1306/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1306/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 166AK, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, διά της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Προκύπτει, έτσι, σαφώς ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1306 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1306/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ... και 2) Β. Μ., συζύγου Κ. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη ….12Ε/27-6-2018 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Δράμας Ι. Σ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ο αναιρεσίβλητος έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Εφόσον λοιπόν κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ο αναιρεσίβλητος ούτε παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ.576 παρ.2 ΚΠοΛΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 166AK, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, διά της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Προκύπτει, έτσι, σαφώς ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής.
Η εκπλήρωση, λοιπόν, της ενοχής καθ' ορισμένο χρονικό σημείο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο τοιούτος χρόνος δυνατόν να καθορίζεται από το νόμο ή από τη δικαιοπραξία, ειδικά, καθόσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου συνάψεως της οριστικής συμβάσεως συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή, η οποία είναι 20ετής.
Αναφορικά με τη σημασία, η οποία πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Κατ' αρχήν, η εν λογώ προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς το χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.
Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι συμπληρώσεως της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική. Προκειμένου δε περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, αυτό πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 166 ΑΚ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 383, 387, 389ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση της νόμιμης ή συμβατικής υπαναχωρήσεως αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία με διαπλαστικό χαρακτήρα, απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο. Δεν υποβάλλεται σε τύπο και δεν επιδέχεται αίρεση, μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά με πράξεις, οι οποίες δηλώνουν αναμφισβητήτως και εμφανώς σκοπό υπαναχωρήσεως και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές, οι οποίες πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές, τις οποίες έλαβαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 297/2016, 1759/2009).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/20138), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την με αριθμό κατάθεσης …..51ΤΠ163/3-9-2010 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) κατά του εναγομένου (και ήδη αναιρεσίβλητου) ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει του με αριθμό …..127/27.11.2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θ.
Π. καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και του εναγομένου προσύμφωνο πώλησης των λεπτομερώς περιγραφομένων στην αγωγή οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στη …. επί των οδών ... και μιας κλειστής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, που βρίσκεται στην πυλωτή της οικοδομής).
Ότι βάσει του προσυμφώνου αυτού ο εναγόμενος υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον καθένα από αυτούς τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ελεύθερες από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη. Ότι στο ως άνω προσύμφωνο ρητά συμφωνήθηκε ότι "μέχρι την 10η Ιανουαρίου 2010 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θ.
Π. ή ενώπιον του νόμιμου αναπληρωτή της, θα υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο και μετά την άρση παντός νομικού ελαττώματος, βάρους κλπ.", καθώς και ότι "σε περίπτωση που ο πωλητής υπαναχωρήσει από τη σύμβαση θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στους αγοραστές (ενάγοντες) το ποσό των 91.000,00 ευρώ, λόγω ποινικής ρήτρας καθώς δε επιπλέον (θα υποχρεωθεί) στην αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας των αγοραστών".
Ότι ο εναγόμενος μέχρι και την άσκηση της αγωγής δεν έχει προβεί στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης, παρόλο που οχλήθηκε νόμιμα από αυτούς (ενάγοντες) πολλές φορές τηλεφωνικά, αλλά και με την από 3.6.2010 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία αυτοί τον καλούσαν να προβεί στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου εντός προθεσμίας επτά ημερών.
Ότι η μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου εκ μέρους του εναγομένου μέχρι την άσκηση της αγωγής μετά τη νόμιμη όχλησή τους "αποτελεί υπαναχώρησή του". Περαιτέρω, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι στις 23.11.2009 και στις 27.11.2009 κατέβαλαν στον εναγόμενο έναντι λογαριασμού για την αγορά των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών το ποσό των 5.000,00 και 26.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ στις 8.2.2010 κατέβαλαν το ποσό των 500,00 ευρώ (για υλικά διάφορα, κυρίως χρώματα βαφής, το ποσό των 240,00 ευρώ και για εργατικά 260,00 ευρώ).
Ότι αυτοί εγκαταστάθηκαν στις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες τον Μάρτιο του 2010, πραγματοποιώντας για την εγκατάστασή τους τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες και αγορές (έξοδα μετακόμισης, καθαρισμός διαμερίσματος και γκαράζ, επιπλέον υλικά στην κατασκευή της κουζίνας, κουρτινόξυλα, είδη μπάνιου, καθαρισμός της προηγούμενης κατοικίας που μίσθωναν, σύνδεση ΟΤΕ, εγγύηση κατανάλωσης στη ….
σύνδεση με …) - έξοδα, συνολικού κόστους 5.653,50 ευρώ. Ότι αν επένδυαν το ποσό των 31.500,00 ευρώ που κατέβαλαν στον εναγόμενο με 12% θα είχαν με βεβαιότητα κέρδος ύψους 3.780,00 ευρώ. Ότι η συνολική ζημία που υπέστησαν από την αθέτηση της υποχρέωσης του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 131.933,50 ευρώ, ήτοι 91.000,00 ευρώ ποινική ρήτρα, 37.153,50 (31.500 + 5.653,50) ευρώ θετική ζημία, 3.780,00 ευρώ αποθετική ζημία.
Ότι από τη ζημία αυτή θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 3.600,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα κατέβαλαν αυτοί αν μίσθωναν τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες έναντι μηνιαίου μισθώματος 300,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.3.2010 έως 3.2.2011. Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα οι ενάγοντες ζητούσαν με την ως άνω αγωγή τους και κατά την κύρια βάση αυτής να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να τους καταβάλει το ποσό των 131.933,50 - 3.600 = 128.333,50 ευρώ, άλλως το ποσό των 50.933,50 - 3600=47.333,50 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστεί ο αντίδικός τους στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 10/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας η οποία δέχθηκε ως βάσιμο το κονδύλιο των 32.863,50 ευρώ που δαπάνησαν οι ενάγοντες έναντι του τιμήματος πωλήσεως και για εργασίες στο επίδικο διαμέρισμα και κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή. Επί εφέσεως του εναγομένου ως προς το τμήμα που ηττήθηκε εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία δέχθηκε τα εξής: "Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι κατά την κύρια βάση της απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με ρητό όρο που περιλαμβάνεται στο προσύμφωνο πώλησης οριζόντιων ιδιοκτησιών που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων "σε περίπτωση που ο πωλητής (ήτοι ο εναγόμενος) υπαναχωρήσει από τη σύμβαση θα υποχρεωθεί να επιστρέφει στους αγοραστές (ενάγοντες) το ποσό των 91.000,00 ευρώ, λόγω ποινικής ρήτρας καθώς δε επιπλέον (θα υποχρεωθεί) στην αποκατάσταση κάθε θετικής και κάθε αποθετικής ζημίας των αγοραστών", τουτέστιν ισχυρίζονται ότι προϋπόθεση για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας καθώς και της συμφωνηθείσας αποκατάστασης κάθε επιπλέον θετικής και αποθετικής ζημίας των αγοραστών - εναγόντων αποτελεί ηυπαναχώρηση του πωλητή, η οποία (υπαναχώρηση), σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στη μέιζονα σκέψη της παρούσας, αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία με διαπλαστικό χαρακτήρα, απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο.
Ωστόσο, οι ενάγοντες ουδόλως επικαλούνται στην αγωγή τους τέτοια μονομερή δικαιοπραξία εκ μέρους του εναγομένου, ήτοι δεν επικαλούνται ότι έλαβε χώρα ρητή δήλωση του εναγομένου απευθυντέα σ' αυτούς περί του ότι αυτός υπαναχωρεί από το προσύμφωνο πώλησης, ούτε επικαλούνται πράξεις του εναγομένου, οι οποίες να δηλώνουν αναμφισβήτητα και εμφανώς το σκοπό του να υπαναχωρήσει από το, προσύμφωνο, ώστε να θεωρηθεί ότι υπάρχει σιωπηρή δήλωση βούλησής του περί υπαναχώρησης.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε τυχόν συμφωνία των συμβαλλομένων ότι με την πάροδο άπρακτης της συμφωνηθείσας ημεροχρονολογίας για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, ήτοι της 10.1.2009, χωρίς να καταρτιστεί αυτή θα θεωρείται ότι ο συμβαλλόμενος που δεν προσήλθε να συμπράξει στην κατάρτιση της κύριας σύμβασης θα θεωρείται ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση.
Οι ενάγοντες, επικαλούνται στην αγωγή τους απλά ότι "η μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου εκ μέρους του εναγομένου μέχρι την άσκηση της αγωγής μετά τη νόμιμη όχλησή του "αποτελεί υπαναχώρησή του", ήτοι επικαλούνται ότι η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του εναγομένου περί κατάρτισης της οριστικής σύμβασης συνιστά άνευ ετέρου υπαναχώρηση αυτού, χωρίς να επικαλούνται ρητή ή έστω σιωπηρή δήλωση του εναγομένου περί υπαναχώρησής του από την επίδικη σύμβαση προσυμφώνου πώλησης οριζόντιων ιδιοκτησιών ή συμφωνία των μερών ότι η μη προσέλευση του πωλητή στο συμβολαιογράφο για την κατάρτιση της κύριας σύμβασης πώλησης κατά την συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία θα συνιστά δήλωση εκ μέρους του υπαναχώρησης από τη σύμβαση.
Σημειώνεται ότι η αγωγή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στις διατάξεις των άρθρων 166, 513, 514, 516, 380,382 ΑΚ αναφορικά με το αίτημα των εναγόντων, (πλην του κονδυλίου των 91.000,00 ευρώ που αφορά την καταβολή ποινικής ρήτρας), και αποζημίωσης για μη εκπλήρωση του προσυμφώνου εκ μέρους του εναγομένου, καθότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην αγωγή τους ούτε υπαίτια αδυναμία εκπλήρωσης, αλλά ούτε και υπερημερία του εναγομένου".
Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, έστω και χωρίς ειδικό παράπονο ως προς τη νομιμότητα της αγωγής, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, πέραν του γεγονότος ότι απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, και όχι ως προς το μέρος της απόφασης για το οποίο είχε ηττηθεί ο εκκαλών εναγόμενος, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν και οι ενάγοντες επικαλέστηκαν στην αγωγή τους ότι το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών είχε συμφωνηθεί στο προσύμφωνο ότι πρέπει να καταρτιστεί την 10-1-2010 και παρά το γεγονός ότι όχλησαν τηλεφωνικά πολλάκις τον εναγόμενο μετά την πάροδο της ημερομηνίας αυτής, προκειμένου να προσέλθει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης των άνω ιδιοκτησίων και του απέστειλαν την 3-6-2010 εξώδικη δήλωση με πρόσκληση με την οποία τον καλούσαν εντός προθεσμίας 7 ημερών να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, εκείνος κώφευσε, έτσι ώστε από την άνω συμπεριφορά του να συνάγεται σιωπηρή υπαναχώρηση του (εναγομένου) από την άνω σύμβαση, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρξε επίκληση για ρητή ή σιωπηρή υπαναχώρησή του από την επίδικη σύμβαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, μολονότι οι ενάγοντες είχαν προτείνει τον ισχυρισμό αυτό με την αγωγή τους.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατόπιν τούτου πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες (αρθ. 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσιβλητος στα δικαστικά τους έξοδα λόγω της ήττας του (αρθ 176, 183 ΚΠολ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 210/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης
Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο προκειμένου να δικαστεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ