους τους νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου τους, στην οποία το δικαστήριο δεν προσέδωσε την εκ του νόμου αποδεικτική δύναμη, ώστε από την παράλειψη αυτή να ιδρύεται ο ως άνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.

Και ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να λάβει υπόψη αυτήν, να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.).

Δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού με την επίκληση των εξαιρέσεων του άρθρου 562 παρ. 2 KΠολΔ, γιατί δεν συντρέχουν εδώ οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, όπως αυτές αναλύονται παραπάνω. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-06-2017 αίτηση των : 1) Γ. Η. Ε. του Μ., 2) Π. Ε. του Γ. Η., 3) Δ. Ε. του Γ. Η. και 4) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Η. Ε. και Σια ΕΠΕ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 1192/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ