1306/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1306/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β’ ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Full text
Απόφαση 1306 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1306/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Δ., 2) Δ. Μ. και 3) Ε. συζ. Δ. Μ., όλων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Μαντούβαλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 12-10-2009 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και την από 26-11-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 636/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της 13/18-10-2013 αίτησης για αναίρεση της 128/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β’ ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../30-7-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Μ. Κ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 6-3-2015, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-10-2015) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου των αναιρεσειόντων Νικολάου Κυπριώτη, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Π.
Μ.. Περαιτέρω, από την .../30-7-2015 έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει, ότι, ως εκ περισσού, επιδόθηκε στον αυτό αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο βεβαίωσης της γραμματέως του Α.Π. από την οποία βεβαιώνεται ότι η 13/ 2013 ένδικη αίτηση για αναίρεση της 128/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που είχε προσδιορισθεί για να δικασθεί στις 6-3-2015 (εκ παραδρομής αναφέρεται 6-3-2013) αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-10-2015.
Επομένως, εφ’ όσον ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά σε εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του όρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο... 4.
Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...". Κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του αυτού νόμου "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης...". Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 εδ. β’ του ως άνω νόμου "Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Ο οδηγός κατά τη συνάντησή του με οχήματα που έρχονται αντίθετα υποχρεούται να παραχωρεί επαρκή χώρο παραπλεύρως, κινούμενος στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος". Περαιτέρω, από το άρθρο 922 Α.Κ. προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εφ’ όσον αυτές τελέσθηκαν κατά την εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε, είτε επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αυτής, ακόμη δε και όταν γίνεται κατά κατάχρηση αυτής.
Η σχέση δε της πρόστησης δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με την στενή έννοια του όρου. Μπορεί να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική ή σε σχέση φιλική ή συγγενική και τέτοια υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή ο πατέρας στο γιό του (ΑΠ 96/2003).
Εξάλλου, για τη θεμελίωση ευθύνης του εποπτεύοντας τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων, ήτοι: 1) Ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο ή σύμβαση. Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από το νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον στην περίπτωση που ασκούν τη γονική μέριμνα από κοινού. 2) Υπαίτια παραμέληση της εποπτείας που έχει ανατεθεί στον εποπτεύοντα από το νόμο, η οποία τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον. 3) Παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ αδικοπραξίες, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε πταίσμα του εποπτευομένου.
Και 4) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και στη ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου και στην εντεύθεν ζημία του τρίτου. Η συνάφεια αυτή τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση, που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον. Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ευθύνη αυτού για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο (ΑΠ 1468/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος τον τότε ανήλικο πρώτο των αναιρεσειόντων, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και την παραδοχή της αντίθετης αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων και του τρίτου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς και της παρεμπίπτουσας αγωγής του Ε.Κ.
κατά των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ δευτέρου και πρώτου των αναιρεσειόντων και της ευθύνης των εχόντων την εποπτεία του ανήλικου γιου τους, 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 30 Ιουλίου 2007 και περί ώρα 13.30 μ.μ., ο Χ.
Μ., τότε ανήλικος, ηλικίας περίπου 15 ετών (γεννήθηκε την 31-8-1992), οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του πατέρα του Δ. Μ., και η οποία ήταν κατά το χρόνο εκείνο ανασφάλιστη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της, προκειμένου να αποχωρήσει από τον προαύλιο χώρο του καταστήματος πώλησης σιδηρικών του πατέρα του (ιδιωτικό χώρο) και να εισέλθει στην έμπροσθεν αυτού ανώνυμη δημοτική οδό του δ.δ. ..., ώστε να συνεχίσει την πορεία του επ’ αυτής.
Η οδός αυτή είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος 5,70 μ., ενώ δεν υφίσταται διαγράμμιση μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Κατά το χρόνο εκείνο οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων στην άνω οδό ήταν ελάχιστη και η ορατότητα καλή, ενώ έξω από τον ιδιωτικό προαύλιο χώρο και δεξιά ως προς αυτόν, ήταν παρκαρισμένο στο άκρο του οδοστρώματος της άνω οδού ένα φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο και καταλάμβανε τμήμα αυτού και ειδικότερα του ρεύματος πορείας από ανατολικά προς δυτικά, πλάτους 2 περίπου μέτρων.
Στην ίδια ως άνω οδό και κατά τον ίδιο χρόνο εκινείτο ο ενάγων της δεύτερης αγωγής Π. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του στην πρώτη εναγομένη της πρώτης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από δυτικά προς ανατολικά, με συνεπιβαίνουσα τη σύζυγό του Σ.
Κ. Ο άνω ανήλικος εξερχόμενος του ιδιωτικού προαύλιου χώρου, έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά επί της εν λόγω δημοτικής οδού, ώστε να συνεχίσει επ’ αυτής την πορεία του με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, εισήλθε αιφνίδια επ’ αυτής, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού που είχε πρόθεση να εισέλθει και να συνεχίσει την πορεία του, παρόλο που εξήρχετο από παρόδιο ιδιωτικό προαύλιο χώρο και υπήρχε σταθμευμένο αυτοκίνητο επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας στο οποίο ήθελε να κινηθεί, που εμπόδιζε την κίνηση αλλά και την ορατότητά του, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Π.
Μ., ο οποίος διερχόταν εκείνη την στιγμή από το εν λόγω σημείο, κινούμενος με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα από δυτικά προς ανατολικά, ήτοι προς την κεντρική οδό .... Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής ήταν να τραυματιστεί σοβαρά ο ανήλικος, αναβάτης της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να υποστούν υλικές ζημιές τα οδηγούμενα από τους άνω διαδίκους οχήματα.
Υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τις ζημιές που προκλήθηκαν από αυτό είναι ο ανήλικος Χ. Μ., οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει λόγω των συγκεκριμένων ειδικών συνθηκών της οδού όπου εκινείτο, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μην προκαλεί με τη συμπεριφορά του (οδηγική) παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες της οδού, παρέλειψε κατά την έξοδό του από ιδιωτικό προαύλιο χώρο και την είσοδό του σε δημοτική οδό να ελέγξει την κίνηση των επ’ αυτής κινούμενων οχημάτων, και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, αλλά αντίθετα επιχείρησε να εισέλθει σε αυτή, χωρίς να ανακόψει την πορεία του και να λάβει θέση κάθετη επί της οδού με ελαφρά κλήση προς τα δεξιά, καταλαμβάνοντας μέρος του αντιθέτου ρεύματος πορείας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του κινούμενου επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων Π.
Μ., ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε την επιτρεπόμενη στο εν λόγω σημείο (κατοικημένη περιοχή), ήτοι εκείνη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα (ακινητοποιήθηκε σε απόσταση μόλις δυο μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης) και να ανακόψει αιφνιδίως και παρανόμως την πορεία του, έτσι ώστε να προκληθεί το ένδικο ατύχημα, στο οποίο συνετέλεσε και η απειρία του κατά την οδήγηση και η άγνοιά του περί των κανόνων οδηγικής συμπεριφοράς, δεδομένου ότι οδηγούσε την άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα, χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια οδηγήσεως...
Σύμφωνα λοιπόν με τα ευρήματα του τόπου του ατυχήματος, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων τοποθετείται μεταξύ του σημείου Π που βρέθηκαν θραύσματα και απέχει 2,50 μέτρα από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος ως προς την πορεία του Ι.Χ. αυτοκινήτου και του σημείου ΣΤ που υπήρχαν ίχνη συρσίματος και απέχει 3,50 μέτρα από το ως άνω άκρο.
Η ένδικη δηλαδή σύγκρουση έλαβε χώρα στο κέντρο του οδοστρώματος, καθώς το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει πλάτος οδοστρώματος 2,85 μ.... Αντίθετα η ένδικη σύγκρουση δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθόσον αυτός δεν παραβίασε διάταξη του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, ούτε αποδείχθηκε ότι οδηγούσε το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα και κατά τρόπο που να δείχνει αμέλεια και έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ο δε ισχυρισμός των εναγόντων της πρώτης αγωγής και εναγομένων της δεύτερης ότι συνυπαίτιος για τη πρόκληση του ατυχήματος τυγχάνει ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Π. Μ., για το λόγο ότι δεν τροχοπέδησε το όχημά του, ούτε επιχείρησε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η εμφάνιση της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα και η κίνησή της ήταν όλως αιφνίδια και απροσδόκητη, με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτή, λόγω και της ύπαρξης του σταθμευμένου οχήματος μόλις κατά το χρόνο της σύγκρουσης, γεγονός που δεν επέτρεψε στον ανωτέρω οδηγό να αντιδράσει...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων στη δεύτερη αγωγή, οι οποίοι τυγχάνουν γονείς του πρώτου εναγομένου Χ. Μ., ανήλικου κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (ηλικίας 15 περίπου ετών) και οι οποίοι ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα αυτού δεν άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία επ’ αυτού, δεδομένου ότι παρέλειψαν να ασφαλίσουν τη δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του δευτέρου εξ αυτών σε ασφαλές μέρος, όπως και τα κλειδιά αυτής αποτρέποντας έτσι τη δυνατότητα παραλαβής της και απαγορεύοντας σε αυτόν την οδήγησή της.
Ειδικότερα δε ο δεύτερος εξ αυτών πατέρας του ήταν παρών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο ίδιος δε παραχώρησε την οδήγησή της στον ανήλικο υιό του, γνωρίζοντας ότι ούτε άδεια ικανότητας οδηγήσεως διέθετε, ούτε είχε προβεί ο ίδιος στην ασφάλιση του εν λόγω οχήματός του, ευθυνόμενοι έτσι και οι ίδιοι εις ολόκληρον κατ’ άρθρο 923 Α.Κ.
στην αποκατάσταση της προκληθείσης από τον ανήλικο υιό τους ζημίας στον άνω ενάγοντα". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/ 1999, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, με ορθή υπαγωγή στις διατάξεις αυτές των ανωτέρω περιστατικών, τα οποία πληρούν το πραγματικό της αμελείας του πρώτου των αναιρεσειόντων, της παραμέλησης εποπτείας αυτού από τον δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω συμπεριφορών και της επελθούσας ζημίας, καθώς και της νομικής έννοιας της πρόστησης μεταξύ δευτέρου (προστήσαντος) και πρώτου (προστηθέντος) τούτων, και επομένως δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, και χωρίς να έχει την προσοχή του στην οδήγηση, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και λόγω της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του προκάλεσε την σύγκρουσή του με την μοτοσικλέτα του δεύτερου αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αγωγικοί αυτοί ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681 Α’ του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010, 1763/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες, για να στηρίξουν την αγωγή τους και να αποκρούσουν την αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και την προβληθείσα από τους αντιδίκους τους ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου τούτων, προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως, μεταξύ άλλων και το από 1-8-2007 σχεδιάγραμμα (σκαρίφημα) της τροχαίας, την από 30-7-2007 έκθεση αυτοψίας και τις φωτογραφίες των οχημάτων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση και μεταξύ αυτών, ειδικότερα, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν, ενώ μνημονεύει ειδικά τα προδιαληφθέντα.
Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθ’ όσο μέρος με το λόγο αυτό προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αυτός είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα από την περικοπή αυτού που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες "και πριν προλάβω να αντιδράσω να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας που οδηγούσε στο εμπρόσθιο μέρος της αριστερής πλευρικής επιφάνειας του οχήματός μου, ακριβώς στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του" δεν προκύπτει ότι περιέχεται σ’ αυτό ομολογία, ήτοι αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ για την δεύτερη τούτων, που δεν κατέθεσε προτάσεις, και στο ποσό των 2.700 ευρώ για το τρίτο, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί δε η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης 13/18-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 128/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για την δεύτερη και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για το τρίτο τούτων. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ