1306/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1306/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα προαναφερθέντα συνάγεται 5ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Γ. Β. οφείλεται κυρίως στην αμελή συμπεριφορά του ιδίου, ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του προ της διασταυρώσεως και δεν ήλεγξε εάν από αριστερά του εκινείτο άλλο όχημα αλλά συνέχισε αυτήν με την ίδια αυξημένη ταχύτητα (παράβαση άρθρου 4 § 3 ν. 2696/1999 [ΚΟΚ]).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1306 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1306/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NP INSURANCE- ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε". που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Λαγού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Δ. Κ., χήρας Γ. Β., 2. Π. Β. του Γ., 3. Α. Β. του Γ., κατοίκων ..., 4. Δ. Β. του Π., κατοίκου ... και 5. Α. Β. του Π. συζ. Φ. Β., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νο Γράππα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 20-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του τετάρτου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο, περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς , και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, με την 839/2010 απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Γ. Β. ήταν εν ζωή σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, πατέρας των δευτέρου και τρίτης αυτών, αδελφός του τετάρτου και πέμπτης αυτών και απώτερος συγγενής των λοιπών [θείος της έκτης και της όγδοης αυτών και αδελφός της συζύγου του έβδομου αυτών].
Στις 31 Δεκεμβρίου 2005 και περί ώρα 13:45', με πλήρη δηλ. φωτισμό ημέρας, οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ι.χ.ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 2ου ενάγοντος, και έβαινε επί της επαρχιακής οδού Σχηματαρίου-Χαλκίδος με κατεύθυνση προς Σχηματάρι, η οδός δε αυτή διασταυρώνεται με τον παράδρομο της Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας, που είναι και οι δύο διπλής κατευθύνσεως.
Κατά την άφιξη του στη διασταύρωση αυτή και ενώ στην πορεία του υπήρχαν εκατέρωθεν δύο όμοιες ρυθμιστικές πινακίδες (Ρ-2) υποχρεωτικής διακοπής της πορείας αλλά και πινακίδα παραχώρησης προτεραιότητας (Ρ-1), αυτός δεν διέκοψε την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση επί της άλλης οδού και να παραχωρήσει προτεραιότητα στους κινούμενους επ' αυτής αλλ' εισήλθε απερίσκεπτα και με αρκετή ταχύτητα στην άνω διασταύρωση, τη στιγμή που από αριστερά του διέρχονταν το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ι.χ.φ. όχημα (συνδυασμός ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου, συνολικού μήκους 16 μ.), το οποίο οδηγούσε ο 1ος εναγόμενος στην από 9-7-2007 κύρια αγωγή και 2ος εναγόμενος στην άλλη αγωγή (Α. Δ.) και ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες σε τρίτους ζημιές από τη λειτουργία του στη 2η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο όχημα εκινείτο επί της άνω οδού με κατεύθυνση προς Τανάγρα, σε σημείο που υπάρχει κατωφέρεια.
Ο οδηγός αυτός αντιλήφθηκε καθυστερημένα τον κίνδυνο και επιχείρησε με τροχοπέδηση - που άφησε συνεχές καμπύλο ίχνος μήκους 35 μ. στο οδόστρωμα, από τα οποία αφαιρούνται τα 16 μ. που είναι το μήκος του οχήματος - και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά να αποτρέψει τη σύγκρουση, όμως λόγω της μικρής αποστάσεως μεταξύ των οχημάτων και της ταχύτητας που είχε αναπτύξει το όχημα αυτό (λόγω της κατωφέρειας, οπωσδήποτε άνω των 50 χλμ/ώρα, που δεν καταγράφηκε όμως σε δίσκο ταχογράφου, αφού ο οδηγός του είχε παραλείψει να τον τοποθετήσει) δεν κατέστη δυνατόν αυτό.
Έτσι το όχημα του Γ. Β. προσέκρουσε βίαια με την αριστερή πλευρά του στη δεξιά πλευρά του φορτηγού αυτοκινήτου (στο σημείο της δεξαμενής καυσίμων), τη στιγμή που αυτό είχε στρίψει προς τα αριστερά. Εν συνεχεία το ι.χ.ε. αυτ/το εκτινάχθηκε προς τα δεξιά και επέπεσε επί ενός δένδρου, με αποτέλεσμα όλων αυτών, εκτός από τις βλάβες των δυο οχημάτων, να υποστεί ο οδηγός του ι.χ.ε.
κατάγματα οστών βάσεως κρανίου και θωρακικών σπονδύλων, καθώς και κατάγματα πλευρών αριστερά, από τις οποίες βαριές κακώσεις επήλθε αμέσως ο θάνατος του. Τα ανωτέρω προκύπτουν, τόσο από την από 31.12.2005 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Αστ. Τμήματος Σχηματαρίου, που επιλήφθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, καθώς και από τα συνημμένα σε αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος και το υπόμνημα αυτού, όσο και από τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων που εξετάστηκαν προανακριτικά.
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται 5ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Γ. Β. οφείλεται κυρίως στην αμελή συμπεριφορά του ιδίου, ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του προ της διασταυρώσεως και δεν ήλεγξε εάν από αριστερά του εκινείτο άλλο όχημα αλλά συνέχισε αυτήν με την ίδια αυξημένη ταχύτητα (παράβαση άρθρου 4 § 3 ν. 2696/1999 [ΚΟΚ]).
Ωστόσο, συνυπαίτιος τυγχάνει και ο 1ος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος, αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο χωρίς ορατότητα, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του (παράβ. άρθρου 19 § 2 ΚΟΚ), παρά μόνο όταν είχε εμφανιστεί στο οπτικό του πεδίο από δεξιά το όχημα του παθόντος, το οποίο είχε μόλις εξέλθει κάτω από την υπάρχουσα εκεί γέφυρα της Εθνικής Οδού, δηλ.
σε απόσταση μόλις 9 μ., όπως διαπίστωσε ο μάρτυρας Γ. Μ.. Δεδομένου δε ότι η κατάσταση όλων των ελαστικών επισώτρων των τροχών του ογκώδους οχήματος του δεν ήταν καλή και το συρματόσχοινο του επικαθημένου ήταν κομμένο (βλ. ως προς αυτά την από 3-1-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το Α. Τ. Σχηματαρίου), ο οδηγός αυτός έπρεπε να προβλέψει, ότι η όποια αντίδραση του δεν θα ήταν κατάλληλη για να αποτρέψει τα επελθόντα επιζήμια αποτελέσματα, διότι -εκτός των άλλων- οι τροχοί του οχήματος, στην κατάσταση που ήταν, δεν είχαν επαρκή πρόσφυση στο οδόστρωμα και απαιτούνταν συνεπώς μεγαλύτερη απόσταση για την ακινητοποίηση του, πέραν του ότι και ο ίδιος δεν βρισκόταν οπωσδήποτε σε νηφάλια κατάσταση, δεδομένου ότι είχε καταναλώσει οινοπνευματώδες ποσό σε τέτοια ποσότητα που το ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του υπερέβαινε το όριο των 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, όπως αυτό διαπιστώθηκε με εξέταση δείγματος αίματος και θα αναφερθεί κατωτέρω.
Κατωτέρω, και κατά την εξέταση της από 31-8-2007 παρεμπίπτουσας αγωγής, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι από την γενόμενη λίγο μετά τη σύγκρουση αιμοληψία κι την εξέταση της ληφθείσης ποσότητος με την καθοριζόμενη στην ΚΥΑ 43500/5691/2002 αεριοχρωματογραφική μέθοδο, η οποία περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 1,39 gr/lit ή 1,39 ο/οο (βλ.
την από 15-3-2006 έκθεση εξετάσεων αίματος του αστυν. Δ. Α.). Η συνυπαιτιότητα αυτή του 1ου εναγομένου επιμερίζεται από το Δικαστήριο σε ποσοστό 20%, ενώ του θανόντος σε ποσοστό 80%.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού Α. Δ. και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος Γ. Β., στην πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό 20% και 80% αντιστοίχως, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα στον λόγο αυτό, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση.
Β) Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η ελεγχόμενη από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, δέχτηκε ότι ο Α. Δ. εκινείτο με ταχύτητα άνω των 50 χμ ωριαίως, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση των ρητώς στην απόφαση αυτή αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 247/2012, 579/2011, 1379/2010, 1360/2010). Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και ειδικότερα των συνθηκών του ατυχήματος, ο οπίος είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1428/2000), δεδομένου μάλιστα ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου δεν καταγράφηκε σε δίσκο ταχογράφου, αφού ο οδηγός του είχε παραλείψει να τον τοποθετήσει.
Γ) Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μου του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προβαλλόμενη απόφαση, για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 3-1-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Α. Χ. και Κ.Φ., που διατάχθηκε από το Α.Τ. Σχηματαρίου. Όμως, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οπίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά, χωρίς να το εξαιρέσει, συνεκτίμησε αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οπίων και την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ., μηχανολόγου, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που αφορά το ... ΦΔΧ αυτοκίνητο και αναφέρεται και στα ελαστικά του Α' άξονα και του Β' άξονα εσωτερικά, που ήταν φθαρμένα.
Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγοντας αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Δ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελούς ισχυρισμού των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής του, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 599 αριθ.8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση της αναιρεσείουσας, περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, ο οποίος δεν θα είχε τραυματιστεί θανάσιμα, αν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού προτάθηκε και πρωτοδίκως και κατ' έφεση και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς την έκταση των αποτελεσμάτων της ένδικης σύγκρουσης, τον δε σχετικό ισχυρισμό "πράγμα" δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, χωρίς να συνάγεται σιωπηρά απόρριψή του, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνον κατά το μέρος που αναφέρεται στον γενόμενο δεκτό τέταρτο λόγο αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που μερικώς ηττώνται, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων τη αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 839/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, μόνον κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει, κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ