1306/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Legislator headnote
AI generated1306/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν η αγωγή στηρίζεται στην πραγματική συμβολή και αυτή συνίσταται σε άλλες παροχές ή σε παροχή υπηρεσιών, τότε, πρέπει να γίνεται αποτίμηση των παροχών και των υπηρεσιών με τις οποίες ο ενάγων συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ώστε να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος στην πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 1357/2015).
Full text
Απόφαση 1306 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1306/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/8/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-8-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 62/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 26/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί κατά ένα μέρος η από 28-8-2006 αγωγή του και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλλει το αναφερόμενο χρηματικό ποσό ως απαίτησή του από τη συμβολή αυτού στην επαύξηση της περιουσίας εκείνης κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 1400 ΑΚ, θεσμοθετείται η αξίωση κάθε συζύγου συμμετοχής του στην περιουσία που απέκτησε ο άλλος σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά το μέτρο της συμβολής του τελευταίου στην αύξηση αυτής. Προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου.
Ειδικότερα, ως προς την τελευταία προϋπόθεση, η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, μπορεί να συνίσταται στην παροχή οποιασδήποτε υλικής παροχής, είτε κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση),, είτε παροχής υπηρεσιών που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ) (ΑΠ 1533/2018, ΑΠ 3/2016, ΑΠ 528/2015).
Έτσι, στην αγωγή με την οποία ασκείται η αξίωση από αποκτήματα, για την περίπτωση που αυτή στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής και ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά αιτείται ποσοστό μεγαλύτερο του τεκμαρτού, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1136/2017, ΑΠ 1496/2006, ΑΠ 1447/2008, ΑΠ 1825/2009).
Όταν η αγωγή στηρίζεται στην πραγματική συμβολή και αυτή συνίσταται σε άλλες παροχές ή σε παροχή υπηρεσιών, τότε, πρέπει να γίνεται αποτίμηση των παροχών και των υπηρεσιών με τις οποίες ο ενάγων συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ώστε να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος στην πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 1357/2015).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για να συγκροτήσουν την ιστορική της βάση, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Σ' αυτή την περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη και έτσι, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ή παρά το νόμο κηρύσσει τέτοια ακυρότητα (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 387/2015, ΑΠ 502/2014).
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, θεμελιωτικά του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, τα οποία δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής ή απέρριψε ως μη νόμιμη ή ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα θεμελιωτικά του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, γεγονότα τα οποία με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).
Ο ανωτέρω αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, ΑΠ 1233/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της αγωγής, που το περιεχόμενό του ελέγχεται για την έρευνα προβαλλομένου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως δέχθηκε τούτο και το Εφετείο, ιστορείται ότι:
Στις 16-8-1969 ο ενάγων (αναιρεσείων) τέλεσε με την εναγομένη νόμιμο γάμο στις Βρυξέλες Βελγίου, ο οποίος διασπάστηκε το έτος 2001. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους αυξήθηκε η περιουσία της συζύγου του με την ανέγερση, σε οικόπεδο που βρίσκεται στην ... και είχε αποκτήσει αυτή στην κυριότητά της με γονική παροχή από τον πατέρα της, μιας οικίας, επιφάνειας 133 τ.μ., αποτελούμενης από ισόγειο όροφο και ημιτελή πρώτο όροφο, αξίας δε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, του μεν οικοπέδου 20.000 ευρώ, της δε οικίας 180.000 ευρώ.
Ότι στην επαύξηση της περιουσίας αυτής της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), συνέβαλε ο ίδιος κατά ποσοστό τουλάχιστον 50%. Η συμβολή του συνίσταται: α) σε μέρος του χρηματικού ποσού σε βελγικά φράγκα που ήταν κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα, προέρχονταν, δε, από την αμοιβή της εργασίας του ιδίου ως τυπογράφου και της συζύγου του ως κομμώτριας στο Βέλγιο, όπου, από την τέλεση του γάμου τους και μέχρι το έτος 1984 κατοικούσαν, ειδικότερα δε, στο χρηματικό ποσό των 2.063.977,85 δραχμών, το οποίο ανέλαβε από το λογαριασμό αυτό, β) στην καταβολή του ποσού των ημερομισθίων που αντιστοιχούσαν στην εργασία του ως οικοδόμου, στον εργολάβο Μ., στον οποίο είχαν αναθέσει την κατασκευή των από σκυρόδεμα μερών της οικοδομής, αφού ο ίδιος εργαζόταν αντί ημερομισθίου 2.500 δραχμών, το οποίο, όμως, δεν εισέπραττε, αλλά υπολογίζονταν ως καταβολή έναντι της συμφωνηθείσας για το έργο αμοιβής του εργολάβου, γ) στη δαπάνη που ωφελήθηκε η αναιρεσίβλητη από τη μη καταβολή ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών στο ΙΚΑ, λόγω της υποβολής από αυτόν υπεύθυνης δήλωσης περί εκτέλεσης από τον ίδιο των υπόλοιπων οικοδομικών εργασιών, δ) στην αντιστοιχούσα στην παροχή της εργασίας του αμοιβής για την κατασκευή της οικίας, καθόσον ο ίδιος εκτέλεσε τις εργασίες του χτισίματος των τούβλων, του σοβατίσματος, της τοποθέτησης των ηλεκτρικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, της τοποθέτησης των πλακιδίων, των ειδών υγιεινής, των θυρών, παραθύρων, της βαφής της οικίας, αλλά και της κατασκευής αποθήκης και ε) στην ωφέλεια που είχε από τη δαπάνη των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για τις εργασίες αυτές, καθόσον πλήρωσε το τίμημα αυτών ο ίδιος, που παράγγειλε και προμηθεύτηκε με δικά του χρήματα.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του αποδώσει αυτουσίως το, κατά ποσοστό 50%, μερίδιο της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας, άλλως να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 90.000 ευρώ, αντίστοιχο του ως άνω ποσοστού, της αξίας του περιουσιακού στοιχείου κατά το οποίο με τη συμβολή του αυξήθηκε η περιουσία της.
Με το εκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αόριστη. Τούτο διότι, μολονότι ο αναιρεσείων στήριξε, κατά το μέρος τούτο, την αξίωσή του από τα αποκτήματα, στον πραγματικό, με βάση τη συμβολή του στην, επελθούσα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, εκτιθέμενη αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης συζύγου του, υπολογισμό αυτής, δεν εξειδικεύει με συγκεκριμένο τρόπο, ούτε τις δαπάνες κατασκευής της οικίας, ούτε το μέρος του ποσού που αναλογούσε στον ίδιο από τον τηρούμενο σε βελγικά φράγκα λογαριασμό, ούτε το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που από δική του ενέργεια επωφελήθηκε λόγω μη καταβολής της σχετικής δαπάνης, ούτε προβαίνει σε χρηματική αποτίμηση της προσωπικής του εργασίας την οποία παρείχε στην εκτέλεση των αναφερόμενων εργασιών κατασκευής των λοιπών, πλην των σκυροδεμάτων, μερών της οικίας και της αποθήκης, ούτε προσδιορίζει το ποσό, στο οποίο ανέρχεται συνολικά η αμοιβή που θα του κατέβαλε ο εργολάβος εκτέλεσης των σκυροδεμάτων λόγω της παροχής της εργασίας του και η οποία αφαιρέθηκε από τη συμφωνηθείσα για την εκτέλεση του έργου αμοιβή, αρκούμενος μόνο στην αναφορά του ημερομισθίου, χωρίς, όμως, να αναφέρει και τον αριθμό των ημερομισθίων που πραγματοποίησε.
Η λεπτομερής αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, θεμελιωτικών της ασκούμενης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης, ήταν αναγκαία κατά τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, της διαπίστωσης του μέτρου της συμβολής του αναιρεσείοντος στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα, αν η συμμετοχή του στην πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης ανέρχεται στο προσδιοριζόμενο με την αγωγή ποσοστό ή άλλο ποσοστό πέραν του τεκμαιρόμενου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, 1/3 αυτής.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή κατά το μέρος τούτο, με το οποίο η αξίωση αυτού από τα αποκτήματα θεμελιώνονταν στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που όμοια είχε κρίνει, έφεση, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 8-8-2017 αίτηση για αναίρεση της 62/2017 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2017 αίτηση του Μ. Α. του Φ. για αναίρεση της 62/2017 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη
Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)