1306/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2858/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-9-2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1306/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση (ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1003/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με τις από 23.12.2013 προτάσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 570 § 1 Κ.Πολ.Δ.) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 23.12.2013 (βλ.
Full text
Απόφαση 1306 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1306/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργουλόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία Βελέντζα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2858/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 17-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5091/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος Α. Σ. είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17.12.2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 10549/2010 αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι στις 5.12.2009, το έχον γερμανικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο είχε ως τόπο συνήθους στάθμευσης την Γερμανία, το Εθνικό Γραφείο της οποίας έχει προσυπογράψει με το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" την από 30.5.2002 Ενοποιημένη Συμφωνία του Συμβουλίου των Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης Αυτοκινήτων, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο Σ. Π., στην κυριότητα του οποίου ανήκε και το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του στην εδρεύουσα στη Γερμανία δεύτερη εναγόμενη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, εξετράπη της πορείας του, από αμέλεια του ως άνω οδηγού του, και προσέκρουσε στα κιγκλιδώματα της Αττικής Οδού, με αποτέλεσμα αυτός (ενάγων), ο οποίος ήταν συνεπιβάτης του εν λόγω αυτοκινήτου, καθήμενος στο αριστερό μέρος του οπισθίου καθίσματος, να τραυματισθεί σοβαρά, υποστάς τις σωματικές βλάβες που ειδικότερα μνημονεύονται στην αγωγή.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό και αφού κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής α) παραιτήθηκε νομότυπα του δικογράφου αυτής ως προς την δεύτερη εναγόμενη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία και β) περιόρισε αυτήν, δια μετατροπής μέρους του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε α) όπως υποχρεωθούν ο πρώτος και το τρίτο των εναγομένων, οδηγός του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου και Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, αντίστοιχα, να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως αποζημίωση, για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 155.704,67 ευρώ και β) όπως αναγνωρισθεί ότι, οι ίδιοι πιο πάνω εναγόμενοι, οφείλουν να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη λόγω του τραυματισμού του από το προαναφερόμενο ατύχημα.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 2858/2011 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε α) ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει ο πρώτος των εναγομένων - οδηγός του ζημιογόνου οχήματος και β) ότι στην έκταση του τραυματισμού του συνετέλεσε και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 30% και ειδικότερα κατά ποσοστό 20%, διότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, και κατά ποσοστό 10%, διότι εμπιστεύθηκε την μεταφορά του με αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός - πρώτος εναγόμενος τελούσε κατά την οδήγησή του σε κατάσταση μέθης, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, κατά μεν το καταψηφιστικό της αίτημα για το ποσό των 14.033,27 ευρώ, κατά δε το αναγνωριστικό τοιούτο κατά το ποσό των 30.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα ο μεν ενάγων άσκησε την από 10.10.2011 και με αριθμό κατάθεσης 6968/2011 έφεση, στρεφομένη κατά των πρώτου και τρίτου των εναγομένων (οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και Ελληνικού Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης), το δε τρίτο εναγόμενο, Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, την από 16.11.2011 τοιαύτη, στρεφομένη κατά του ενάγοντος.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε υπό τριμελή σύνθεση και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 5091/2012 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε α) ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ετύγχανε ο πρώτος των εναγομένων - οδηγός του ζημιογόνου οχήματος και β) ότι στην έκταση του τραυματισμού του συνετέλεσε και ο ίδιος ο ενάγων και ειδικότερα κατά ποσοστό 20%, διότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η έφεση του τρίτου εναγόμενου Ελληνικού Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η έφεση του ενάγοντος και στη συνέχεια, αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, δικάσθηκε κατ' ουσία και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, και ειδικότερα κατά μεν το καταψηφιστικό αίτημά της για το ποσό των 20.232,99 ευρώ, κατά δε το αναγνωριστικό τοιούτο για εκείνο των 40.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται το τρίτο εναγόμενο - εκκαλούν και εφεσίβλητο Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 573 § 1 και 577 § § 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία αποδοχή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετέπειτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και, συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.
ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση (ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1003/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με τις από 23.12.2013 προτάσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 570 § 1 Κ.Πολ.Δ.) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 23.12.2013 (βλ.
επισημείωση αρμοδίας γραμματέως παρά πόδας αυτών), ισχυρίζεται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον το αναιρεσείον, πριν την άσκηση αυτής, είχε αποδεχθεί σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, πράγμα το οποίο, κατά τον αναιρεσίβλητο, συνάγεται από το γεγονός ότι το αναιρεσείον κατέβαλε σ' αυτόν τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσά και ουδέποτε του δήλωσε ότι θα ασκήσει αναίρεση.
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσιβλήτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως διότι για την μεν επικαλούμενη καταβολή των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών ουδέν απολύτως αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει ή επικαλείται αυτός, η δε ανυπαρξία δήλωσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος περί μη άσκησης αναίρεσης δεν δύναται να θεωρηθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής.-
ΙΙΙ.- Με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ. πρώτο κατά σειρά λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια του ότι ενώ η προκειμένη υπόθεση, η οποία δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α Κ.Πολ.Δ.), υπαγόταν, ως εκ του χρόνου άσκησης των ως άνω δύο εφέσεων, η πρώτη των οποίων κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 12.10.2011 και η δεύτερη στις 17.11.2011, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 § 2 Ν. 3994/2011 και άρθρο 72 § 13 του ιδίου νόμου που ορίζει ότι "Στην αρμοδιότητα των μονομελών δικαστηρίων υπάγονται οι εφέσεις που ασκούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου", ΦΕΚ τ. Α' 165/25.7.2011), εντούτοις δικάσθηκε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία από το Τριμελές Εφετείο.- Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και τούτο διότι από την αναλόγως εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 47 Κ.Πολ.Δ., στην οποία παραπέμπει το άρθρο 559 αριθμ. 5 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης τριμελούς εφετείου για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου.- IV.- Με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 β' Κ.Πολ.Δ.
δεύτερο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα υπό στοιχεία α' και β' σκέλη του, ψέγεται το Εφετείο για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων στους κανόνες των άρθρων 914 και 300 ΑΚ., πράγμα που είχε ως συνέπεια να απορριφθεί ο πρωτοδίκως νομοτύπως προβληθείς και επαναφερθείς στην κατ' έφεση δίκη με λόγο έφεσης ισχυρισμός (ένσταση) του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.
ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ήταν συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20%, διότι δέχθηκε να μεταφερθεί με αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός τελούσε σε κατάσταση μέθης, πράγμα που γνώριζε αυτός (ενάγων). Ειδικότερα δε η κατά το αναιρεσείον παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται α) στην αντίθεση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "δεν αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο τελευταίος να περιήλθε σε κατάσταση φυσικής αδυναμίας για ασφαλή οδήγηση..", και του ότι, όπως κατά ακριβή αντιγραφή αναφέρεται στην αναίρεση, "εδώ ήδη πριν την επιβίβαση του αναιρεσίβλητου στο όχημα αλλά και στη συνέχεια ευρισκόμενοι πράγματι και οι δύο τους, επιβάτης και οδηγός, επί τόσο μακρύ χρόνο [περί τα 30'τουλάχιστον από τον χώρο του Ιπποδρόμου στο Μαρκόπουλο ήδη στα Γλυκά Νερά τμήμα της Αττικής Οδού ΔΠΛΥ (= Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρος Υμηττού)] σε τόση κοντινή μεταξύ τους απόσταση στο κλειστό χώρο του οχήματος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τους κανόνες της λογικής, της εμπειρικής και επιστημονικής πραγματικότητας, είναι αντικειμενικά αδύνατον ο αναιρεσίβλητος να μην είχε, ως κάθε μέσος άνθρωπος, αντιληφθεί την φυσική αδυναμία ασφαλούς οδήγησης του οδηγού αλλά και την, από την διάχυτη μυρωδιά αλκοόλ στον κλειστό χώρο του οχήματος απ' αυτόν οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όταν κατά την γενομένη με συσκευή αλκοολομέτρησης (δηλαδή εκπνοής) πρώτη και δεύτερη μέτρηση έχουμε ποσότητες αλκοόλ 0,67 mg/l αντίστοιχα.
Μάλιστα και στις ενώπιον του Πρωτοδικείου αλλά και Εφετείου προτάσεις μας...ισχυρισθήκαμε και αποδείξαμε ότι αυτός είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασης και της εξ αυτής ανασφαλούς οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού και συγκεκριμένα ότι..." και β) στην αντίθεση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει...
οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος στον οργανισμό του... (που)... βρέθηκε να υπερβαίνει κατά τα προαναφερόμενα το ανεκτό όριο των 0,25 mg/l εκπνεόμενου αέρα" και της παραδοχής ότι "δεν αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο τελευταίος να περιήλθε σε κατάσταση φυσικής αδυναμίας για ασφαλή οδήγηση και τούτο εν όψει της μικρής ποσότητας που κατανάλωσαν σε κοινό γεύμα".
Ο ερευνόμενος αυτός λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι από τις κατά τα άνω παραδοχές του Εφετείου, των οποίων γίνεται επίκληση από το αναιρεσείον και οι οποίες παρατίθενται υπό τα στοιχεία άλφα (α) και βήτα (β) στις σελίδες 5 και 6 του δικογράφου της αναίρεσης, σαφώς προκύπτει, ότι με την φερόμενη ως αναιρετική πλημμέλεια πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).- V.- Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όχι όμως και όταν τούτο κατόπιν εκτίμησης προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ίδιου Κώδικα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 356/2002).
Συνεπώς, ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, όπως το όλο περιεχόμενο του λόγου τούτου προσηκόντως εκτιμάται, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος τραυματισμού του ενάγοντος ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος Σ.
Π., μολονότι από τα αναφερόμενα στο λόγο και μνημονευόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση αυτοψίας, συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, κατάθεση μάρτυρα ενάγοντος, προανακριτική κατάθεση ιδίου ενάγοντος), με αξιολόγηση των οποίων οδηγήθηκε αυτή στην εν λόγω κρίση της, δεν απεδεικνύοντο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ως πλήττων στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των άνω πραγμάτων κρίση της προσβαλλόμενης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρέλειψε να διατάξει απόδειξη σχετικά με τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υδρολίσθηση του αυτοκινήτου, πράγμα για το οποίο ουδεμία ευθύνη φέρει ο οδηγός του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η οποία εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 681 Α, 670, 671 § 1 και 674 § 2 Κ.Πολ.Δ., το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει μη οριστική απόφαση και να διατάξει απόδειξη περί του προαναφερομένου ισχυρισμού.
Ούτε δε είχε υποχρέωση το δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη για την ύπαρξη στην άσφαλτο κοιλότητας με νερό, στην οποία οφείλετο, κατά το αναιρεσείον, η υδρολίσθηση του αυτοκινήτου και τούτο (μη υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη) διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο απαιτεί, προκειμένου να γίνει αντιληπτό, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε και θα υπήρχε υποχρέωση να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί υδρολίσθησης του αυτοκινήτου, οφειλομένης σε κοιλότητα της οδού με συγκεντρωμένα ύδατα, ερευνήθηκε και απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αβάσιμος, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην πρώτη σελίδα του έκτου φύλλου της οποίας αναφέρεται ότι "δεν αποδείχθηκε ότι στην πορεία του πρώτου εναγόμενου υπήρχε κοιλότητα με συγκεντρωμένα ύδατα από κακοτεχνία του δρόμου, η οποία προκάλεσε υδρολίσθηση των τροχών του οχήματός του, όπως αβάσιμα περί τούτου υποστηρίζει το τρίτο εναγόμενο με το σχετικό λόγο της έφεσής του με τον οποίο πλήττεται το κεφάλαιο περί υπαιτιότητας".- VI.- Ο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 636/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, υπό την έννοια ότι αυτή διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα της υπαιτιότητας ή μη του οδηγού του αυτοκινήτου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και εκείνου της γνώσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Ειδικότερα δε οι φερόμενες ως ελλιπείς αιτιολογίες συνίστανται, κατά ακριβή αντιγραφή από το δικόγραφο της αναίρεσης, υπό τον αριθμό 1, σελ. 12, στο ότι "δεν αναφέρει το πώς ελλείψει στοιχείων διαπίστωσε ότι α) ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε "χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του...και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", β) το ΙΧΕ εκινείτο "με αυξημένη ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε μάλιστα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 70 χλμ/ώρα", γ) το ΙΧΕ "εξετράπη της πορείας του...
και κάνοντας δύο στροφές περί τον άξονά του προσέκρουσε με σφοδρότητα στα σιδερένια προστατευτικά κιγκλιδώματα...με αποτέλεσμα να προκαλέσει σοβαρές υλικές ζημιές..." όταν η πορεία του οχήματος αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα "πιθανή", πουθενά δεν γίνεται λόγος για "δύο στροφές" και πουθενά δεν γίνεται λόγος για "σοβαρές" ζημιές, δ) εδώ δεν έχουμε εκτροπή "από υδρολίσθηση" αλλά από μη συνετή, προσήκουσα και με ανεπίτρεπτη ταχύτητα και επιπρόσθετα υπό την επήρεια αλκοόλ οδήγηση, όταν δεν εξετάστηκε καν αν υπήρχε στην άσφαλτο κοιλότητα δυνάμενη να συγκεντρώσει νερό και να δημιουργήσει έτσι εν δυνάμει κίνδυνο υδρολίσθησης στους χρήστες του δρόμου".
Περαιτέρω, οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται, επίσης κατά ακριβή αντιγραφή από το δικόγραφο της αναίρεσης υπό τον αριθμό 2, σελίδα 12, στο ότι "α) ενώ κάνει αυτή λόγο για "ανεπίτρεπτη ταχύτητα" και "σφοδρότητα της σύγκρουσης" αα) αναφέρει ως ζημιές μόνο "αποξέσεις μήκους τεσσάρων (4) μέτρων επί των σιδερένιων προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και τις προαναφερόμενες φθορές αυτών" που όμως πουθενά, με εξαίρεση την ίδια την απόφαση, δεν αναφέρονται ως "σοβαρές" και δεν κάνει καθόλου μνεία για τις (επίσης μικρές) ζημιές του ίδιου του οχήματος, β) ενώ θεωρεί τον οδηγό του ΙΧΕ ως τελούντα "υπό την επήρεια αλκοόλ και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο τελευταίος να περιήλθε σε κατάσταση φυσικής αδυναμίας για ασφαλή οδήγηση, αποκλείει να γνώριζε τούτο ο αναιρεσίβλητος "εν όψει της μικρής ποσότητας αλκοόλ που κατανάλωσαν σε κοινό γεύμα", όταν είναι κοινώς και σε κάθε άνθρωπο γνωστό, ότι αα) μικρή κατανάλωση αλκοόλ δεν μπορεί να δώσει μεγέθη αλκοολομέτρησης 0,67 mg/l και 0,45 mg/l, ββ) περιέλευση σε κατάσταση βαθμού φυσικής αδυναμίας για ασφαλή οδήγηση δεν είναι δυνατόν να περάσει απαρατήρητη, τόσο από τον τρόπο οδήγησης, όσο και από την αναδυόμενη μυρωδιά στον κλειστό χώρο του οχήματος".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ειδικότερα α) κατά το μέρος του υπό τον αριθμό 1 και τα στοιχεία α', β', γ' και δ', που φέρονται ότι συνιστούν ελλιπείς αιτιολογίες, διότι αυτές ανάγονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων, και β) κατά το μέρος του υπό τον αριθμό 2 και τα στοιχεία α' και β', που φέρονται ότι συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες, διότι αυτές ανάγονται στη στάθμιση των αποδείξεων.- VII.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητου (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 13621969, σειρά VI, διπλότυπο της ΙΓ Δ.Ο.Υ.
Αθηνών (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.9.2013 και με αριθμό κατάθεσης 670/2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 5091/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 13621969 σειρά VI διπλότυπο της ΙΓ Δ.Ο.Υ. Αθηνών.- Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ